Translate

Saturday, February 28, 2015

Τα μοναστήρια είναι τα οχυρά της Εκκλησίας ( Αγιος Παισιος )

«Ό μοναχός είναι φάρος πάνω στα βράχια»

- Γέροντα, ποιο είναι το έργο του μονάχου;
- Έργο του μονάχου είναι να γίνη δοχείο του Αγίου Πνεύματος. Νά κάνη την καρδιά του ευαίσθητη σάν το φύλλο του χρυσού των αγιογράφων. Όλο τό έργο τού μοναχού είναι αγάπη, όπως καί τό ξεκίνημα του γίνεται από αγάπη προς τόν Θεό, ή οποία έχει καί την αγάπη προς τόν πλησίον.
Ό μοναχός μελετάει την δυστυχία της κοινωνίας, πονάει ή καρδιά του καί προσεύχεται συνεχώς καρδιακά για τόν κόσμο.
Έτσι ελεεί τόν κόσμο με την προσευχή. Υπάρχουν μοναχοί πού βοηθούν τους ανθρώπους περισσότερο από όσο θά τους βοηθούσε όλος ό κόσμος μαζί.
Ένας κοσμικός λ.χ. προσφέρει δύο πορτοκάλλια ή ένα κιλό ρύζι σε κάποιον φτωχό, πολλές φορές μόνο για νά τόν δουν οί άλλοι, καί κατακρίνει μάλιστα, γιατί οι άλλοι δέν έδωσαν. Ό μοναχός όμως βοηθάει με τόννους σιωπηλά μέ την προσευχή του.
Ό μοναχός δεν βάζει δικά του σχέδια και προγράμματα κοσμικά γιά ιεραποστολές, άλλα προχωρεί χωρίς κανένα δικό του σχέδιο και ό Καλός Θεός τόν περνάει στο σχέδιο το δικό Του, το θεϊκό, καί, αν χρειασθή γιά ιεραποστολή, τόν στέλνει ό Θεός μέ θείο τρόπο.

Δεν ζητάει ό Θεός από τους μοναχούς νά βγουν στον κόσμο, γιά νά κρατούν τους ανθρώπους νά περπατούν, αλλά ζητάει νά τους δώσουν τό φως μέ το βίωμά τους, γιά νά οδηγηθούν στην αιώνια ζωή. Ό μοναχός δηλαδή δεν έχει ώς αποστολή νά βοηθήση τόν κόσμο μέ τό νά βρίσκεται μέσα στον κόσμο.
Φεύγει μακριά άπό τόν κόσμο, όχι γιατί μισεί τόν κόσμο, αλλά γιατί αγαπάει τόν κόσμο, καί ζώντας μακριά άπό τόν κόσμο, θά τόν βοηθήση μέ τήν προσευχή του σέ ο,τι δεν γίνεται ανθρωπίνως παρά μόνο μέ θεϊκή επέμβαση. Γι' αυτό ό μοναχός πρέπει νά βρίσκεται σέ διαρκή επικοινωνία μέ τόν Θεό, νά παίρνη σήματα καί νά δείχνη στους ανθρώπους τόν δρόμο προς τόν Θεό.
Δέν μπορούσα νά καταλάβω πώς δικαιολογούν μερικά πράγματα οι Ρωμαιοκαθολικοί. Μού λύθηκε ή απορία πριν άπό λίγο καιρό, όταν πέρασαν άπό τό Καλύβι δύο Ρωμαιοκαθολικοί αρχιτέκτονες άπό τήν Ρώμη.
Είχαν άγνοια αλλά καλή διάθεση. «Τί κάνουν οί μοναχοί, μού λένε, καί κάθονται εδώ; Γιατί δέν πηγαίνουν στον κόσμο νά κάνουν κοινωνικό έργο;». «Οί φάροι, τους λέω, δέν πρέπει νά είναι πάντοτε πάνω στά βράχια; Τί, πρέπει νά πάνε στις πόλεις νά προστεθούν στά φανάρια; Άλλη αποστολή έχουν οί φάροι, άλλη τά φανάρια».
Ό μοναχός δέν είναι φαναράκι, γιά νά τοποθετηθή στην πόλη σέ μιά άκρη τού δρόμου καί νά φωτίζη τους διαβάτες, νά μή σκοντάφτουν.. Είναι φάρος απομακρυσμένος, στημένος ψηλά στά βράχια, πού μέ τις αναλαμπές του φωτίζει τά πελάγη καί τους ωκεανούς, γιά νά κατευθύνωνται τά καράβια καί νά φθάνουν στον προορισμό τους, στον Θεό.


«Τό αθόρυβο κήρυγμα τον μοναχού »



