Monday, March 9, 2015

When one keeps silent ....Elder Ephraim of Arizona

When one keeps silent, he is given time and freedom for prayer and concentration; but when he passes his hours carelessly, he does not have time to pray. Furthermore, through his careless speech he accumulates various sins.

For this reason the Holy Fathers placed the virtue of silence at the summit of the virtues, for without it no virtue is able to remain in the soul of the man.

Elder Ephraim of  Arizona

The Great Fast ( Hieromonk Moses the Hagiorite )

By Hieromonk Moses the Hagiorite, Vatopaidi Monastery, Mt.Athos

Many people ignore or do not will to acknowledge the true meaning of these days (of fast), consuming themselves with their routine (monotonous) everyday life. The modern man complains that life is tiring him, yet makes no step towards a fundamental change. He takes on strict diets sometimes, yet disregards the fast. He can make time for a counseling psychologist, can spend hours in front of television, but finds no time for a spiritual father or for the church.

Today’s man does not want to offer but he’d rather receive with not much effort or personal sacrifice. Too afraid to look himself in the eyes, he runs away from himself and struggles in his inner emptiness.

The Great Fast works like an X-Ray, like a (video) camera or like a mirror. In a certain way, we do not welcome it because it reveals our hidden reality.

Today’ spirit of consumerism, comfort and pride leaves man a prisoner of the many unnecessary things that have filled his life. The Great Lent is a halt in the routine rush of life and an opportunity for transfiguration. The prayer of blessed Ephraim the Syrian that in this period it is said hundreds of times during the religious services, urges us to abandon sloth, a lot of care, love of power and idle talk and gain purity, humble thoughts, patience and love. This beautiful and meaningful prayer ends by asking God: “Grant me to see my own faults and not to judge my brother…”

Let’s abandon gossip, judgment of others that continually stain our soul and let’s move the focus on ourselves correcting our fallings.

The Great Lent urges us to return to one-self and it contributes to our healing from the spiritual diseases that darken our minds and make our lives difficult and bitter.

If we manage to reach this self-knowledge and repentance, then the Great Lent will not be a gloomy and barren time for us, or a simple time to fulfill the “moral duties”, but an opportunity to soften our hardened hearts, which will lead us to the love of people and the love for God.

The excessive rationalism of the difficult time we live in, strives to keep us away from what is mystical, from all that is holy – unspeakable and beyond nature – mystery.

And the result of this state comes to light. Everywhere melancholy and despair reigns, wounding the soul. It is time to see from the depth of our hearts, that we have become estranged and, the time is ripen to return to the cradle of Crucified Love.

Often during the time of Great Lent, temptations, trials, tribulations and failures occur. These will come for us to mature, to acquire balance and a child like nature. Let’s not forget that the life of the Christian is one with the Cross. Without crucifixion comes no resurrection.

The Great Lent is a beautiful time for preparation, a semi-darken corridor leading us to the chamber full of light. The members of this preparatory time are prayer and fasting. But prayer and fasting without humility and love, bares no fruit. The fasting and prayer aim to temper our selfishness. Let’s not loose this opportunity offered once again by the Great Fast, as we’re slowly approaching its end. In the Church, our problems find their solution. The cold winter is followed by spring. Following the clouds, the sunny weather is even more beautiful. The Triodion is followed by the Pentecostarion. And now, as a wonderful hymn says, is the “time of repentance and the hour for prayer.”

