"Our soul is made to live in the mountainous world of God."
Saint Theophan says that "Before we can make the soul appeal to God ..., it first must be made to turn everything to the glory of God; to attribute to Him our every activity, large and small. He advises us that whenever we begin something we should say, "O Lord bless us." Then on completing any task we should say, "Glory to Thee O Lord." We do this not just with our tongue but from our heart with real feeling. When we fall into any kind of sin we should say, "Lord have mercy on me a sinner." He says, "do this as often as possible, always trying in every way to be sure that each appeal comes from the heart.... and this persistent repetition will end by forming in you the habit of conscious conversation with God."
This act of continually humbling ourselves by calling on our Creator places us in submission hearing to repress our proud ego.
Elder Paisios expresses the kind of humility needs when he says that we can pray for others with contrition "only if one considers, from humble-mindedness, that one is the cause of everything that befalls one's neighbor."
We also need to pray for our enemies, for those who hate us. Jesus says, But I say to you, love your enemies, bless those who curse you, do good to those who hate you, and pray for those who spitefully use you and persecute you, that you may be sons of your Father in heaven; for He makes His sun rise on the evil and on the good, and sends rain on the just and on the unjust. (Matt 5:44-45) Whenever we find our selves judging or condemning another person it is an act of pride. We should immediately do as Jesus commands and pray for that person.
Saint Theophan says,
"Our soul is made to live in the mountainous world of God. That is where it should always dwell, both in thought and in heart. But the weight of worldly thoughts and passions attracts it and draws it downwards."
Prayer demands a pure heart - one that is free of hatred, feelings of guilt from sin, and all forms of pride.
Quotes from The Path of Prayer by Saint Theophan the Recluse pp.13 - 19.

H ΚΟΡΗ ΜΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΙΟΥΝΙΟΥ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΟ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΜΟΥ. ΚΑΠΟΙΟΥΣ ΜΗΝΕΣ ΠΡΙΝ ΚΑΙ ΣΕ
ΑΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΥΠΝΟΥ (ΔΕΝ ΗΜΟΥΝ ΣΙΓΟΥΡΟΣ ΑΝ ΚΟΙΜΟΜΟΥΝ Η ΑΝ ΗΜΟΥΝ ΜΙΣΟ ΚΟΙΜΗΣΜΕΝΟΣ), ΑΚΟΥΓΑ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΑ ΜΙΚΡΗ ΧΡΟΝΙΚΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ ΝΑ ΜΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΟΥ ΛΕΕΙ:
ΑΓΙΑ ΜΑΡΚΕΛΛΑ, ΑΓΙΑ ΜΑΡΚΕΛΛΑ. ΔΕΝ ΘΥΜΑΜΑΙ ΠΟΣΕΣ ΦΟΡΕΣ ΤΟ ΑΚΟΥΣΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ.
ΕΚΕΙΝΟ ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΣΚΕΦΤΟΜΟΥΝ ΠΩΣ ΘΑ ΟΝΟΜΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΟΤΑΝ ΒΑΠΤΙΣΤΕΙ.
ΑΜΕΣΩΣ ΚΑΤΑΛΑΒΑ ΜΕ ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΕΣ ΤΡΟΠΟ ΟΤΙ ΜΑΛΛΟΝ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ.
ΕΠΕΙΔΗ ΟΠΩΣ ΠΑΝΤΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΠΙΦΥΛΑΚΤΙΚΟΙ ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΚΑΙ ΣΕ ΥΠΕΡΒΟΛΙΚΟ ΒΑΘΜΟ ΣΚΕΦΤΗΚΑ ΚΑΙ ΕΚΑΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΣΗΜΑΔΙ -ΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΗΘΕΛΕ- ΝΑ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙ ΑΝ ΙΣΧΥΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΥΠΟΠΤΕΥΟΜΟΥΝ.
ΣΑΣ ΜΕΤΑΦΕΡΩ ΣΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ 5 ΗΜΕΡΕΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΜΟΥ ΤΩΡΑ.
ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΕΧΩ ΔΥΝΑΤΟΥΣ ΠΟΝΟΥΣ ΣΤΟ ΔΕΞΙ ΦΡΥΔΙ, ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ.