Θα κάνω προσευχή εσείς οι τρεις δόκιμες να μή μεγαλώσετε, να μείνετε έτσι, με αυτά τά μπλε μαντήλια, σ' αυτό τό ύψος, σ' αυτήν τήν ηλικία! Ξέρετε πώς βοηθιούνται αθόρυβα οι άνθρωποι, όταν σας βλέπουν;
Γιατί σήμερα στον κόσμο δεν βρίσκουν εύκολα μιά σωστή κοπέλα. Οι περισσότερες είναι αγριεμένες, μέ τά τσιγάρα στο χέρι, κάνουν κάτι μορφασμούς... Και βλέπουν εδώ νέες αφιερωμένες, νά ψέλνουν, νά χαίρωνται... Σου λέει: «Τί γίνεται εδώ; κάτι συμβαίνει. Νά πούμε ότι είναι χαζές; δεν είναι. Νά πούμε ότι τους λείπει κάτι; δεν τους λείπει. Φαίνεται, κάτι ανώτερο υπάρχει». Πράγματι, ξέρετε πόσο βοηθάει αυτό;
Όταν πηγαίνουν κοσμικοί σε ένα μοναστήρι καί βλέπουν σωστούς μοναχούς, τότε καί άπιστοι νά είναι, αν έχουν καλή διάθεση, γίνονται πιστοί.
Πολλοί άθεοι επιστήμονες πού ήρθαν μόνο γιά μιά επίσκεψη στο Άγιον Όρος, άλλαξαν ζωή. Προβληματίζονται μέ τήν καλή έννοια και βοηθιούνται.
Βλέπουν νέους ανθρώπους, χαρούμενους, πού είχαν όλες τις προϋποθέσεις νά αναδειχθούν στον κόσμο, νά αφήνουν πλούτη, θέσεις κ.λπ., καί νά ζουν ασκητικά, μέ προσευχή καί αγρυπνία, καί λένε: «Τί γίνεται; αν όντως ύπάρχη Θεός, αν ύπάρχη άλλη ζωή, αν ύπάρχη κόλαση, εγώ τί κάνω;». Έτσι φρενάρουν τήν αμαρτωλή ζωή τους ή καί τήν διορθώνουν.
Ξέρω μιά περίπτωση· μιά κοπέλα είκοσι χρονών έκανε απόπειρα αυτοκτονίας, έκοψε τις φλέβες της, άλλα τήν πρόλαβαν. Βρέθηκε μετά ένας μοναχός, τήν πήρε καί τήν πήγε σε ένα γυναικείο μοναστήρι. Ήταν ή καημένη αγριεμένη. Όταν όμως είδε έκεϊ τις μοναχές, συνήλθε. «Βλέπω άλλον κόσμο εδώ, είπε. Μπορώ νά μείνω;».
Αυτό είναι τό αθόρυβο κήρυγμα τοϋ μοναχού. Πολλοί κηρύττουν, λίγοι εμπνέουν εμπιστοσύνη, γιατί ή ζωή τους δεν ανταποκρίνεται στά λόγια τους.
Ό μοναχός δεν κάνει κηρύγματα δυνατά νά τον ακούσουν οι άλλοι, άλλα κηρύττει σιωπηλά μέ την ζωή του τον Χριστό και βοηθάει μέ την προσευχή του. Ζή τό Ευαγγέλιο και ή Χάρις του Θεού τον προδίδει. Έτσι κηρύττεται τό Ευαγγέλιο κατά τον θετικώτερο τρόπο, πράγμα πού διψάει ό κόσμος, ιδίως ό σημερινός. Και όταν μιλάη ό μοναχός, δεν λέει απλώς μιά σκέψη· λέει μιά εμπειρία. Άλλα καί μιά σκέψη νά πή, και αύτη είναι φωτισμένη.


- Γέροντα, μερικοί λένε ότι οι νέοι ή οι νέες πηγαίνουν στο μοναστήρι άλλοτε άπό απογοήτευση καί άλλοτε επειδή έχουν κάποια αναπηρία ή επειδή είναι ελαφροί στο μυαλό.


- Οι άνθρωποι αυτοί είχαν φαίνεται ένα ή δύο τέτοια περιστατικά κατά νου καί αδικούν στην συνέχεια ή άπό κακότητα ή άπό ζήλεια τό 90% των μοναχών. Έάν όμως εξετάσουν τά πράγματα καί δουν ότι δεν είναι έτσι, τότε λένε ότι εδώ υπάρχει κάτι ανώτερο, υπάρχει Θεός.
Γι' αυτό ό μοναχός πρέπει νά είναι πάντοτε τό καλό παράδειγμα γιά τον κόσμο - «ούτω λαμψάτω τό φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων».
Ό σωστός μοναχός είναι τό φώς του κόσμου. Τί λέει ό Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος; «Οί Άγγελοι είναι φώς γιά τους μοναχούς καί οί μοναχοί είναι φώς γιά τους κοσμικούς». Ό μοναχός, όταν διαφέρη άπό τους κοσμικούς, τότε βοηθάει θετικά.
Γιατί αυτό πού βοηθάει τους κοσμικούς πού ταλαιπωρούνται γιά μάταια πράγματα είναι ή αγιότητα, ή οποία μέ τήν απλότητα της τους διδάσκει νά συλλάβουν τό βαθύτερο νόημα της ζωής, γιά νά τους φύγη τό πλάκωμα από τήν καρδιά.


γ. Παϊσίου Αγιορείτου, από το βιβλίο Λόγοι Β΄ - Πνευματική αφύπνιση.

Η Παναγία είναι η ελπίδα των απελπισμένων



Η Παναγία είναι η ελπίδα των απελπισμένων, η χαρά των πικραμένων, το ραβδί των τυφλών, η άγκυρα των θαλασσοδαρμένων, η μάνα των ορφανεμένων.

Η θρησκεία του Χριστού είναι πονεμένη θρησκεία, ο ίδιος ο Χριστός καρφώθηκε απάνω στο ξύλο: κ' η μητέρα του η Παναγία πέρασε κάθε λύπη σε τούτον τον κόσμο.

Γι' αυτό καταφεύγουμε σε Κεiνη που την είπανε οι πατεράδες μας: «Καταφυγή», «Σκέπη του κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγορούσα»,«Οξεία αντίληψη»,«Ελεούσα», «Οδηγήτρια», «Παρηγορίτισσα» και χίλια άλλα ονόματα, που δεν βγήκανε έτσι απλά από τα στόματα, αλλά από τις καρδιές που πιστεύανε και που πονούσανε.

Μονάχα στην Ελλάδα προσκυνιέται η Παναγία με τον πρεπούμενο τρόπο ήγουν με δάκρυα με πόνο και με ταπεινή αγάπη. Γιατί η Ελλάδα είναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος, βασανισμένος από κάθε λογής βάσανο.

Κι' από τούτη την αιτία το έθνος μας στα σκληρά τα χρόνια βρίσκει παρηγοριά και στήριγμα στα αγιασμένα μυστήρια της ορθόδοξης θρησκείας μας, και παραπάνω από όλα στο Σταυρωμένο το Χριστό και στη χαροκαμένη μητέρα του, που πέρασε την καρδιά της σπαθί δίκοπο.

Σε άλλες χώρες τραγουδάνε την Παναγία με τραγούδια κοσμικά, σαν νάναι καμιά φιληνάδα τους, μα εμείς την υμνολογούμε με κατάνυξη βαθειά, θαρρετά μα με συστολή, με αγάπη μα και με σέβας,σαν μητέρα μας μα και σαν μητέρα του Θεού μας.