Θυμιατό και Θυμίαμα


Τα θυμιατά που χρησιμοποιούμε στους Ιερούς Ναούς είναι κινητά μεταλλικά σκεύη που στο κάτω μέρος δέχονται τα αναμμένα κάρβουνα ή καρβουνόσκονη. Εξαρτώνται από τέσσερις αλυσίδες με δώδεκα κουδουνάκια. Συμβολίζουν τους τέσσερις Ευαγγελιστές και τους δώδεκα Αποστόλους αντίστοιχα. Η βάση του θυμιατού συμβολίζει την ανθρώπινη φύση του Χριστού μέσα στα σπλάχνα της Παναγίας Μητέρας Του. Τα ανάμενα κάρβουνα συμβολίζουν το πυρ της θεότητας. Είναι η βάτος η φλεγόμενη αλλά μη κατακαιομένη. Η φωτιά συμβολίζει και τη Θεία Αγάπη που ως φωτιά καίει την καρδιά του κάθε πιστού.
Θυμίαμα καλείται από τα αρχαία χρόνια το αρωματικό ρετσίνι ή το κόμμι που βγαίνει από τις τομές στον κορμό του δέντρου λίβανος εξ ου και λιβάνι. Είναι ένα από τα τρία δώρα που προσέφεραν οι τρεις Μάγοι στον Κύριο μας. Συμβολίζει την προσευχή μας που ανέρχεται όπως ο καπνός, στο θρόνο του Θεού. Όπως δηλαδή το λιβάνι συναντάται με το αναμμένο κάρβουνο και δεν μένει εκεί, αλλά αφού αφού θερμανθεί ανέρχεται προς τα άνω και σκορπίζει την ευωδία, έτσι και οι ψυχές μας με ζεστή και θερμή πίστη προσευχόμενες, δεν πρέπει να κολλούν στα γήινα υλικά όταν λατρεύουν το Θεό, αλλά να φτερουγίζουν προς τα άνω μυροβλύζουσες, απαγκιστρωμένες από τις υλικές μέριμνες.

Το θυμίαμα στη λατρεία του Θεού χρησιμοποιούνταν και απὸ τους Eβραίους και απὸ τους ειδωλολάτρες. Ήταν δείγμα αναγνώρισης της υπερέχουσας αξίας του Θεού, ήταν σύμβολο υποταγής και αφοσίωσης. Στο σπίτι καλό είναι να προσφέρεται θυμίαμα τακτικά και να συνοδεύεται πάντοτε με κάποια προσευχή. Οι πνευματικοί συμβολισμοί του θυμιάματος είναι:

1. Το θυμίαμα εν πρώτοις συμβολίζει την προσευχή, που ανεβαίνει προς τον θρόνον του Θεού. " Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου. . . " Είναι η ορμή της ψυχής προς τα άνω. Και ταυτόχρονα συμβολίζει και την ζέουσαν επιθυμία μας να γίνει η προσευχή μας δεκτή " εις όσμήν ευωδίας πνευματικής ". Γράφει ο ιερός Χρυσόστομος " Ώσπερ το θυμίαμα και καθ' εαυτό καλόν και ευώδες, τότε δέ μάλιστα επιδείκνυται την ευωδίαν, όταν ομιλήση τώ πυρί. Ούτω δέ και η ευχή καλή μέν καθ' εαυτήν, καλλίων δέ και ευωδεστέρα γίνεται όταν μετά και ζεούσης ψυχής αναφέρηται, όταν θυμιατήριον η ψυχή γένηται και πύρ ανάπτη σφοδρόν ". Γι ' αυτό και πρέπει, όταν προσεύχεται κανείς, καλόν είναι να καίει θυμίαμα στο σπίτι.

2. Συμβολίζει ακόμη τις γλώσσες πυρός της Αγ. Πεντηκοστής, όταν ο Κύριος εξαπέστειλε στους Μαθητές Του το Πανάγιό Του Πνεύμα " έν είδει πυρίνων γλωσσών ". Στην ευχή που λέγει ο ιερεύς, όταν ευλογεί το θυμίαμα στην Πρόθεση, αναφέρει " Θυμίαμά Σοι προσφέρομεν Χριστέ ο Θεός εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, ο προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν Σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του Παναγίου Σου Πνεύματος ". Με το θυμίαμα δηλ. ζητούμε από τον Κύριο να μάς στείλει την αγιοπνευματικήν Του χάρι. Γι' αυτό και οι πιστοί, όταν τους θυμιάζει ο Ιερεύς, κλίνουν ελαφρώς την κεφαλή σε δείγμα αποδοχής της χάριτος αυτής. Ο Άγ. Συμεών Θεσσαλονίκης ερμηνεύει ως εξής την σημασίαν του θυμιάματος : " Δηλοί την απ' ουρανού χάριν και δωρεάν εκχυθείσαν τώ κόσμω διά Ιησού Χριστού και ευωδίαν του Πνεύματος και πάλιν εις τον ουρανόν δι' αυτού αναχθείσαν".