ΦΑΝΤΑΣΤΗΚΑ ΛΟΙΠΟΝ ΟΤΙ ΚΡΥΩΣΑ ΚΑΙ ΕΙΧΑ ΙΓΜΟΡΙΤΙΔΑ ΔΙΟΤΙ ΕΧΩ ΧΡΟΝΙΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ. ΟΜΩΣ Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΔΕΝ ΒΕΛΤΙΩΝΟΤΑΝ ΜΕΧΡΙ ΠΟΥ ΕΚΑΝΑ ΕΝΑ ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΗ ΘΑΛΛΑΣΑ ΚΑΙ ΕΙΔΑ ΒΕΛΤΙΩΣΗ.
ΟΜΩΣ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ ΠΑΛΙ ΥΠΗΡΧΕ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ.
ΤΗΝ ΤΕΤΑΡΤΗ ΗΜΕΡΑ ΠΗΓΑ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ Κ.Β. ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΜΟΥ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΕΣ ΑΓΡΟΤΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ (ΤΣΑΠΙΣΜΑ, ΠΟΤΙΣΜΑ ΚΤΛ).
ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΕΙΧΑ ΠΟΝΟ ΟΠΩΣ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΜΕΡΑ ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ Ο ΠΟΝΟΣ ΑΥΞΑΝΟΤΑΝ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ.
ΕΓΩ ΑΡΧΙΣΑ ΑΠΟ ΝΩΡΙΣ ΝΑ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΑΙ ΝΑ ΒΓΑΛΩ ΤΗΝ ΜΕΡΑ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΟΣ ΓΙΝΟΝΤΑΝ ΕΝΤΟΝΟΣ.
ΠΡΙΝ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ ΑΠΟΦΑΣΙΣΑ ΟΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΝΑ ΔΟΥΛΕΨΩ ΚΑΙ ΚΑΘΩΣ ΚΑΘΑΡΙΖΑ ΤΑ ΑΓΡΟΤΙΚΑ ΕΡΓΑΛΕΙΑ ΕΝΙΩΣΑ ΤΕΤΟΙΟΝ ΠΟΝΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΩ ΝΙΩΣΕΙ ΣΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ.
ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΕΤΟΙΜΟ ΝΑ ΣΠΑΣΕΙ.
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΤΡΕΧΑΝ ΔΑΚΡΥΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΑ ΑΛΛΟ ΓΟΝΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΟΥΝ ΚΑΙ ΕΦΤΑΣΑ ΣΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΝΑ ΠΡΟΤΙΜΑΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ, ΠΑΡΑ ΝΑ ΠΟΝΑΩ.
ΜΠΗΚΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΚΑΙ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΞΕΚΙΝΗΣΑΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ Γ.
ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΣΕ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΛΙΓΩΝ ΧΙΛΙΟΜΕΤΡΩΝ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΔΕΝ ΑΝΤΕΞΑ ΑΛΛΟ. ΛΕΩ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΠΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΑΛΛΟ.
ΣΤΑΜΑΤΑΩ ΤΟ ΑΜΑΞΙ ΚΑΙ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΕΞΗΣ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ: ΜΕ ΕΠΙΑΣΕ ΤΕΤΟΙΟ ΚΛΑΜΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΡΓΟΣ ΠΟΝΟΣ ΠΟΥ ΕΝΙΩΘΑ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΕΝΤΑΣΗ.
ΕΓΩ ΠΡΟΣΕΥΧΟΜΟΥΝ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΑ ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡ ΠΑΙΣΙΟ (ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ ΑΣ ΜΗΝ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΥΡΗΧΘΕΙ) Ο ΟΠΟΙΟΣ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕ ΝΑ ΠΑΝΤΡΕΥΤΩ ΤΗΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΟΥ.
Η ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ ΠΡΟΣΕΥΧΟΤΑΝ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΑΛΑΛΑΜΠΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ. ΤΟΤΕ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΑΟΡΑΤΩΣ ΤΟ ΘΑΥΜΑ.
Η ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΜΟΥ ΕΙΠΕ ΤΟ ΕΞΗΣ ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΜΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΑ: ΜΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΙΣΙΟ, ΠΡΟΣΕΥΧΗΣΟΥ ΣΤΗΝ ΜΑΡΚΕΛΛΑ ΓΙΑΤΙ ΑΥΤΟΣ ΗΔΗ ΒΟΗΘΑΕΙ ΚΑΠΟΙΟΝ ΑΛΛΟΝ.