Ανοίγουμε την καρδιά μας να τη δει τι έχει μέσα και να μας συμπονέσει. Η Παναγία είναι η πικραμένη χαρά της Ορθοδοξίας, «το χαροποιόν πένθος», «η χαρμολύπη» μας, «ο ποταμός ο γλυκερός του ελέους», «ο χρυσοπλοκώτατος πύργος και η δωδεκάτειχος πόλις». 





http://www.defencenet.gr

Friday, February 27, 2015

The First Sunday of Lent: The Sunday of Orthodoxy


Introduction

The Sunday of Orthodoxy is the first Sunday of Great Lent. The dominant theme of this Sunday since 843 has been that of the victory of the icons. In that year the iconoclastic controversy, which had raged on and off since 726, was finally laid to rest, and icons and their veneration were restored on the first Sunday in Lent. Ever since, this Sunday has been commemorated as the "Triumph of Orthodoxy."

Historical Background


The Seventh Ecumenical Council dealt predominantly with the controversy regarding icons and their place in Orthodox worship. It was convened in Nicaea in 787 by Empress Irene at the request of Tarasios, Patriarch of Constantinople. The Council was attended by 367 bishops.

Almost a century before this, the iconoclastic controversy had once more shaken the foundations of both Church and State in the Byzantine empire. Excessive religious respect and the ascribed miracles to icons by some members of society, approached the point of worship (due only to God) and idolatry. This instigated excesses at the other extreme by which icons were completely taken out of the liturgical life of the Church by the Iconoclasts. The Iconophiles, on the other-hand, believed that icons served to preserve the doctrinal teachings of the Church; they considered icons to be man's dynamic way of expressing the divine through art and beauty.

The Council decided on a doctrine by which icons should be venerated but not worshipped. In answering the Empress' invitation to the Council, Pope Hadrian replied with a letter in which he also held the position of extending veneration to icons but not worship, the last befitting only God.

The decree of the Council for restoring icons to churches added an important clause which still stands at the foundation of the rationale for using and venerating icons in the Orthodox Church to this very day: "We define that the holy icons, whether in colour, mosaic, or some other material, should be exhibited in the holy churches of God, on the sacred vessels and liturgical vestments, on the walls, furnishings, and in houses and along the roads, namely the icons of our Lord God and Saviour Jesus Christ, that of our Lady the Theotokos, those of the venerable angels and those of all saintly people. Whenever these representations are contemplated, they will cause those who look at them to commemorate and love their prototype. We define also that they should be kissed and that they are an object of veneration and honour (timitiki proskynisis), but not of real worship (latreia), which is reserved for Him Who is the subject of our faith and is proper for the divine nature. The veneration accorded to an icon is in effect transmitted to the prototype; he who venerates the icon, venerated in it the reality for which it stands".

An Endemousa (Regional) Synod was called in Constantinople in 843. Under Empress Theodora. The veneration of icons was solemnly proclaimed at the Hagia Sophia Cathedral. The Empress, her son Michael III, Patriarch Methodios, and monks and clergy came in procession and restored the icons in their rightful place. The day was called "Triumph of Orthodoxy." Since that time, this event is commemorated yearly with a special service on the first Sunday of Lent, the "Sunday of Orthodoxy".

Orthodox teaching about icons, as defined at the Seventh Ecumenical Council of 787, is embodied in the texts sung on this Sunday.

From Vespers: “Inspired by your Spirit, Lord, the prophets foretold your birth as a child incarnate of the Virgin. Nothing can contain or hold you; before the morning star you shone forth eternally from the spiritual womb of the Father. Yet you were to become like us and be seen by those on earth. At the prayers of those your prophets in your mercy reckon us fit to see your light, "for we praise your resurrection, holy and beyond speech. Infinite, Lord, as divine, in the last times you willed to become incarnate and so finite; for when you took on flesh you made all its properties your own. So we depict the form of your outward appearance and pay it relative respect, and so are moved to love you; and through it we receive the grace of healing, following the divine traditions of the apostles.”

“The grace of truth has shone out, the things once foreshadowed now are revealed in perfection. See, the Church is decked with the embodied image of Christ, as with beauty not of this world, fulfilling the tent of witness, holding fast the Orthodox faith. For if we cling to the icon of him whom we worship, we shall not go astray. May those who do not so believe be covered with shame. For the image of him who became human is our glory: we venerate it, but do not worship it as God. Kissing it, we who believe cry out: O God, save your people, and bless your heritage.”

“We have moved forward from unbelief to true faith, and have been enlightened by the light of knowledge. Let us then clap our hands like the psalmist, and offer praise and thanksgiving to God. And let us honor and venerate the holy icons of Christ, of his most pure Mother, and of all the saints, depicted on walls, panels and sacred vessels, setting aside the unbelievers' ungodly teaching. For the veneration given to the icon passes over, as Basil says, to its prototype. At the intercession of your spotless Mother, O Christ, and of all the saints, we pray you to grant us your great mercy. We venerate your icon, good Lord, asking forgiveness of our sins, O Christ our God. For you freely willed in the flesh to ascend the cross, to rescue from slavery to the enemy those whom you had formed. So we cry to you with thanksgiving: You have filled all things with joy, our Savior, by coming to save the world.”

The name of this Sunday reflects the great significance which icons possess for the Orthodox Church. They are not optional devotional extras, but an integral part of Orthodox faith and devotion. They are held to be a necessary consequence of Christian faith in the incarnation of the Word of God, the Second Person of the Trinity, in Jesus Christ. They have a sacramental character, making present to the believer the person or event depicted on them. So the interior of Orthodox churches is often covered with icons painted on walls and domed roofs, and there is always an icon screen, or iconostasis, separating the sanctuary from the nave, often with several rows of icons. No Orthodox home is complete without an icon corner (iconostasion), where the family prays.

Icons are venerated by burning lamps and candles in front of them, by the use of incense and by kissing. But there is a clear doctrinal distinction between the veneration paid to icons and the worship due to God. The former is not only relative, it is in fact paid to the person represented by the icon. This distinction safeguards the veneration of icons from any charge of idolatry.

The theme of the victory of the icons, by its emphasis on the incarnation, points us to the basic Christian truth that the one whose death and resurrection we celebrate at Easter was none other than the Word of God who became human in Jesus Christ.