3. Το ευώδες θυμίαμα συμβολίζει εξ άλλου και τον αίνον, που απευθύνεται προς τον Θεό. Η καύση του θυμιάματος σημαίνει τη λατρεία και τον εξιλασμό. Το δέ ευχάριστο συναίσθημα, που δημιουργείται από το άρωμα του θυμιάματος σε όλο το χώρο του Ι. Ναού, σημαίνει την πλήρωση της καρδιάς μας από τη θεία ευαρέστηση, που είναι ο καρπός της αγάπης μας προς το Θεό. Στην περίπτωση αυτή κάθε πιστός μετατρέπεται σε " ευωδίαν Χριστού ".

4. Το δέ θυμιατήριον, όπου καίγονται τα κάρβουνα και τοποθετείται το θυμίαμα, συμβολίζει την κοιλίαν της Θεοτόκου, η οποία δέχθηκε στα σπλάχνα της σωματικώς την Θεότητα, που είναι " πύρ καταναλίσκον ", χωρίς να υποστή φθοράν ή αλλοίωση. Κατά τον άγιο Γερμανό, Πατριάρχη Κων/λεως " Ο θυμιατήρ υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, το πύρ την θεότητα και ο ευώδης καπνός μηνύει την ευωδία του Αγίου Πνεύματος προπορευομένην ". Και αλλού " Η γαστήρ του θυμιατηρίου νοηθείη αν ημίν η ηγιασμένη μήτρα της Θεοτόκου φέρουσα τον θείον άνθρακα Χριστόν εν ώ κατοικεί πάν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς. Διό και την οσμήν της ευωδίας αναδίδωσιν ευωδιάζον τα σύμπαντα ". Με απλά λόγια και ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός περιγράφει αυτόν τον συμβολισμόν, λέγοντας " Το θυμιατό σημαίνει την Δέσποινα, την Θεοτόκο. Όπως τα κάρβουνα είναι μέσα στο θυμιατό και δεν καίεται, έτσι και η Δέσποινα η Θεοτόκος εδέχθηκε τον Χριστόν και δεν εκάηκε, αλλά μάλιστα εφωτίσθηκε.

5. Στην Αποκάλυψη ο Ευαγγελιστής Ιωάννης γράφει για χρυσό Θυμιατήρι: «λιβανωτόν χρυσούν». Απ’ αυτό ανέβηκε ο καπνός των Θυμιαμάτων μαζί με τις προσευχές των άγιων ενώπιων του Θεού (Αποκ.8/η',35). Σε άλλο σημείο της Αποκαλύψεως (5/ε',8) ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ταυτίζει το Θυμίαμα με τις προσευχές των άγιων. Εκεί γράφει για τους εικοσιτέσσερις πρεσβυτέρους οι όποιοι προσκύνησαν το Αρνίον «έχοντες έκαστος κιθάραν και φιάλας χρυσας γεμούσας θυμιαμάτων, αι είσιν αι προσευχαί των άγίων». (Δηλαδή: έχοντας ο καθένας κιθάρα και φιάλες χρυσές γεμάτες θυμιάματα, που είναι οι προσευχές των αγίων).

Με το θυμίαμα που προσφέρουμε την ώρα της προσευχής υποβοηθείται η ανάταση της ψυχής προς τα υψηλά «άνω σχώμεν τάς καρδίας». Όπως το θυμίαμα θερμαινόμενο στον άνθρακα ανέρχεται προς τα άνω ευωδιάζοντας το περιβάλλον, έτσι και η ψυχή του πιστού με θερμή πίστη πρέπει να πτερουγίζει προς τα άνω μυροβλύζουσα, απαγγιστρωμένη από τις υλικές μέριμνες. Η βάση του θυμιατηρίου υποδεικνύει την ανθρωπότητα του Χριστού, η φωτιά την θεότητά Του και ο ευώδης καπνός μάς «πληροφορεί» την προπορευόμενη ευωδία του Αγίου Πνεύματος.