ΟΠΟΤΕ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΑ ΣΕ ΑΥΤΗΝ.
ΑΙΣΘΑΝΘΗΚΑ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΝΑ ΔΟΝΟΥΝΤΑΙ (ΟΧΙ ΟΜΩΣ ΝΑ ΤΡΕΜΟΥΝ-ΠΡΟΣΕΞΤΕ). Η ΔΟΝΗΣΗ ΑΥΤΗ ΜΕ ΑΠΛΑ ΛΟΓΙΑ , ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΑΠΟΔΩΣΩ ΜΕ ΑΚΡΙΒΕΙΑ , ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΝΑ ΗΤΑΝ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΜΟΥ ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΚΑΛΩΔΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΔΙΟΧΕΤΕΥΕΤΑΙ ΡΕΥΜΑ ΤΕΡΑΣΤΙΑΣ ΙΣΧΥΟΣ ΤΕΤΟΙΟ ΩΣΤΕ ΑΝ ΠΗΓΑΙΝΕ ΣΕ ΕΝΑ ΗΛΕΚΡΙΚΟ ΓΕΡΑΝΟ ΝΑ ΑΠΟΚΤΟΥΣΕ ΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΝΑ ΣΗΚΩΣΕΙ ΚΑΙ ΒΟΥΝΟ.
ΕΠΙΣΗΣ ΕΝΙΩΣΑ ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΝΑ ΜΕ ΔΙΑΠΕΡΝΑΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ.
ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΑΔΙΕΥΚΡΙΝΙΣΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΔΙΑΣΤΗΜΑ ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΧΑΜΗΛΩΝΕΙ Η ΙΣΧΥΣ ΤΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ ΚΑΙ ΕΓΩ ΑΙΣΘΑΝΟΜΟΥΝ ΝΑ ΞΑΛΑΦΡΩΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΙΓΑ,ΣΙΓΑ. ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΑ ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΓΙΑ ΝΑ ΟΔΗΓΑΕΙ ΤΟ ΑΜΑΞΙ ΕΠΕΙΔΗ ΕΓΩ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑ ΓΙΑΤΙ ΤΟΝ ΕΧΩ ΣΑΝ ΑΓΙΟ ΠΡΟΣΤΑΤΗ.
ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΑΙΣΘΑΝΘΗΚΑ ΜΙΑ ΑΓΓΑΛΙΑΣΗ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΕΙ ΦΥΓΕΙ ΤΕΛΕΙΩΣ Ο ΠΟΝΟΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΦΤΑΣΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ.
ΑΦΟΥ ΕΦΑΓΑ ΚΑΤΙ, ΕΚΑΝΑ ΜΠΑΝΙΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑ ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ. ΔΥΣΚΟΛΕΥΤΗΚΑ ΑΡΚΕΤΑ ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΕΦΥΓΕ ΤΕΛΕΙΩΣ Ο ΠΟΝΟΣ ΑΛΛΑ ΤΕΛΙΚΑ ΝΟΜΙΖΩ ΟΤΙ ΚΟΙΜΗΘΗΚΑ.
ΛΕΩ ΝΟΜΙΖΩ ΓΙΑΤΙ ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΙΣΧΥΡΙΣΤΕΙ ΟΤΙ ΚΟΙΜΑΤΑΙ, ΔΙΟΤΙ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ ΚΑΙ ΜΕ ΞΕΚΟΥΡΑΣΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΥΜΠΕΡΑΙΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΥΠΝΟΥ ΕΝΙΩΘΑ ΟΤΙ ΗΜΟΥΝ ΣΕ ΚΑΠΟΙΟΥ ΕΙΔΟΥΣ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΟ ΚΑΙ Ο ΑΡΧΙΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΕΔΙΝΕ ΕΝΤΟΛΕΣ ΣΤΟΝ ΧΕΙΡΟΥΡΓΟ ΠΩΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΥΑΣΕΙ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΜΟΥ. ΜΟΝΟ ΠΟΥ Ο ΑΡΧΙΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ ΗΤΑΝ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΚΑΙ Η ΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΚΕΛΛΑ.
