Thursday, October 22, 2015

Converstion with St. Paisios about his illness : cancer

–– Geronda, the final diagnosis has been made. Your tumor is cancerous and it's aggressive.
–– Bring me a handkerchief so that I may dance to the song: "I bid farewell to you, O poor world!" I have never danced in my life, but now I will dance for joy as my death approaches.
–– Geronda, the doctor said that first he wants to use radiation to shrink the tumor and then do surgery.
–– I understand! First the air force will bombard the enemy, and then the attack will begin! I'll go up then and bring you news! Some people, even the elderly, when told by the doctor, "You will die," or "You have a fifty percent chance of surviving" get very distressed. They want to live. And then what? I wonder! Now, if someone is young, well , this is justifiable, but if someone is old and is still desperately trying to hang on, well, this I just don't understand. Of course, it's quite different if someone wants to undergo therapy in order to manage pain. He's not interested in extending life; he only wants to make the pain somewhat more bearable so that he can take care of himself until he dies –– this does make sense.
–– Geronda, we are praying that God may give you an extension on your life.
–– Why? Doesn't the Psalmist say, "The days of our years are threescore years and ten?"
–– But the Psalmist adds the following, "And if by reason of strength they be foreshore years..."
–– Yes, but he adds the following, "Yet is their strength labor and sorrow," in which case it is better to have the peace of the other life.
–– Geronda, can someone, out of humility, feel spiritually unprepared for the other life and wish to live longer in order to get prepared?
–– This is a good thing, but how can he know that, even if he does live longer, he won't become spiritually worse?
–– Geronda, when can we say that a person is reconciled with death?
–– When Christ lives inside him, then death is a joy. But one must not rejoice in dying just because he has become tired of this life. When you rejoice in death, in the proper sense, death goes away to find someone who's scared! When you want to die, you don't. Whoever lives the easy life is afraid of death because he is pleased with worldly life and doesn't want to die. If people talk to him about death, he reacts with denial: "Get away from here!" However, whoever is suffering, whoever is in pain, sees death as a release and says, "What a pity, Charon has not yet come to take me... He must have been held up!"
Few are the people who welcome death. Most people have unfinished business and don't want to die. But the Good God provides for each person to die when he is fully matured. In any case, a spiritual person, whether young or old, should be happy to live and be happy to die, but should never pursue death, for this is suicide.
For a person who is dead to worldly matters and has been spiritually resurrected, there is never any agony, fear or anxiety, for he awaits death with joy because he will be with Christ and delight in His presence. But he also rejoices in being alive, again because he is united with Christ even now and experiences a portion of the joy of Paradise here on earth and wonders whether there is a higher joy in Paradise than the one he feels on earth. Such people struggle with philotimo and self-denial; and because they place death before themselves and remember it every single day, they prepare more spiritually, struggling daringly, and defeating vanity.

Reference: Elder Paisios of Mount Athos Spiritual Councils IV: Family Life, pp 274-276.

Το θαύμα της προσευχής των θλιμμένων και ταπεινών ( Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης )

«Ο Κύριος, δεν ευαρεστείται με την προσευχή των υπερηφάνων. Όταν όμως θλίβεται η ψυχή του ταπεινού ανθρώπου, ο Κύριος πάντα την εισακούει.

Ένας γέρος ασκητής, που ζούσε στις πλαγιές του όρους Άθω, είδε ότι οι προσευχές των μοναχών ανέβαιναν στους ουρανούς· και εγώ δεν εκπλήττομαι γι’ αυτό. Ο ίδιος γέροντας, όταν ήταν μικρός και έβλεπε την στεναχώρια του πατέρα του για την ανομβρία που απειλούσε να καταστρέψει την συγκομιδή, απομακρύνθηκε στο βάθος του κήπου και προσευχήθηκε:

«Κύριε, Εσύ είσαι Ελεήμων, Εσύ μας δημιούργησες, Εσύ μας τρέφεις και μας ενδύεις όλους. Βλέπεις, Κύριε, πώς στενοχωριέται ο πατέρας μου για την ανομβρία. Ρίξε τώρα βροχή στην γη!».

Και τα σύννεφα κάλυψαν τον ουρανό και κατέβηκε η βροχή και πότισε την γη.

Ένας άλλος γέροντας που ζούσε κοντά στην θάλασσα, μου διηγήθηκε το εξής:

«Ήταν μια νύχτα σκοτεινή… Ο αρσανάς, ήταν γεμάτος από ψαρόβαρκες. Ξέσπασε θύελλα και πολύ γρήγορα δυνάμωσε. Οι βάρκες, άρχισαν να χτυπούν η μία την άλλη. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τις συγκρατήσουν, αλλ’ αυτό ήταν αδύνατον μέσα στην βροχή και την θύελλα. Επικρατούσε μεγάλη σύγχυση. Οι ψαράδες, φώναζαν με όλη τους την δύναμη και ήταν φοβερό να ακούς κραυγές φοβισμένων ανθρώπων! Λυπήθηκα τον λαό του Θεού και άρχισα να προσεύχομαι με δάκρυα:

«Κύριε, κάνε την θύελλα να κοπάσει! Σταμάτησε τα κύματα! Λυπήσου τους πονεμένους ανθρώπους Σου και σώσε τους!».

Και σταμάτησε η θύελλα, γαλήνεψε η θάλασσα, και οι άνθρωποι, με ειρήνη πλέον, ευχαριστούσαν τον Θεό.

Υπήρξε εποχή που νόμιζα ότι ο Κύριος κάνει θαύματα μόνο με τις προσευχές των αγίων. Τώρα όμως έμαθα ότι ο Κύριος θα κάνει το θαύμα Του και στον αμαρτωλό, αμέσως μόλις ταπεινωθεί η ψυχή του. Γιατί, όταν ο άνθρωπος μάθει την ταπείνωση, τότε ο Κύριος εισακούει τις προσευχές του.

Πολλοί λένε, από έλλειψη πείρας, ότι «ο τάδε άγιος έκανε θαύμα», αλλά εγώ έμαθα ότι το Άγιο Πνεύμα που ζει μέσα στον άνθρωπο κάνει τα θαύματα. Ο Κύριος «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι» (Α΄ Τιμ. β΄ 4) για να μένουν αιώνια μαζί Του. Γι’ αυτό και ακούει τις προσευχές του αμαρτωλού ανθρώπου και, αυτό, ή για το όφελος των άλλων ή για αυτού του ίδιου που προσεύχεται». 

Πηγη :