Ο Μωυσής υπακούοντας στον Θεό κατασκεύασε και τοποθέτησε στη Σκηνή του Μαρτυρίου Θυσιαστήριο του Θυμιάματος (Έξοδ. 30: 1-10). Ο τρόπος παρασκευής του Θυμιάματος διδάχθηκε από τον ίδιο τον Κύριο (Έξοδ. 30: 34-36). Η προσφορά Θυμιάματος στην Παλαιά Διαθήκη αποτελούσε εντολή του Θεού. Έπρεπε να προσφερθεί Θυμίαμα στην αρχή της ημέρας το πρωί και το βράδυ με το άναμμα των Λύχνων (Έξοδ. 30: 7-8).

Αυτή η καλή συνήθεια μεταφέρθηκε και στη χριστιανική λατρεία. Ιδιαίτερα προσφέρεται Θυμίαμα στον Εσπερινό με το ιλαρό φως της δύσεως του Ηλίου και στο ψάλσιμο του δεύτερου στίχου του 140 Ψαλμού, όπου ψάλλεται το "κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν σου". Παρακαλούμε τον Κύριο να ανεβεί η προσευχή μας προς τον θρόνο Του, όπως ανεβαίνει το ευωδιαστό Θυμίαμα προς τον ουρανό.

Το λατρευτικό αυτό μέσο δημιουργεί κατανυκτικό κλίμα προσευχής και ελκύει την αγιαστική χάρη του Θεού. Η ευλογία του Θυμιάματος κατά την τελετή της Προσκομιδής δείχνει καθαρά τη μεγάλη ωφέλεια, που προξενείται στους εκκλησιαζόμενους από την προσφορά του Θυμιάματος. Λέει χαρακτηριστικά εκεί ο ευλογών λειτουργός: "Θυμίαμά σοι προσφέρομεν, Χριστέ ο Θεός ημών, εις οσμήν ευωδίας πνευματικής· ό προσδεξάμενος εις το υπερουράνιόν σου θυσιαστήριον, αντικατάπεμψον ημίν την χάριν του παναγίου σου Πνεύματος". (Δηλαδή: Θυμίαμα σ' Εσένα προσφέρουμε, Χριστέ Ύψιστε Θεέ, ως οσμή ευωδίας πνευματικής· αυτό, αφού δέχθηκες στο υπερουράνιό Σου Θυσιαστήριο, στείλε πίσω σε μας τη χάρη του παναγίου Σου Πνεύματος). Έκπληξη προκαλεί το ότι τα ίδια λόγια περίπου χρησιμοποιεί ο λειτουργός και για την προσφορά των Τιμίων Δώρων στη Θεία Λειτουργία: " Όπως ο φιλάνθρωπος Θεός ημών, ο προσδεξάμενος αυτά εις το άγιον και υπερουράνιον και νοερόν αυτού θυσιαστήριον εις οσμήν ευωδίας πνευματικής, αντικαταπέμψη ημίν την θείαν χάριν και την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, δεηθώμεν". (Δηλαδή: Με σκοπό ο φιλάνθρωπος Θεός μας, που δέχθηκε αυτά στο άγιο και υπερουράνιο και πνευματικό Του Θυσιαστήριο ως οσμή ευωδίας πνευματικής, να στείλει πίσω σε μας τη θεία χάρη και τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος, ας παρακαλέσουμε).

Όταν ο λειτουργός θυμιάζει τους πιστούς, αυτοί πρέπει να προσκυνούν ευλαβικά προσδοκώντας την ευλογία και τη χάρη του Θεού. Όταν ο λειτουργός θυμιάζει τις εικόνες των αγίων, επιζητεί τις μεσιτικές προσευχές τους προς τον Κύριο για βοήθεια των μελών της στρατευομένης Εκκλησίας. Δυστυχώς Πολλοί χριστιανοί, όταν τους θυμιά ο Ιερεύς, παραμένουν ακίνητοι (σάν κολώνες). Και τούτο, ασφαλώς, λόγω άγνοιας. Η μικρή υπόκλιση είναι δείγμα ότι συμμετέχουμε στα τελούμενα. Εκτός από τον Ι. Ναό, είναι καλό και στο σπίτι να προσφέρεται θυμίαμα τακτικά και να συνοδεύεται πάντοτε με ολοκάρδια προσευχή.