ΠΡΙΝ ΝΑ ΞΥΠΝΗΣΩ ΑΚΟΥΣΑ ΤΑ ΕΞΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΘΑΡΑ:
EIXE ΕΙΧΕ ΑΙΜΑΤΩΜΑ ΣΤΟΝ ΕΓΚΕΦΑΛΟ, ΤΟΝ ΣΩΣΑΜΕ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΤΙΓΜΗ, ΘΑ ΠΕΘΑΙΝΕ.
ΑΝΤΕ ΚΑΙ ΘΑ ΔΩΣΕΙ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ, ΜΙΛΩΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΜΑΡΚΕΛΛΑ. ΕΚΕΙ ΣΙΓΟΥΡΕΥΤΗΚΑ ΚΑΙ ΕΠΙΣΗΜΩΣ, ΑΦΟΥ ΜΕΧΡΙ ΚΑΙ Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΕΙΠΕ ΟΤΙ ΘΑ ΔΩΣΩ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΡΚΕΛΛΑ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ.
ΜΕΤΑ ΕΥΘΥΣ ΞΥΠΝΗΣΑ ΚΑΙ ΕΝΙΩΣΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ - ΕΝΑΝ ΠΕΡΙΕΡΓΟ ΗΧΟ ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΞΥΠΝΙΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΙΠΟΤΑ, ΣΙΩΠΗ.
ΠΗΓΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΜΕΡΑ ΣΕ ΚΑΡΔΙΟΛΟΓΟ, ΟΛΑ ΤΕΛΕΙΑ, ΠΗΓΑ ΣΕ ΩΤΟΡΙΝΟΛΑΡΙΓΓΟΛΟΓΟ ΚΑΙ ΜΟΥ ΒΡΗΚΕ ΤΑ ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΙΓΜΟΡΙΤΙΔΑΣ ΜΟΥ ΕΔΩΣΕ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΓΙΑ 10 ΗΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΕΙΜΑΙ ΚΑΛΑ.
ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΑ ΛΟΙΠΩΝ ΩΣ ΕΚ ΘΑΥΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΗΝΑ ΝΩΡΙΤΕΡΑ ΑΠΟ ΟΤΙ ΠΕΡΙΜΕΝΑΜΕ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ (29-6-13).
ΕΚΑΝΑ ΚΑΙ ΑΞΟΝΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ Η ΙΓΜΟΡΙΤΙΔΑ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΛΛΑ ΚΑΝΕΝΑ ΕΙΔΟΥΣ ΑΙΜΑΤΩΜΑ Η ΠΡΟΒΛΗΜΑ.
ΔΟΞΑ ΤΗΝ ΑΓΙΑ, ΟΜΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΑΔΙΑΙΡΕΤΗ ΤΡΙΑΔΑ.
Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΚΕΛΛΑ ΝΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΙ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΑΜΗΝ
Στην παραβολή του σπορέως ο Κύριος Ιησούς εξηγεί: «το χωράφι είναι ο κόσμος, ο καλός σπόρος είναι όσοι ανήκουν στη βασιλεία του Θεού. Τα ζιζάνια είναι όσοι ανήκουν στον πονηρό, ο εχθρός που τα έσπειρε είναι ο διάβολος, ο θερισμός είναι το τέλος του κόσμου και οι θεριστές είναι οι άγγελοι. Όπως λοιπόν μαζεύονται τα ζιζάνια και καίγονται στη φωτιά, έτσι θα γίνει στο τέλος του κόσμου. Θα στείλει ο Υιός του Ανθρώπου τους αγγέλους του και θα μαζέψουν από το χώρο της βασιλείας του όσους προκαλούν την πτώση των άλλων και κάνουν πράγματα αντίθετα με τον νόμο του Θεού, και θα τους ρίξουν στο καμίνι της φωτιάς· εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους. Τότε οι ευσεβείς θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του πατερά τους. Όποιος έχει αυτιά για ν’ ακούει ας ακούει». (Ματθ. ιγ΄ 38-43).
Προτού όμως έρθει το τέλος του κόσμου, θα έχει έρθει το τέλος πολλών από μας. Τώρα, όταν πέθανε ο φτωχός Λάζαρος, την ψυχή του την μετέφεραν οι άγγελοι στους κόλπους του Αβραάμ· όταν όμως πέθανε ο άσπλαχνος πλούσιος, πήγε στην κόλαση (βλ. Λουκ. ιστ’ 19-23). Γι’ αυτό, άνθρωπε, να θυμάσαι πως για σένα το τέλος του κόσμου θα είναι το τέλος το δικό σου. Στο θάνατό σου θα σε θερίσουν είτε οι άγγελοι, είτε οι πονηροί δαίμονες. Είναι καλό να εμπιστευτείς τον εαυτό σου στο έλεος του Θεού. Το να εμπιστεύεσαι όμως το Θεό και να εξακολουθείς ν’ αμαρτάνεις χωρίς να μετανοείς, είναι σα να εμπαίζεις το Θεό. Άκου τι λέει ο Σωτήρας μας: «ούτω λέγω υμίν, χαρά γίνεται ενώπιον των αγγέλων του Θεού επί ένί αμαρτωλώ μετανοούντι» (Λουκ. ιε’ 10).
Αλίμονο σ’ εκείνους που πεθαίνουν στην αμαρτία, χωρίς να μετανοήσουν. Ο μεγάλος απόστολος κάνει μια αυστηρή προειδοποίηση: «ο Θεός ούτε του αγγέλους δε λυπήθηκε όταν αμάρτησα, αλλά τους έριξε στα τάρταρα όπου φυλάγονται δέσμιοι στο σκοτάδι περιμένοντας την τελική κρίση. Ούτε τον αρχαίο κόσμο δεν λυπήθηκε, έναν κόσμο που ήταν γεμάτος από ασεβείς, αλλά έφερε τον κατακλυσμό· μονό τον Νώε τον κήρυκα της δικαιοσύνης, τον άφησε να σωθεί με άλλους εφτά. Και καταδίκασε σε καταστροφή τις πόλεις Σόδομα και Γόμορρα και τις έκανε στάχτη· κι αυτό, για να παραδειγματίζονται όσοι στο μέλλον δεν σέβονται το Θεό…» (Β΄ Πέτρ. β΄ 4-6). Πολύ περισσότερο δε θα λυπηθεί εκείνους που είναι χριστιανοί κατ’ όνομα, αλλά στην πραγματικότητα είναι με λόγια και με έργα υπηρέτες του πονηρού. Μπορεί κάποτε να μεταμεληθούν όπως ο Ιούδας, αλλά θα είναι πολύ αργά. «Μέλλει γαρ ο υιός του ανθρώπου έρχεσθαι εν τη δόξη του πατρός αυτού μετά των αγγέλων αυτού, και τότε αποδώσει εκάστω κατά την πράξιν αυτού» (Ματθ. ιστ’26).
Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού
Η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα είναι πολύ ένδοξος αλλά και πολύ δραματική. Στην πρώτη έλευσή Του εμφανίστηκε ένα πλήθος αγγέλων στους ποιμένες της Βηθλεέμ. Στη δεύτερη έλευσή Του θα Τον συνοδεύουν όλοι οι άγιοι άγγελοί Του. «Και θα στείλει τους αγγέλους του να σαλπίσουν δυνατά και να συνάξουν τους εκλεκτούς του από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, από το ένα άκρο του κόσμου ως το άλλο». (Ματθ. κδ΄ 31). «Τότε οι ευσεβείς θα λάμψουν σαν τον ήλιο στη βασιλεία του πατερά τους». (Ματθ. ιγ΄ 43). Οι άγγελοι λοιπόν θα είναι οι θεριστές στο θερισμό του Θεού.
Η μεγαλύτερη ανταμοιβή που υποσχέθηκε ο Χριστός στους εκλεκτούς και τους δίκαιους, εκείνους που έζησαν στη γη σύμφωνα με το ευαγγέλιό Του και υπόφεραν γι’ αυτό, είναι ότι θα γίνουν ισοστάσιοι με τους αγγέλους. Είπε ο ίδιος, απαντώντας στο σοφιστικό λόγο των Σαδδουκαίων: «για όσους όμως αξιωθούν να αναστηθούν από τους νεκρούς και να ζήσουν στον καινούριο κόσμο ούτε θα παντρεύονται ούτε θα παντρεύουν. Κι αυτό, γιατί δεν θα υπάρχει γι’ αυτούς θάνατος· σαν αναστημένοι άνθρωποι που θα είναι, θα είναι ίσοι με τους αγγέλους και παιδιά του Θεού». (Λουκ. κ΄ 35-36).
Όταν διαβάζουμε τα λόγια αυτά νιώθουμε να μας καταλαμβάνει ολόκληρους δέος, φόβος. Πώς μπορούμε να γίνουμε ίσοι με τους αγγέλους; Έχει γραφεί γι’ αυτούς: «Ο Θεός έστη εν συναγωγή Θεών, εν μέσω δε θεούς διακρινεί». Και λίγο παρακάτω: «θεοί έστε και υιοί Υψίστου πάντες». (Ψαλμ. πα’ 1,6).
Εδώ οι άγγελοι καλούνται θεοί όχι επειδή έχουν θεϊκή φύση, αλλά επειδή βρίσκονται σε στενή επαφή με το Θεό. Πώς μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν ίσοι μ’ αυτούς; Να, τι λέει ο ιερός ποιητής για τους αγγέλους:
«Ωραιότητι φαιδρύνεσθε πανάγιοι, άγγελοι του Παντοκράτορος, πλησιάζοντες τη αφράστω, δόξη ακραιφνώς, και πόθω κραυγάζοντες αυτώ· Ευλογητός ει ο Θεός, ο των πατέρων ημών» (Όρθρος, ωδή ζ’ πλ. β’ ήχου).
Πώς λοιπόν εμείς, που βλασφημούμε το Χριστό καθημερινά με τις αμαρτίες μας, θα γίνουμε ισάγγελοι, ίσοι με τους αγγέλους που δοξολογούν συνέχεια το Θεό;
Πρώτ’ απ’ όλα ο Χριστός μίλησε για τους «καταξιωθέντες»· και δεύτερο ότι αυτό θα γίνει με «την υπερβάλλουσαν της γνώσεως αγάπην» (Λουκ. κ’ 35 και Εφ. γ΄ Ί9).
Ας ταπεινωθούμε κι ας ακούσουμε τι μας λέει ό θεατής των ουρανίων μυστηρίων απόστολος: «οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν αυτόν» (Β’ Κορ. β’ 9).
Εδώ είναι το κλειδί του μυστηρίου: εκείνοι που αγαπούν το Θεό, είτε άγγελοι είναι είτε άνθρωποι, για το Θεό είναι ίσοι.
Απ’ αυτήν την άποψη ονομάζουμε τους αγγέλους πρεσβύτερους αδελφούς μας, για να τους τιμήσουμε και να προσευχηθούμε σ’ αυτούς από την κοιλάδα αυτή του κλαύθμωνος:
Άγιοι Αρχάγγελοι και Άγγελοι,
πρεσβεύσατε στο Θεό για μας τους αμαρτωλούς!
Το θαύμα αυτό έχει σχέση με μία κοπέλα, την κ. Στρατούλα από τη Χαλκίδα που στα 26 της χρόνια, το Σεπτέμβριο τού 1996, προσβλήθηκε από καρκίνο. Να πώς μας διηγείται η ίδια τον θαυματουργικό τρόπο με τον οποίο απαλλάχτηκε από αυτόν.
Στα 26 μου χρόνια, ένα test έδειξε ότι είχα προσβληθεί από τον ίο, που αλλοιώνει τα κύτταρα έξω από τον τράχηλο. Οι γιατροί μου έκαναν κάποια επέμβαση, κόβοντας ένα κομμάτι από τον τράχηλο. Μετά από τρεις μήνες το test έδειξε ότι είχα γιατρευτεί.
Ύστερα από κάποιο διάστημα ο ιός μου ξαναχτύπησε την πόρτα. Τότε αποφάσισα να θέσω τη ζωή μου στα χέρια τού Αγίου Παρθενίου. Νήστεψα 40 ημέρες, εξομολογήθηκα, κοινώνησα και καθημερινά διάβαζα τον Παρακλητικό Κανόνα τού Αγίου.
Από την πρώτη κιόλας μέρα, είδα στον ύπνο μου τρεις φορές να εμφανίζεται και να χάνεται μπροστά μου μια τεράστια εικόνα τού Αγίου Παρθενίου. Ήταν μεγάλη σαν όλο το δωμάτιο και φωτεινή. Τότε ξυπνώντας, κατάλαβα ότι ο Άγιος με είχε ακούσει και ήταν δίπλα μου. Δεν έπαψα να είμαι και εγώ κοντά του.
Όταν ξανάκανα το test, η απάντηση ήταν αρνητική για τον ιό και είχε μείνει πια μια απλή φλεγμονή. Με δάκρυα ευχαρίστησα τον Άγιο Παρθένιο και αποφάσισα να συνεχίσω με περισσότερη πίστη τις προσευχές μου. Η επόμενη εξέταση ήταν αρνητική για κάθε κακοήθεια και δεν υπήρχε ούτε φλεγμονή. Όλα αυτά χωρίς φάρμακα, χωρίς γιατρούς, χωρίς τις επώδυνες και βασανιστικές θεραπείες για τον καρκίνο, που εφαρμόζουν οι γιατροί στις μέρες μας.
Τώρα τον έχω πάντα προστάτη μου, πάνω από το κρεβάτι μου και μία φορά την εβδομάδα ανεβαίνω στο Μοναστήρι να προσευχηθώ και να τον ευχαριστήσω. Στην προσπάθειά μου αυτή βοήθησαν οι δυο γερόντισσες μοναχές τού Μοναστηριού που με τις συμβουλές και την κατανόηση τους τόνωσαν την ψυχή μου, για να μπορώ να προσεύχομαι με περισσότερη δύναμη και με όπλισαν με υπομονή και καρτερικότητα. Τις ευχαριστώ.
Πράγματι, μας διαβεβαιώνει η γερόντισσα Μαριάμ της Ι. Μ. Μακρυμάλλης, η κ. Στρατούλα είναι τελείως καλά. Τώρα παντρεύτηκε κιόλας και δεν ξεχνά ποτέ το τάμα της. Μία φορά την εβδομάδα σε ένδειξη σεβασμού, αγάπης και ευγνωμοσύνης προς τον Άγιο, ανεβαίνει στο Μοναστήρι μας, γονατίζει μπροστά στην αγία κάρα του και τον ευχαριστεί για το μεγάλο δώρο που της έκανε.
http://agiameteora.net/
Developing the will involves training it to be oriented to the virtues––humility, meekness, patience, continence, submissiveness, helpfulness and others. This activity is primarily directed against self-will.
Saint Theophan says,
"This infirmity is healed by submission to the will of God, with denial of your own and of any other."
This includes the following:
1. Obedience to God's commandments according to each person's duty or calling.
2. Submission to the whole church rubrics or rule
3. Submission to civil order, or to family duty, for they are conduits of God's will.
4. Obeying to God's will as manifested in your fate.
5. Subjecting yourself to the spirit that is zealous to fulfill its vows.
The challenge is to determine what is possible for you to do. It is important to do everything with discernment. Each day go over all the possible opportunities and the deeds done.
Saint Theophan says,
"Those who are used to doing righteous deeds never pre-determine what they are going to do, but do always what God sends them, for everything comes from God. He reveals His own determinations to us through different occurrences... Do everything with humility and fear of God according to God's will and to His glory."
His next point is an important one. The spirit with which we do good deeds is most important.
"He who does something out of self-reliance, with boldness and audacity, out of self-gratification or man-pleasing, no matter how righteous the works may be, only fosters within himself an evil spirit of self-righteiousness, arrogance and pharisaism."
To often we find ourselves caught up in our self-directed works. We may attend a charity ball, tournament, or dinner, or serve at a soup kitchen thinking we are dong good, when in fact we are acquiescing to social norms or pressures, acting out of a human-pleasing duty, seeking recognition or simply engaging in personal pleasure.
Begin with the small acts and to ascend to what is higher, he says. "It is good to choose one outstanding virtuous work according to your character and station, and stick with it unswervingly... Everything should be done in moderation... The most reliable of all is almsgiving..."
Ref: Path to Salvation, p 250-255
http://orthodoxwayoflife.blogspot.ca/2010/02/spiritual-exercises-for-will.html
Η θέση της γυναίκας στη ζωή της Εκκλησίας δεν ακολούθησε τη θέση της στην κοινωνία. Η γυναίκα στην πίστη μας τιμάται στο πρόσωπο της Παναγίας στην υψηλότερη θέση που μπορούσε να πάρει ο άνθρωπος, είναι το δώρο της ανθρωπότητας στο Θεό.