Before the Triumph of Orthodoxy came to be celebrated on the first Sunday of Lent, there was on this day a commemoration of Moses, Aaron, Samuel and the prophets. Traces of this more ancient observance can still be seen in the choice of the Epistle reading at the Liturgy and in the Alleluia verse appointed before the Gospel: “Moses and Aaron among His priests, and Samuel among them that call upon His Name.”

icon of the Feast

The icon of the Sunday of Orthodoxy commemorates the “restoration” of icons in the churches and to their use in Orthodox worship. The focal point of the icon is an icon itself, the Virgin Hodegetria, a popular depiction of the Theotokos as “Directress,” or literally “She who shows the way to God.” The icon is carried by two angels. (1)



The icon of the Virgin Hodegetria, depicting the Theotokos as the "Directress", is processed amongst the people and held on high by two angels.


To the left of the icon is the Empress Theodora and her son Michael III. (2) To the right of the icon are the Patriarchs Methodios and Tarasios. (3) The icon is surrounded by numerous saints who struggled against the Iconoclastic heresy.




Emperess Theodora, who proclaimed the veneration of icons, is depicted to the right of the icon.

Theodora's son Michael III. 

To the left of the icon are Patriarch Methodios (left), Bishop Michael of Synnadon (center), and Patriarch Tarasios.


The icon also represents the triumphant procession that was made on Sunday, March 11, 843, from the Church of the Theotokos in Blachernai to Hagia Sophia, where a Liturgy was celebrated to mark the restoration of icons.

orthodox christian commemoration of the sunday of Orthodoxy

The Sunday of Orthodoxy is commemorated with the Divine Liturgy of Saint Basil the Great, which is preceded by the Matins service. A Great Vespers is conducted on Saturday evening. The hymns of the Triodion for this day are added to the usual prayers and hymns of the weekly commemoration of the Resurrection of Christ.

Scripture readings for the Sunday of Orthodoxy are: At the Orthros (Matins): The prescribed weekly Gospel reading. At the Divine Liturgy: Hebrews 11:24-26,32-40; John 1:43-51.

At the conclusion of the Divine Liturgy, a service is conducted in commemoration of the affirmations of the Seventh Ecumenical Council in 787 and the restoration of the use of icons in 843. Orthodox faithful carry icons in a procession, while the clergy offer petitions for the people, civil authorities, and those who have reposed in the faith. Following is a reading of excerpts from the Affirmation of Faith of the Seventh Ecumenical Council and the singing of the Great Prokeimenon.

It is becoming a common practice that the Procession of the Icons is conducted as part of a Pan-Orthodox Vespers service on the evening of the Sunday of Orthodoxy. This is a service when Orthodox Christians of the various jurisdictions in America come together for worship and in a united affirmation of the Truth of the Orthodox Faith.

On the Saturday before this Sunday, the third of three Saturdays of the Souls are held. This is a special commemoration when the Church offers a Divine Liturgy and Memorial Service for the departed faithful. This is considered a universal commemoration of the dead. Through the memorial services, the Church is commending to God all who have departed and who are now awaiting the Last Judgment.

This specific Saturday is a special commemoration of the Great Martyr Theodore of Tyre and the miracle of the kolyva. In 361, Julian the Apostate was doing his utmost to restore pagan customs. Knowing that the Christians were accustomed to sanctify the first week of Lent by fasting and prayer, the wily tyrant told the Prefect of Constantinople to have all of the food set out for sale in the markets sprinkled with the blood of animals sacrificed to the gods, so that no one in the city would escape the contagion of idolatry. However, the Lord did not abandon His chosen people, but sent His servant Theodore to outwit the tyrant. Appearing in a vision to Patriarch Eudoxius (360-364), the holy Martyr informed him of what was happening and told him to instruct the Christians not to buy food from the markets but instead to eat kolyva made from grains of boiled wheat. Thus, thanks to the intervention of the holy Martyr Theodore, the Christian people were preserved from the stain of idolatry. The Church has commemorated this miracle ever since on the first Saturday of Great Lent, in order to remind the faithful that fasting and temperance have the power to cleanse all the stains of sin.

Hymns of the Feast

Apolytikion (Tone Two) O Christ our God, begging forgiveness of our sins, we venerate your pure image O Good One. Of Your own will You condescended to ascend upon the Cross in the flesh and delivered those you created from the bondage of the enemy. Wherefore, thankfully we cry out: When You came to save the world You filled all things with joy, O our Savior..

Kontakion (Plagal Fourth Tone) The undepictable Word of the Father became depictable when He took flesh of you, O Theotokos; and when He had restored the defiled image to its ancient state, He suffused it with divine beauty. As for us, confessing our salvation, we record it in deed and word.

- See more at: http://lent.goarch.org/sunday_of_orthodoxy/learn/#sthash.xUmtMq0N.dpuf

Love of Christ and Prayer ( St. Porphyrios )


 

 I said to the elder, "They are constantly saying prayers at the monastery. They are always saying the Jesus prayer. While at their various chores they recite supplications and salutations. They do this for whole hours at a time. After this they go to the Church for services.



"I cant stand it any more. My mind has become tired. I feel that I am about to burst. But Never the less I want to become a monk. What will I do? Help me."
The Elder said,


A young girl used to come here and confess her sins. She was in her second grade of Junior High School. She told me once, 'Father, I have fallen in love with a boy and I can't get him out of my mind. My mind is constantly on him, on Nick. One would think that Nick is here, (she pointed with her finger to her forehead). I begin to read and Hick is here. I go to eat and to sleep but nothing changes. Nick is here. What can I do father?'"



"My child," I told her, "you are still young. Be patient, finish school and then Nick will still be here. Now you must put effort into your lessons. A week passed and she came again."
"Dear Father, It's impossible for me to concentrate on my lessons. Constantly all day long my mind and my heart are on Nick. Nick has become an obsession with me and it won't go away."
(As he was saying these things, I was thinking, "What connection do these things have with me? Maybe he is telling me these things to give me a respite from my obsession.")



The elder continued, (while reading my thoughts) "you are now saying, why is he telling me these things?"
"But nevertheless, tell me, please."
"Did this girl sit on a stool? Did she force herself to focus her mind on Nick? No.
"This happened spontaneously. This was unforced love.