Οι τρεις περιφερειακές αλυσίδες του Θυμιατηρίου, που κρατούν τη βάση, συμβολίζουν την Αγία Τριάδα. Η κεντρική αλυσίδα, που ανεβοκατεβάζει το κάλυμμα, συμβολίζει τον Υίο του Θεού που κατέβηκε στη γη και αναλήφθηκε στους ουρανούς, για να σώσει τον άνθρωπο. Οι δώδεκα Κωδωνίσκοι με τον ευχάριστο ήχο τους συμβολίζουν τους δώδεκα Αποστόλους, οι οποίοι κήρυξαν και διαλάλησαν παντού τη Θεότητα του Χριστού και τη λύτρωση που πρόσφερε με τη θυσία Του στον Σταυρό. Η βάση του Θυμιατηρίου, δηλαδή το κάτω ημισφαίριο, συμβολίζει τη Θεοτόκο, η οποία δέχθηκε τον Κύριο της δόξης, ο οποίος εδώ συμβολίζεται με τα αναμμένα κάρβουνα. Σύμφωνα με άλλη ερμηνεία η βάση συμβολίζει τη γη, ενώ το κάλυμμα τον ουρανό.

Ο ευώδης καπνός, όπως φαίνεται καθαρά στην Αποκάλυψη, συμβολίζει τις προσευχές των αγιασμένων πιστών και την εξαγιαστική χάρη του Άγιου Πνεύματος.

St. Paisios the Athonite: Come to your senses

St. Paisios the Athonite (source)
God is very near us, but also very high. In order for someone to have God bend to descend and remain with him, he must be humbled and repent. Then, the greatly-compassionate God, beholding his humility, lifts him up to the Heavens and loves him greatly. There is joy in heaven over the repentance of a sinner, says the Gospel.

God granted man a mind to contemplate his fault, to repent and to seek forgiveness. The unrepenting man is a hard thing. He is very senseless, because he does not wish to repent, in order to eliminate the small hell that he is experiencing, which leads him to something worse, eternity. Thus, he is barren of the heavenly joys on earth, which continue in Paradise, near God, with the much greater joys, eternal ones.

As long as man is far from God, he is outside of himself. Do you see, that the Gospel writes that the Prodigal Son "came to himself", saying: "I will go to my Father." In other words, when he came to his senses, when he repented, he said: "I will return to my Father." As long as he was living in sin, he was outside of himself, he was not in his right mind, because sin is irrational.

-Elder, Abba Alonios says: "If a man wishes, he can reach a divine measure from morning until the evening." What does he mean?
The spiritual life does not desire time. In one second, one can be found in Paradise from hell, if he repents. Man is responsible. He can become an angel, he can become a devil. My, my, my, what power repentance has! It attracts divine Grace. A humble thought that a man brings to mind can save him.

A prideful thought can come to his mind, and if he does not repent, death will find him, he is gone, he is lost. Of course, the humble thought must be followed by internal groaning, by internal contrition. Because the thought is a thought, but there is also the heart. The hymn says: "With all my soul and mind and heart...", I think, however, that the Abba here is thinking here of a more permenant state. It requires some time, in order for one to reach a good state.

I err, I repent, and I am forgiven that instant. If I have a struggling spirit, slowly I will achieve a more stable situation, but until then, I can be swayed.

-Elder, can an older person help himself spiritually?
Yes, barely, for when someone gets old, he is granted the strength to repent, because all illusions flee. Formerly, because he had bodily strength and nothing was difficult for him, he did not understand his weaknesses and he thought that he was in a good state. Now that he has difficulties and grumbles, he is helped to understand that he is not well, that he is limping, that he must repent. If he spiritually utilizes the little remaining years of his life, and if he uses his experience that shows that most of the years of his life have passed him by, [he learns that] Christ will not leave him, He will have mercy on him.

St. Paisios the Athonite, depicted together with St. Arsenios of Cappadocia and St. Euphemia the Great Martyr (source)

Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!

Αν θέλεις να βρείς τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία (Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής)

«Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.

Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.
Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».
Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις.
Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά.
Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.
Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής, τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» ...;
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία. Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.

 Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει.
Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.
Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.
Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ' όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις».

(Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής)