
Η ηγουμένη την είχε πάντοτε ως παράδειγμα και έλεγε στις νεώτερες: " Βλέπετε την χαριτωμένη αδελφής και οτι κάμνει, να κάμνετε και σεις". Δεν πέρασαν όμως πολλά χρόνια και από την πολύ άσκηση απέθανε., έφυγε από τούτον τον κόσμο η μοναχή αυτή.
Εις τα μοναστήρια υπάρχει η ευλογημένη συνήθεια, όταν αποθάνη μέλος της αδελφότητας να του κάνουν σαρανταλείτουργο, δια την ανάπαυση της ψυχής, που έφυγε από τον κόσμο αυτό. Έτσι λοιπόν και στο μοναστήρι αυτό έγινε σαρανταλείτουργο.
Και όταν ετελείωνε, την τελευταία βραδυά, η ηγουμένη βλέπει σε όραμα τη μοναχή, η οποία της είπε:
- Μητέρα μου, όσα μνημόσυνα και αν μου κάμετε, εγώ κολάστηκα, έχασα τη ψυχή μου.
- Παιδί μου, λέει η ηγουμένη, .... εάν εσύ κολάστηκες, ποιός θα σωθή; Αλοίμονο στον ταλαίπωρο άνθρωπον!!!
Απαντά η μοναχή:
- Εγώ προτού έλθω εις την ευλογημένη συνοδεία σας, εξαπατήθηκα από ένα νέο, ο οποίος μου υποσχέθηκε, οτι θα με έπερνε, αλλά το φοβερό ήταν οτι με κατέστησε έγκυο. Μετά δε απ' αυτό το φρικτό, φέρθηκε άνανδρα και με εγκατέλειψε την δυστυχισμένη. Τότε εγώ πάνω στην απελπισία μου έκανα έκτρωση, φόνο, σκώτοσα και έρριξα το παιδί, που είχα μέσα μου.
Γι' αυτά τα δύο ανόσια αμαρτήματα μου έκλαψα πικρά, μετανόησα, συχάθηκα τότε τον κόσμο και τα του κόσμου, γι' αυτό και αποφάσισα να γίνω μοναχή, να δώσω την καρδιά μου στον Χριστό και εκεί να θρηνώ τις αμαρτίες μου. Γι' αυτές τις αμαρτίες έκλαψα, γι' αυτές έκανα οτι έκανα, για τα οποία όλες σας με μακαρίζατε. Πλήν όμως δεν εξομολογήθηκα τα φρικτά αυτά αμαρτήματα σε ιερέα, απο ντροπή και γι' αυτό κολάσθηκα!
Ω! Θεέ μου! Τι φοβερόν! Βλέπεις παιδί μου, ούτε τα δάκρυα, ούτε οι μετάνοιες, ούτε οι αγρυπνίες, μηδέ η βασίλισσα των αρετών της Μοναχικής πολιτείας, η υπακοή λέγω, ούτε τίποτε άλλο από όσα καλά έκαμε, δεν την έσωσε - εφ όσον έλλειψε η καθαρά εξομολόγησης.
Δεν αρκεί να μετανοήση κανείς για τις πράξεις του και να σωθή, αλλά απαραιτήτωνς θα πρέπει και να εξομολογηθή τα αμαρτήματα για τα οποία μετανόησε.
Χιλιάδες, εκατομμύρια άνθρωποι με φοβερά ακατονόμαστα και παμπολλα αμαρτήματα, δια της μετάνοιας και καθαρής εξομολογήσεως σώθησαν και μάλιστα πολλοί απ' αυτούς, που απέδωσαν καρπούς μετανοίας άξιους, αγίασαν και τους αντιδόξασεν ο Θεός.
Όπως τον άγιο Κυπριανό τον άλλοτε μάγο, τον Μωυσή τον Αιθίοπα τον άλλοτε αρχιληστή, την οσία Μαρία την Αιγυπτία, Πελαγία, Ευδοκία, Μαρίαν του Αβραμίου, που ήσαν πρώτα γυναίκες "κοινές" του υποκόσμου και τόσοι άλλοι που διαβάζουμε στο Συναξαριστή.
Ενώ τόσοι, με πάμπολλα αμαρτήματα, ηγίασαν και εθαυματούργησαν διότι καθαρά εξομολογήθηκαν, η δυστυχισμένη εκείνη μοναχή, που αναφέρουμε προηγουμένως, για δύο αμαρτήματα εκολάσθη
Γι' αυτό μη ξεθαρρεύης λοιπόν αδελφέ μου και στηρίζης την ελπίδα σου στις ελεημοσύνες η σε οτι άλλο καλό και αν είναι αυτό και μη ελπίζης να σωθής, εάν δεν καθαρίσης τη ψυχή σου πρωτίστως, στο Μέγα Μυστήριο της εξομολογήσεως, σε ιερέα Ορθοδόξου Εκκλησίας και να τα πεις όλα, χωρίς ν' αφίσης τον παραμικρό λεκέ, που θα σκιάζη την αθάνατη ψυχή σου.
Τότε μόνο θα αισθανθής ανακούφιση και τότε μόνο θα δικαιωθής από τον Θεό, όταν τα εξομολογηθής όλα.
Μη διστάζης, εάν είναι πολλά και φοβερά - όσα περισσότερα και μεγαλύτερα είναι τόσο μεγαλύτερη χαρά θα δώσης στον Θεό και στους Αγγέλους.
Η Γραφή μας λέγει, οτι οι Άγγελοι πανυγηρίζουν στον ουρανό " για ένα αμαρτωλόν μετανοημένο".
Γεροντικο
http://agapienxristou.blogspot.ca/2014/04/blog-post_11.html
Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης Ἱερομόναχος – Πνευματικὲς νουθεσίες Περὶ Νοερᾶς Προσευχῆς, Δακρύων καὶ Χάριτος Νὰ λέγῃς παιδί μου τὴν εὐχή, «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με», ἡμέρα καὶ νύχτα συνέχεια. Ἡ εὐχὴ θὰ τὰ φέρῃ ὅλα. Ἡ εὐχὴ περιέχει τὰ πάντα, περικλείει τὰ πάντα, αἴτησι, παράκλησι, πίστι, ὁμολογία, θεολογία κλπ.
Ἡ εὐχὴ νὰ λέγεται χωρὶς διακοπή. Ἡ εὐχὴ θὰ φέρῃ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον εἰρήνη, γλυκύτητα, χαρά, δάκρυα. Ἡ εἰρήνη καὶ ἡ γλυκύτης θὰ φέρουν περισσότερον εὐχή, καὶ ἡ εὐχὴ κατόπιν, περισοτέραν εἰρήνη καὶ γλυκύτητα κλπ. Θὰ ἔρθη στιγμή, ποὺ ἂν θὰ σταματᾷς τὴν εὐχή, θὰ αἰσθάνεσαι ἄσχημα.
Ὅταν ὁ μοναχός, βρῇ αὐτὴ τὴν χαρὰ καὶ τὴν εἰρήνη ἀπὸ τὴν εὐχή, τότε θεωρεῖ σκύβαλα ὅλα τὰ τοῦ κόσμου. Τότε δοξάζει τὸν Θεόν, ποὺ τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου. Τότε, σκέπτεται, τί θὰ εἶναι ἄραγε ἐκεῖ εἰς τὸν Παράδεισον, ἂν τὸν ἀξιώσῃ ὁ Κύριος, ἐφόσον ἐδῶ χορταίνει ἀπὸ χάρι, ἐφόσον ἐδῶ νοιώθει τέτοια μακαριότητα.
Σκέπτεται τί θὰ εἶναι ἄραγε ἐκεῖνα τὰ ἀνέκφραστα ἀγαθά! Ἡ εὐχὴ λοιπὸν θὰ φέρῃ τὴν εἰρήνη καὶ τὴν γλυκύτητα, καὶ κατόπιν θὰ φέρῃ τὰ δάκρυα. Μόνα τους θὰ ἔρχονται τὰ δάκρυα. Εἶναι ἕνα ἄλλο σκαλοπάτι τὰ δάκρυα. Πρῶτα θὰ εὕρης μὲ τὴν εὐχὴν μία χαρά, μία εἰρήνη καὶ γλυκύτητα. Πρῶτα θὰ νοιώσῃς αὐτά, καὶ κατόπιν ἐφόσον θελήσῃ ὁ Θεός, μπορεῖ νὰ γευθῇς κι ἄλλες καταστάσεις. Π.χ. μία ἁρπαγὴ τοῦ νοός, κλπ.
Ἐσὺ παιδί μου λέγε τὴν εὐχή. Πίεζε τὸν ἐαυτόν σου νὰ λέγῃς τὴν εὐχή. Οἱανδήποτε ἐργασία κι ἂν κάνῃς, λέγε τὴν εὐχή. Ἐνίοτε δυσκολεύεσαι νὰ λέγῃς τὴν εὐχὴ ταυτοχρόνως εἰς τὴν ἐργασία σου. Θὰ ἔρθη ὅμως καιρός, ὅπου ἐνῷ θὰ κάνῃς οἱανδήποτε ἐργασία, ἐνῷ θὰ ἔχῃς οἱανδήποτε ἀπασχόλησι, θὰ λέγῃς ταυτοχρόνως καὶ τὴν εὐχή.
Θὰ λέγεται μόνη της ἡ εὐχή. Τρόπον τινά, σὰν νὰ ἔχῃς δυὸ ἐγκεφάλους. Ὁ ἕνας θὰ λέγῃ τὴν εὐχήν, καὶ ὁ ἄλλος θὰ ἐκτελῇ οἱανδήποτε ἐργασία, οἱανδήποτε ἀπασχόλησι. Ἡ ἁρπαγὴ τοῦ νοὸς εἶναι προχωρημένη κατάστασις. Γίνεται ἀπὸ τὸν Θεόν, ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα. Ἁρπάζεται καὶ ἀνέρχεται ὁ νοῦς εἰς ὕψη δυσθεώρητα. Τότε αἰσθάνεσαι, ὅτι ἔφυγε ὁ νοῦς σου. Τότε ὁ νοῦς ὁδηγεῖται ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ. Τὸν ὁδηγεῖ ὅπου θέλει ὁ Θεός. Τότε εἴτε δοξολογεῖ τὸν ἄπειρον Θεόν, δηλαδὴ ὁδηγεῖται εἰς δοξολογίαν, εἴτε βλέπει μυστήρια Θεοῦ.
Ἡ εὐχὴ ποὺ λέγομεν, μᾶς καθαρίζει ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον ἀπὸ τὰ πάθη. Πολὺ φοβᾶται ὁ διάβολος τὴν εὐχή. Φοβᾶται τὴν εὐχή, ποὺ σὰν πύρινος κύκλος, περικλείει τὸν εὐχόμενον. Ὅπως ἀνέφερα ὅταν ὁμίλησα περὶ ὑπακοῆς, ὁ δαιμονισμένος ἐκεῖνος, ποὺ ἦτο εἰς πλησίον ἐδῶ κελλί, ὅταν ἔγινε καλὰ λόγω τῆς ὑπακοῆς του, μοῦ ἔλεγε: Λέγοντας τὴν εὐχή, ἔβλεπα τὸν δαίμονα ἀπέναντί μου νὰ ταράσσεται. Στὴν δεύτερη εὐχὴ ἐταράσσετο περισσότερον. Στὴν τρίτη ἐγένετο ἄφαντος. Ἐγὼ κάποτε ὅταν ἤμουν ἀρχάριος, πολεμήθηκα ἀπὸ τὸν διάβολο.
Εἶχα σαρκικὸ πόλεμο. Ξάπλωσα νὰ κοιμηθῶ, ἀλλὰ ὁ πόλεμος τῆς σαρκὸς δυνατός. Ἤρχισα μὲ ζέσι νὰ λέγω τὴν εὐχή. Τότε μεταξὺ ὕπνου καὶ ξύπνου βλέπω ἕνα ὄνειρο, ἕνα ὅραμα: Ἀπέναντι εἰς τὴν ἐξώπορτα, ἤτανε ἕνας δαίμονας, ὅπως τὸν περιγράφουν πατέρες, μὲ κέρατα, μὲ μαῦρα φτερά, κ.λ.π., καὶ κάγχαζε. Δὲν ἠδύνατο ὅμως νὰ πλησιάσῃ εἰς τὸ κελλί μου! Συνῆλθα.
Πῆγα καὶ τὸ διηγήθηκα κατόπιν εἰς τὸν Γ. Ἰωσήφ. Μοῦ λέγει: Βλέπεις παιδί μου, ὅτι μὲ τὴν εὐχή, τὸν κρατᾷς εἰς τὴν ἐξώπορτα, καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σὲ πλησιάση! Εἰς ἕνα μοναχό, εἰσήρχοντο λογισμοὶ βλασφημίας. Τοῦ λέγαμε νὰ λέγῃ τὴν εὐχὴ συνέχεια, χωρὶς διακοπή. Αὐτὸς τὸ δικό του. Δὲν ἤκουε. Ἔκανε κι ἄλλες παρακοές. Διὰ τὸν μοναχὸν αὐτόν, προσηύχετο καὶ ὁ Γ. Ἰωσὴφ κι ἐγὼ πάρα πολύ.
Μία φορά, μετὰ ἀπὸ πολὺ προσευχὴ ποὺ ἔκανα δι᾿ αὐτόν, σὰν νὰ μὲ πῆρε ὁ ὕπνος. Τότε βλέπω σὲ ἀπόστασι τινά, ὡσὰν νὰ ἦτο μιὰ γυναῖκα, ἡ ὁποία τραγουδοῦσε καὶ τὸν μοναχὸν διὰ τὸν ὁποῖον προσευχόμουν πρίν, νὰ πηγαίνει πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὸν φωνάζω μὲ τὸ ὄνομά του. Αὐτὸς τίποτε. Δὲν σταματᾷ. Συνεχίζει νὰ πηγαίνῃ πρὸς τὰ ἐκεῖ. Τὸν ξαναφωνάζω. Αὐτὸς πάλι δὲν σταματᾷ. Διὰ τρίτη φορὰ φωνάζω. Πάλι δὲν σταματᾷ. Συνῆλθα.
Πληροφορήθηκα οὕτω, ὅτι αὐτὸν δὲν τὸν πειράζει ὁ διάβολος. Δηλαδὴ μόνος του, θεληματικά, πηγαίνει πρὸς τὸν διάβολον. Αὐτὸς μόνος του εἶναι πειρασμός! Ἡ νοερὰ προσευχὴ ὀλίγον κατ᾿ ὀλίγον, φέρνει τὸν ἄνθρωπον εἰς τὴν πρώτην χάριν τοῦ βαπτίσματος. Προσοχὴ νὰ μὴ λυπήσῃ ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ὅταν λυπηθῇ ὁ ἀδελφός, δὲν μπορεῖς νὰ κάνῃς προσευχή. Σβήνει ἡ προσευχή! Ὁ Γ. Ἰωσὴφ ἔλεγε εἰς τοὺς ὑποτακτικούς του: Ἀπὸ ἐσᾶς δὲν θέλω τίποτε. Ἐγὼ θὰ μαγερεύω. Ἐγὼ θὰ σᾶς διακονῶ.
Ἀπὸ σᾶς θέλω μόνον μέρα νύχτα προσευχή, μετάνοια, κυρίως δάκρυα. Τίποτε ἄλλο δὲν θέλω, μόνον βία εἰς τὴν προσευχήν, καὶ δάκρυα μέρα – νύχτα. Μιὰ φορὰ εὑρισκόμενος εἰς τὴν Ἁγίαν Ἄννα, εἰς τὸ κελλὶ τοῦ τιμίου Προδρόμου, καὶ θέλοντας νὰ προσευχηθῶ δὲν μποροῦσα, διότι κάτω ἀπὸ τὸ κελλὶ ἐγίνετο μεγάλος θόρυβος, πολὺ φασαρία καὶ φωνές. Σκεπτόμουνα πὼς θὰ κάνω προσευχὴν μὲ τόσον θόρυβον. Τότε λέγοντας τὴν εὐχὴ μὲ τὸ στόμα, δοκίμασα νὰ μπῶ μέσα μου, εἰς τὸν ἐαυτόν μου. Προσπαθοῦσα καὶ προσευχόμουν νὰ μὲ βοηθήσῃ ὁ Κύριος! Ἐπὶ μίαν ὥρα δὲν ἄκουγα τίποτε. Ὅταν βγῆκα, ὅταν συνῆλθα, βρὲ λέγω, ποῦ βρισκόμουνα ἐπὶ τόσην ὥρα; Τότε κατάλαβα σχετικὰ μὲ τὴν νοερὰ προσευχήν.
Ἐφραὶμ Κατουνακιώτης Ἱερομόναχος
Στην παραβολή του σπορέως ο Κύριος Ιησούς εξηγεί: «το χωράφι είναι ο κόσμος, ο καλός σπόρος είναι όσοι ανήκουν στη βασιλεία του Θεού. Τα ζιζάνια είναι όσοι ανήκουν στον πονηρό, ο εχθρός που τα έσπειρε είναι ο διάβολος, ο θερισμός είναι το τέλος του κόσμου και οι θεριστές είναι οι άγγελοι. Όπως λοιπόν μαζεύονται τα ζιζάνια και καίγονται στη φωτιά, έτσι θα γίνει στο τέλος του κόσμου. Θα στείλει ο Υιός του Ανθρώπου τους αγγέλους του και θα μαζέψουν από το χώρο της βασιλείας του όσους προκαλούν την πτώση των άλλων και κάνουν πράγματα αντίθετα με τον νόμο του Θεού, και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς· εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους. Τότε οι ευσεβείς θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του πατερά τους. Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει ας ακούει». (Ματθ. ιγ΄ 38-43).
Προτού όμως έρθει το τέλος του κόσμου, θα έχει έρθει το τέλος πολλών από μας. Τώρα, όταν πέθανε ο φτωχός Λάζαρος, την ψυχή του την μετέφεραν οι άγγελοι στους κόλπους του Αβραάμ· όταν όμως πέθανε ο άσπλαχνος πλούσιος, πήγε στην κόλαση (βλ. Λουκ. ιστ’ 19-23). Γι’ αυτό, άνθρωπε, να θυμάσαι πως για σένα το τέλος του κόσμου θα είναι το τέλος το δικό σου. Στο θάνατό σου θα σε θερίσουν είτε οι άγγελοι, είτε οι πονηροί δαίμονες. Είναι καλό να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στο έλεος του Θεού. Το να εμπιστεύεσαι όμως το Θεό και να εξακολουθείς ν’ αμαρτάνεις χωρίς να μετανοείς, είναι σα να εμπαίζεις το Θεό. Άκου τι λέει ο Σωτήρας μας: «ούτω λέγω υμίν, χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ένί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. ιε’ 10).
Αλίμονο σ’ εκείνους που πεθαίνουν στην αμαρτία, χωρίς να μετανοήσουν. Ο μεγάλος απόστολος κάνει μια αυστηρή προειδοποίηση: «ο Θεός ούτε του αγγέλους δε λυπήθηκε όταν αμάρτησα, αλλά τους έριξε στα τάρταρα όπου φυλάγονται δέσμιοι στο σκοτάδι περιμένοντας την τελική κρίση. Ούτε τον αρχαίο κόσμο δεν λυπήθηκε, έναν κόσμο που ήταν γεμάτος από ασεβείς, αλλά έφερε τον κατακλυσμό· μονό τον Νώε τον κήρυκα της δικαιοσύνης, τον άφησε να σωθεί με άλλους εφτά. Και καταδίκασε σε καταστροφή τις πόλεις Σόδομα και Γόμορρα και τις έκανε στάχτη· κι αυτό, για να παραδειγματίζονται όσοι στο μέλλον δεν σέβονται το Θεό…» (Β΄ Πέτρ. β΄ 4-6). Πολύ περισσότερο δε θα λυπηθεί εκείνους που είναι χριστιανοί κατ’ όνομα, αλλά στην πραγματικότητα είναι με λόγια και με έργα υπηρέτες του πονηρού. Μπορεί κάποτε να μεταμεληθούν όπως ο Ιούδας, αλλά θα είναι πολύ αργά. «Μέλλει γαρ ο υιός του ανθρώπου έρχεσθαι εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων αυτού, και τότε αποδώσει εκάστω κατά την πράξιν αυτού» (Ματθ. ιστ’26).
Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού
Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα είναι πολύ ένδοξος αλλά και πολύ δραματική. Στην πρώτη έλευσή Του εμφανίστηκε ένα πλήθος αγγέλων στους ποιμένες της Βηθλεέμ. Στη δεύτερη έλευσή Του θα Τον συνοδεύουν όλοι οι άγιοι άγγελοί Του. «Και θα στείλει τους αγγέλους του να σαλπίσουν δυνατά και να συνάξουν τους εκλεκτούς του από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, από το ένα άκρο του κόσμου ως το άλλο». (Ματθ. κδ΄ 31). «Τότε οι ευσεβείς θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του πατερά τους». (Ματθ. ιγ΄ 43). Οι άγγελοι λοιπόν θα είναι οι θεριστές στο θερισμό του Θεού.
Η μεγαλύτερη ανταμοιβή που υποσχέθηκε ο Χριστός στους εκλεκτούς και τους δίκαιους, εκείνους που έζησαν στη γη σύμφωνα με το ευαγγέλιό Του και υπόφεραν γι’ αυτό, είναι ότι θα γίνουν ισοστάσιοι με τους αγγέλους. Είπε ο ίδιος, απαντώντας στο σοφιστικό λόγο των Σαδδουκαίων: «για όσους όμως αξιωθούν να αναστηθούν από τους νεκρούς και να ζήσουν στον καινούριο κόσμο ούτε θα παντρεύονται ούτε θα παντρεύουν. Κι αυτό, γιατί δεν θα υπάρχει γι’ αυτούς θάνατος· σαν αναστημένοι άνθρωποι που θα είναι, θα είναι ίσοι με τους αγγέλους και παιδιά του Θεού». (Λουκ. κ΄ 35-36).
Όταν διαβάζουμε τα λόγια αυτά νιώθουμε να μας καταλαμβάνει ολόκληρους δέος, φόβος. Πώς μπορούμε να γίνουμε ίσοι με τους αγγέλους; Έχει γραφεί γι’ αυτούς: «Ο Θεός έστη εν συναγωγή Θεών, εν μέσω δε θεούς διακρινεί». Και λίγο παρακάτω: «θεοί έστε και υιοί Υψίστου πάντες». (Ψαλμ. πα’ 1,6).
Εδώ οι άγγελοι καλούνται θεοί όχι επειδή έχουν θεϊκή φύση, αλλά επειδή βρίσκονται σε στενή επαφή με το Θεό. Πώς μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν ίσοι μ’ αυτούς; Να, τι λέει ο ιερός ποιητής για τους αγγέλους:
«Ωραιότητι φαιδρύνεσθε πανάγιοι, άγγελοι του Παντοκράτορος, πλησιάζοντες τη αφράστω, δόξη ακραιφνώς, και πόθω κραυγάζοντες αυτώ· Ευλογητός ει ο Θεός, ο των πατέρων ημών» (Όρθρος, ωδή ζ’ πλ. β’ ήχου).
Πώς λοιπόν εμείς, που βλασφημούμε το Χριστό καθημερινά με τις αμαρτίες μας, θα γίνουμε ισάγγελοι, ίσοι με τους αγγέλους που δοξολογούν συνέχεια το Θεό;
Πρώτ’ απ’ όλα ο Χριστός μίλησε για τους «καταξιωθέντες»· και δεύτερο ότι αυτό θα γίνει με «την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην» (Λουκ. κ’ 35 και Εφ. γ΄ Ί9).
Ας ταπεινωθούμε κι ας ακούσουμε τι μας λέει ό θεατής των ουρανίων μυστηρίων απόστολος: «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Β’ Κορ. β’ 9).
Εδώ είναι το κλειδί του μυστηρίου: εκείνοι που αγαπούν το Θεό, είτε άγγελοι είναι είτε άνθρωποι, για το Θεό είναι ίσοι.
Απ’ αυτήν την άποψη ονομάζουμε τους αγγέλους πρεσβύτερους αδελφούς μας, για να τους τιμήσουμε και να προσευχηθούμε σ’ αυτούς από την κοιλάδα αυτή του κλαύθμωνος:
Άγιοι Αρχάγγελοι και Άγγελοι,
πρεσβεύσατε στο Θεό για μας τους αμαρτωλούς!