"This same happens with us. When we love Christ with divine love, without any coercion, pressure of worry, with love we will proclaim His holy name, 'Lord Jesus Christ.'
"And when the heart is flooded by this divine love, it does not require us to verbalize the whole prayer, 'Lord Jesus Christ, have mercy on me.'
Before he finishes the prayer the heart stops at that point of love and rejoicing.
Other times he proclaims only the "Lord..." and stops. He proclaims this mystically and without speaking."



In saying these things he gave me an answer to my first question that was not expressed verbally. I had only thought it without verbalizing it.
I was flabbergasted. I was totally amazed at his responses. A divine flame enveloped my inner being and I felt the desire to begin proclaiming within my heart the ineffable love I had for the name of our Christ.



From the Divine Flame: Elder Porphyrios Lit my Heart, by the monk Agapios, pp 25-26, Published by the Holy Convent of the Transfiguration of the savior, Athens 2005. 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2012/10/love-of-christ-and-prayer.html

Η «γεροντισσούλα» Ευγενία


 

 Η αγιασμένη αυτή Γερόντισσα καταγόταν από την νήσο Κάλυμνο και μάλιστα από το χωριό Άργος όπου βρισκόταν το Κάθισμα των Αγίων Αποστόλων, Μετόχι της Μονής του Θεολόγου Πάτμου.
Σε νεαρότατη ηλικία, αναχώρησε για το ιδιόρρυθμο Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής, στην Πάτμο. Εκεί, εγκαταβίωσε σε ένα λιτότατο κελλί και επιδόθηκε σε μεγάλους ασκητικούς αγώνες και, προπαντός, στη διακονία των εμπερίστατων συνανθρώπων της που κατέφευγαν στο Μοναστήρι.

Έκανε εργόχειρα στον αργαλειό (υφαντά, σεντόνια, χράμια κ.τ.λ.). Από τα χρήματα που κέρδιζε κρατούσε πολύ λίγα για τις ανάγκες της και τα υπόλοιπα τα μοίραζε σε πτωχές οικογένειες. Επίσης, ήταν χειροπράκτης άριστη. Θεράπευε με την προσευχή και την τέχνη της τα σπασίματα, τα διαστρέμματα κ.τ.λ. και έκανε φυσιοθεραπείες εντελώς δωρεάν. «Διάβαζε» τον καιρό και έτσι πολλές φορές γλύτωνε την περιουσία των πτωχών αγροτών από τις θεομηνίες. Μα, πάνω απ’ όλα, διακρίθηκε για την ασκητική της αγάπης που εφάρμοζε.

Στο κελλί της φιλοξενούσε για πολλά χρόνια μια κοπέλα πού ’χε χάσει τα λογικά της από ερωτική απογοήτευση. Η νέα αυτή –που ονομαζόταν Ειρήνη– ήταν πολύ όμορφη και είχε αρραβωνιαστεί κάποιον που την εγκατέλειψε για κάποια φίλη της. Η νέα, μη έχοντας κανένα πνευματικό στήριγμα, έπεσε σε μελαγχολία και έχασε τα λογικά της.

Αυτός ο νευρικός κλονισμός την έκανε επιθετική και απότομη. Έτσι οι δικοί της την έφεραν στο Μοναστήρι της Ζωοδόχου Πηγής με την ελπίδα να θεραπευτεί. Την ανέλαβε λοιπόν η φιλάνθρωπος και υπομονετική αδελφή Ευγενία, η οποία, την αγκάλιασε και της προσέφερε την αγάπη της, χωρίς φειδώ.
Εκτός από την παρουσία της, η μακαρία Γερόντισσα Ευγενία, έπρεπε να αντιμετωπίσει και τα νεύρα της Ειρήνης. Διότι πολλές φορές η νέα την χτυπούσε ή έκανε φασαρίες. Κάποτε-κάποτε, άδειαζε κατάχαμα και το δοχείο της νυκτός.
Η Γερόντισσα Ευγενία, με πολλή προσευχή και αγόγγυστα δεχόταν τα πάντα για να οικονομήσει την άτυχη νέα. Πολλές φορές την χαμογελούσε, την χάιδευε και της τραγουδούσε το αγαπημένο της τραγουδάκι, που το έλεγε όλη η Πάτμος, υμνώντας την ομορφιά της Ειρήνης, προτού σαλέψουν τα λογικά της βέβαια.
Της έλεγε: «Έλα-έλα Ρηνάκι μου, να σου πω το τραγουδάκι σου:

Παλληκάρια ἀρματωθείτε,
στοῦ Κονόμου νὰ σταθῆτε,
νὰ περάσῃ τὸ τραντόρι,
τοῦ Κατίγκου ἡ πρωτοκόρη!». Τόσο ανεξάντλητη ήταν η αγάπη της Γερόντισσας Ευγενίας!

Στην άσκηση της αγάπης και τη φιλανθρωπία η Γερόντισσα Ευγενία ήταν ποταμός ακένωτος. Όλοι θυμούνταν την ελεημοσύνη και την καλωσύνη της. Γι’ αυτό και όλοι τής εύχονταν: «Να αγιάσουν τα χέρια σου, Γεροντισσούλα μου!».

Εκοιμήθη σε ηλικία 90 περίπου ετών, στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Και, όντως, αγίασαν τα χέρια της! Κατά την εκταφή της, που έγινε από τον ιερομόναχο Πρόχορο, ενώ το σώμα της βρέθηκε λιωμένο, εντούτοις τα ελεήμονα χέρια της ήταν άφθαρτα και ευωδιάζοντα! Και έτσι διατηρούνται μέχρι σήμερα στο Ιερό Κάθισμα των Αγίων Αποστόλων στα Λουκάκια…


Ιερομονάχου Δημητρίου Καββαδία:«Μοναζουσών Σύναξις(Θαυμαστόν Γυναικείον Γεροντικόν
του εικοστού αιώνος)»,μέρος α΄, κεφ. 33ο, σελ. 305–306,
Εκδοτική Παραγωγή «Επτάλοφος»,Αθήνα,.


ΠΗΓΗ

Thursday, February 26, 2015

The essence of prayer is the raising of the heart and mind to God ( Saint Theophan the Recluse )

The true path to union with God is one that involves the continual remembrance and God and always acting on the guidance of our conscience. It is only in this way that we can do as we pray in the Lord's Prayer, "Thy will be done on earth as it is in Heaven." One of the most fundamental practices to make this a reality in ones life is prayer. Saint Theophan says prayer is "a spiritual barometer for self-observation." In prayer we find out how "high or low our spirit has gone." A sound prayer life involves regular morning and evening prayers. This is supplemented with the ongoing repetition in our minds of the Jesus Prayer so that we attain continual remembrance of God through unceasing prayer.


Saint Theophan offers us some advice about prayer.
He says,

The essence of prayer is the raising of the heart and mind to God...You must train yourself in remembrance of God, and the means for doing this... is short prayer, in which you continually repeat the thought, "Lord have mercy!" "Lord, Jesus Christ, Son of God, have mercy on me a sinner!"In addition we need to train ourselves to focus on pray and not to let our minds wander. Saint Theophan address this as follows:

Make this your rule: always be with the Lord in mind and heart; never allow the thoughts to wander, but when they do, call them back again and force them to stay at home in the house of the heart and speak with the most sweet Lord. Once you have made this rule, you must force yourself to carry it out faithfully.My own spiritual father gave me this simple advice when I discussed this common problem with him, "Just decide to reject them! When you do, they will stop." Prayer involves giving your full attention to God alone.


From my personal experience, the practice of the Jesus Prayer in conjunction with controlling the thoughts is the essence of a fundamental spiritual practice that will lead you continually closer to God. Everything will follow with ease once you have engaged in a regular practice of the Jesus Prayer. Once the mind has been conditioned to remember the prayer in all situation, then God will be in your presence and there is time for you to listen to your conscience and to act with wisdom instead of passion.

Ο Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης για την υπομονή

Αχ, τι να σας πω τώρα. Να σας πω και αυτό, καίτοι αυτό είναι ένα απόρρητο της ζωής μου, αλλά για την αγάπη σας, να πούμε, γιατί κι εσείς ανηψάκια μου είσαστε, θα σας το πω.
Το έκζεμα το οποίο έχω, αυτήν την πληγή που έχω στο ποδάρι, τό 'χω από δεκαπέντε χρονών. Δοκίμασα διάφορα φάρμακα, τίποτε. Τώρα που πέρασε η ηλικία, τότες περισσότερο επιδεινώθη το πράγμα. Καθήμενος στο κρεβάτι, το ονομάζω το "κρεβάτι του πόνου" εγώ. Διότι να καθίσω όπως καθόσαστε εσείς, δεν μπορώ. Θα καθίσω λίγο, δεν μπορώ, κατεβαίνουν τα αίματα και πονάει περισσότερο η πληγή, ενώ έτσι, τρόπον τινά, αν βάλεις κι ένα μαξιλάρι και σηκώσεις λιγάκι το ποδάρι πιο ψηλά, κατεβαίνουν κάτω τα αίματα και ελαφρώνεται ο πόνος. Ε, τη νύχτα προσπαθώ έτσι να ελαφρώσω τον πόνο.
Αλλά καθήμενος εδώ μου δημιουργήθηκε και κύστη κόκκυγος. Όταν το σκέπτεσθε αυτό, είναι το πλέον φρικωδέστερο, να πούμε. Διότι είναι... πολύ πόνο! Πώς να καθίσεις , βρε παιδί μου; Πώς να καθίσεις; Στο κρεβάτι κάθεσαι, Θα καθίσεις λίγο έτσι, θα καθίσεις λιγάκι δεξιά, λιγάκι αριστερά. Υπομονή· γυρίζεις δεξιά. Δεξιά ο γλουτός εκεί σε πονάει, μετά από μισή ώρα σε πονάει, σε τσούζει, σε προειδοποιεί ότι θ' ανοίξει πληγή. Γυρίζεις αριστερά. Πάλι μισή ώρα που κάθεσαι αριστερά, πάλι σε τσούζει, σε πονάει, σε ειδοποιεί ότι θ' ανοίξει πληγή. Μα εδώ θ' ανοίξει πληγή, δεξιά θ' ανοίξει πληγή, αριστερά θ' ανοίξει πληγή, έτσι ανάσκελα που κάθεσαι πάλι πληγή προμηνύει· ε, τότες εγώ πώς να καθίσω; Δοκίμασα να καθίσω μπρούμυτα, μα μπρούμητα μπορείς να καθήσεις;
Υπομονή, υπομονή, υπομονή, υπομονή, εωσότου μια φορά δεν άντεξα κι έπεσα σε απόγνωση! Μόνο που το σκέπτεσαι, η απόγνωση είναι φρίκη, είναι γεύση κολάσεως, γεύση γεένης, να πούμε. Σαν να έχω τώρα τούτα εδώ, πώς να περπατήσω, να πηδήξω να βγω απ' έξω, πώς να το κάνω να φύγω, πώς να βγω; Με κράτησε έξι έως εφτά λεπτά.
Μέσα στον πόνο, μέσα στην απόγνωση, μέσα στην απελπισία που βρισκόμουνα, στη συνοδεία μου δεν έλεγα τίποτες. Μια λεπτή φωνή άκουσα, σαν αύρα λεπτή, να πούμε, ότι: «Έτσι σε θέλει ο Θεός». Με αυτό έτσι σαν να πήρα μια βαθιά αναπνοή· ε, νάναι ευλογημένο, αφού με θέλει ο Θεός, νά 'ναι ευλογημένο· μα δώσ' μου και υπομονή, γιατί δεν αντέχω εγώ τώρα.
Τι να κάνω, να βγω έξω να κάνω εγχείρηση; Όλοι σου λένε, εγχείρηση να κάνεις, εγχείρηση να κάνεις. Πώς να βγω όμως; Εδώ θα μπω στο αυτοκίνητο, θα πάω, αλλά και στο αυτοκίνητο δεν σε τραντάζει; Σηκώνομαι απελπισμένος έτσι και πηγαίνω στο καντηλάκι της Παναγίας, και το καντηλάκι της Παναγίας κι αυτό θαυματουργό είναι· πήρα λίγο βαμβάκι κι έρχομαι στο δωμάτιο, αλοίβω το μέρος που είναι η κύστη κόκκυγος και δεξιά και αριστερά τους γλουτούς την πρώτη μέρα. Τη δεύτερη μέρα πάλι, την τρίτη μέρα άφαντα γινήκαν όλα. Εθαυματούργησε η Παναγία! Τώρα κάθομαι ώρες ολόκληρες, δεν με πονάει ούτε γλουτός ούτε κύστη κόκκυγος.
Και είναι σαν μια βεβαίωση, να πούμε, αυτά τα βιβλία του Γέροντος Ιωσήφ που λεν -και το πρώτο και το δικό σας και του Φιλοθεΐτη- υπομονή στας θλίψεις. Υπομονή. Σ' όλο το βιβλίο αναπτύσσεται, να πούμε, το ρητό «υπομονή στας θλίψεις». Και το παίρνει ο Γέροντάς σας και ο άλλος ο Ηγούμενος και το αναπτύσσει σε διάφορες λεπτομέρειες.
Ναι, αλλά η Σκέπη της Παναγίας πάντα υπάρχει, αλλά δεν τη βλέπουμε. Τότες τη βλέπουμε, όταν πρόκειται να πέσουμε μέσα στο χάος, στην άβυσσο. Όταν πρόκειται να πέσουμε, τότες βλέπουμε τη Σκέπη της Παναγίας που μας απαλλάσσει από το να πέσουμε σ' αυτήν την καταβόθρα, να πούμε.
Και όχι μόνο αυτό, αλλά το κυριότερο όταν εσταμάτησε, την τρίτη μέρα που έφυγαν οι πόνοι όλοι, μια χαρά κυκλοφόρησε μέσα μου, σαν μια πληροφορία ότι ο Θεός από την πολλή Του αγάπη, την άμετρο αγάπη Του, την φανέρωσε στο να μου δώσει την πληγή κάτω στο ποδάρι. Και δεν χόρταινα να ευχαριστώ, να δοξάζω, να υμνολογώ, να ευγνωμονώ τον Θεό που μού 'δωσε την πληγή. Ως δείγμα της αγάπης Του μου 'δωσε την πληγή αυτή στο ποδάρι. Δεν χόρταινα, μέρα-νύχτα χαιρόμουνα και δοξολογούσα: «Η αγάπη Σου η μεγάλη σ' αυτό φανερώθηκε· μα πώς να Σε δοξολογήσω, μα πώς να Σ' ευχαριστήσω, μα πώς να πω. Η αγάπη Σου εμένα τον ελεεινό, την βρώμα, ο Θεός ο άπειρος, το Αιώνιον, το Ατελεύτητον, εμένα αγάπησες; Μα τι είδες σε μένανε; Δοξάζω την Δόξα, δοξάζω το Ελεήμον, το Οικτίρμον», έλεγα, τώρα δεν μπορώ να πω τέτοια ώρα, δεν μπορώ να πω όπως έλεγα τότες. Τρεις μέρες, μετά από τρεις μέρες σταμάτησε.
Γι' αυτό καλά είναι οι θλίψεις, καλά είναι τα βάσανα, καλά είναι οι στενοχώριες, ξέρει ο Θεός γιατί τις δίνει. Γιατί έτσι περισσότερο πλησιάζουμε στον Θεό, με τις θλίψεις, με τα βάσανα. «Κύριε, εν θλίψει εμνήσθημέν Σου», λέει (Ησ. 26,16). Με τις θλίψεις πλησιάζουμε. Ο Θεός μας αφαιρεί τις θλίψεις; «Ο φεύγων πειρασμόν επωφελή, φεύγει ζωήν αιώνιον», λέει. Έτσι είναι.
Γι' αυτό ο άνθρωπος να μην απελπίζεται, να μην έρχεται σε απόγνωση για τη μια αποτυχία. Διότι δεν γνωρίζεις ποιο είναι το θέλημα του Θεού. Όταν το γνωρίσεις το θέλημα του Θεού, κάνεις υπομονή, αλλά το θέλημα του Θεού δεν είναι πάντοτε γλυκό, είναι και πικρό, είναι και πικρό! «Το ποτήριον, ου μη πίω αυτό;» λέει. «Δεν θα το πιω το ποτήρι, Πέτρο;» λέει. «Θα το πιω το ποτήρι», και τον ονόμασε και σατανά, «ύπαγε οπίσω μου, σατανά, το ποτήριον ο δέδωκε ο Πατήρ, ου μη πίω αυτό;» (Ιω. 18,11). Έτσι είναι. Ναι, αλλά διά μέσου του Σταυρού ήρθε η Ανάστασις. «Ιδού γαρ ήλθε δια του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω»· διά μέσου του Σταυρού.
Και ο άγιος Χρυσόστομος επαινεί τον Ιώβ όχι στον πρότερό του βίο, που ήταν ελεήμων. οικτίρμων, που ήταν φιλόξενος, που ήταν της προσευχής άνθρωπος, όχι. Την υπομονή που έκανε στη μεγάλη δοκιμασία που του παρεχώρησε ο Θεός, στον πειρασμό, στην ασθένειά του. Η ασθένεια αυτή έκζεμα ήταν, όλο το σώμα του τό 'ξυνε κι έβγαζε ιχώρα, πύον έβγαζε. Εκεί επαινεί περισσότερο ο άγιος Χρυσόστομος τον Ιώβ. Αλλά «την υπομονήν Ιώβ ηκούσατε» (Ιακ. 5,11).


Εγώ σας έχω πει ότι κάποτε με πλησίασε μια Γερόντισσα εκεί και λέει:
-Θέλω να εξομολογηθώ.
-Μα εγώ δεν εξομολογώ τους καλογήρους, θα εξομολογήσω καλογριές;
-Όχι, θέλω να πω τον λογισμό μου, λέει.
-Ε, πες τον λογισμό σου.
Αφού είπε κι εκείνη τα βάσανά της -γιατί πάντα βάσανα θα σου πει, δεν θα σου πει χαρές- λέει: «Είδα σαν ένα όραμα, ότι πάνω σ' ένα βουναλάκι καθόντουσαν οι Πατριάρχαι Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ. Και λέω:
-Οι Πατριάρχαι είσαστε;
-Ναι, λένε, Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ.
-Νά 'ρθω κι εγώ εκεί;
-Έλα.
-Από πού νά 'ρθω;
-Να, από ΄κει, απ' τον δρόμο.
-Δεν βλέπω κανέναν δρόμο.
-Εκεί είναι, ψάξε να τον βρεις.
-Μα, δεν βλέπω δρόμο.
-Ψαξε, βρε ευλογημένη, ψάξε και θα τον βρεις.
-Μα, αυτός ο δρόμος είναι δεκαπέντε πόντους, πώς θα περάσω; Όλο αγριοπούρναρα και αγκάθια. Θα σχίσω τα φορέματά μου, θα ματώσω τα ποδάρια μου.
-Α, κι εμείς από 'κει περάσαμε και ήρθαμε εδώ πάνω.»
Το πράγμα θέλει να πει ότι διά μέσου των θλίψεων, δια μέσου των στενοχωριών, διά μέσου του αίματος, ο άνθρωπος θ' ανέβει στον ουρανό. Με αμεριμνία και με άνεση, με αυτοκίνητο δεν πάμε, πάτερ, στον Παράδεισο. Θα δώσεις αίμα, να πάρεις πνεύμα.


Έξω αυτή η Γερόντισσα, να πούμε, δεν αναφέρω τ' όνομά της. Καρκίνο, εγχειρήσεις, τούτο, εκείνο, αυτό κι όμως προσευχομένη είδε την Παναγία στο θρόνο της. «Περάστε οι όσιοι», λέει. Όλοι οι όσιοι πέρασαν μπροστά σαν παρέλαση, στην Παναγία. «Περάστε οι μεγαλομάρτυρες».
Αυτή καθότανε εκεί, Γερόντισσα ήταν, Ηγουμένη. Και στο τέλος πήγε, έβαλε μετάνοια φίλησε το χέρι της Παναγίας, ήταν ένα βελούδο! Και η Παναγία της είπε: «Υπομονή, υπομονή, υπομονή», και ξύπνησε, να πούμε. Δηλαδή αν θέλεις να είσαι μαθήτρια και μαθητής του Χριστού, θ' ανέβεις κι εσύ απάνω στο Σταυρό.
Απαλλαγή κανένας Άγιος δεν εζήτησε από τον Θεό. Υπομονή να χαρίσει. Αν κάνεις υπομονή θά 'χεις και λιγάκι μισθό, αν θά 'χεις απαλλαγή, δεν έχεις τίποτες, μισθό δεν έχεις.


Εγώ είχα μια ξαδέρφη, η οποία έπαθε το μυαλό της και υπέφερε, να πούμε. Περίπου μετά από είκοσι χρόνια πέθανε. Πιστεύσατέ με, την είδα μέσα στα τάγματα των αγγέλων· μαζί με τους αγγέλους υμνολογούσε την Αγία Τριάδα! Ακούτε; Λίγη υπομονή που έκανε στη λύπη, στη θλίψη. Δεν μπορούσε, είχε έτσι σαν μια παραλυσία και δεν μπορούσε ούτε τον εαυτό της να περιποιηθεί. Και εν τούτοις όμως την υπομονή που έκανε σ' αυτόν τον πειρασμό, που τον έδωσε ο Θεός βέβαια, και που την αξίωσε ο Θεός! Μέσα στα αγγελικά τάγματα, μέσα κι αυτή. Βρε, Βασιλική, λέω, τέτοια δόξα ηξιώθη! Υμνολογούσε μαζί με τους αγγέλους την Αγία Τριάδα.

http://agioritikesmnimes.blogspot.ca/2012/02/830.html

Tears of Repentance

It is in our power to either "bury" our conscience, or allow it to shine within us ( Abba Dorotheus )


It is in our power to either "bury" our conscience, or allow it to shine within us and enlighten us through our subordination to it. Because when our conscience tells us to do something and we ignore it, or when it advises us to do something and we don’t do it, we burden it or, as though, bury it so that its voice becomes fainter from the weight on it. 

Just like it is impossible to see your reflection in muddy water, so do we cease to understand what our conscience says to us when we sin consciously. It is even possible to imagine that the conscience has perished. Nevertheless, there is not one human being that has lost his conscience, for it is something divine and can never be eradicated totally.

Abba Dorotheus


Περί εκτρώσεων (π. Επιφανίου Θεοδωρόπουλου)




Κάποτε, διηγείτο ο ίδιος (ο γέροντας), μου ήλθαν στο εξομολογητήριο μια μητέρα με την κόρη της. Άρχισαν να μου αναφέρουν τους λόγους για τους οποίους η κόρη είχε κάνει άμβλωση. Τις άκουγα ενώ η οργή άρχισε να με κυριεύει.

Προσπαθούσα να τις πείσω πως ό,τι πιο φοβερό είχαν να κάνουν το έκαναν. Έδωσαν τη χειρότερη λύση που θα μπορούσαν να δώσουν ποτέ. Ότι είχαν κάνει φόνο! Εκείνες αμετάπειστες. Κάποια στιγμή η μητέρα άρχισε να μου λέει ότι έπραξαν σωστά διότι η κοινωνική τους θέση και οι σχέσεις τους με ανθρώπους κάποιας κοινωνικής στάθμης, δεν τους επέτρεπαν να γεννήσει η κόρη τους ένα… νόθο.
 

Όταν είδα ότι, αντί να ταπεινώνονται, αποθρασύνονται, πετάγομαι πάνω. Βγάζω το πετραχήλι και τους λέω: «Φύγετε γρήγορα, διότι αν συνεχίσετε, θα σας βάλω τέτοιο κανόνα που θα πεταχτείτε στο ταβάνι! Τέτοιο κανόνα που κανείς δεν θα σας τον λύσει!»
 

Σηκώθηκαν κατατρομαγμένες και το’ βαλαν στα πόδια.

http://agiameteora.net/index.php/gerontes-tis-epoxis-mas/6926-peri-ektroseon-p-epifaniou-theodoropoulou.html