Αλλά και πλήθος γυναικών θαυμάζεται και τιμάται για την αγάπη και την πίστη στο Θεό και έχει λάβει περίοπτη θέση στο χριστιανικό εορτολόγιο και στην πνευματική ζωή. Είναι πρότυπα για την Εκκλησία και τα μέλη της.
Δεν είναι η εργασία, η μόρφωση, η ομορφιά και η εμφάνιση ή η ευφυΐα με την οποία ασχολείται η πίστη μας, όταν προβάλλει τις γυναίκες. Είναι η σχέση με το Θεό, την οποία αναπτύσσουν στη ζωή τους οι γυναίκες που τιμώνται από την Εκκλησία, το κριτήριο για την ανάδειξή τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους άνδρες αγίους. Δεν ασχολείται η Εκκλησία με τα χαρίσματα ή την καταγωγή ή την κοσμική τους πρόοδο. Καταγράφει όλα αυτά, αλλά προχωρεί στη σχέση με το Θεό που δίνει άλλο νόημα στη ζωή των ανθρώπων και τους αγιάζει.
Όλα αυτά ενώ η κοινωνία επεφύλαξε στο παρελθόν ένα ρόλο κλειστό και περιορισμένο για τις γυναίκες. Τις θεωρούσε ως τις φύλακες των σπιτιών και των οικογενειών, ως αυτές που είχαν την ευθύνη για την ανατροφή των παιδιών, ως τα πρόσωπα εκείνα που έπρεπε να είναι πάντοτε υπό την σκιά των ανδρών. Γι’ αυτό και τα όποια δικαιώματα για τις γυναίκες άργησαν πολύ να δοθούν από τις ανθρώπινες κοινωνίες και σε κάποιους λαούς και κοινωνίες δεν έχουν δοθεί ακόμη.
Για την πίστη όμως υπάρχει ο περίφημος λόγος του αποστόλου Παύλου προς τους Γαλάτες: «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ. Πάντες γαρ υμείς εις εστέ εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3, 28). Η διαφοροποίηση των φύλων έχει να κάνει με το ρόλο, όχι με την αξία των προσώπων έναντι του Θεού. Η σωτηρία δεν είναι για τους άνδρες μόνο. Όπως κάθε διάκριση, είτε ανάμεσα στις εθνικότητες, είτε ανάμεσα στα θρησκεύματα, είτε στην κοινωνική και ταξική καταγωγή έχει καταργηθεί, έτσι και η διάκριση ανάμεσα στα φύλα δεν μπορεί να ισχύει στην Βασιλεία του Θεού. Ο άνθρωπος δεν γίνεται πολίτης της επειδή είναι άνδρας, Ιουδαίος, ελεύθερος, αλλά κατά τη πίστη του. Δεν είναι η εξουσία και η ισχύς τα κριτήρια της αποδοχής ενός ανθρώπου από το Θεό, αλλά η ιδιότητα του προσώπου, που είναι μοναδική και ανεπανάληπτη. Γιατί η γυναίκα είχε αυτή τη θέση στην κοινωνία, επειδή θεωρούνταν ανίσχυρη να επιβληθεί με τις δυνάμεις της στον ανδρικό εγωισμό και ανίκανη να διοικήσει την κοινωνία και να δώσει με το δικό της τρόπο και ήθος άλλο μήνυμα στη ζωή και τον κόσμο.
Η Εκκλησία δεν μπαίνει στη λογική της συζήτησης της ικανότητας της γυναίκας να εξουσιάσει ή να διοικήσει την κοινωνία και τη ζωή. Αποκαθιστά τη γυναίκα στο πρότερον κάλλος της σχέσης με το Θεό, από το οποίο και εκείνη και ο άνδρας εξέπεσαν εξαιτίας της αμαρτίας. Και ζητά τόσο από εκείνη όσο και από τον άνδρα να οικειωθούν την πίστη που τους οδηγεί στον αληθινό Θεό, στην μεταμόρφωση του κατ’ εικόνα τους στο καθ’ ομοίωσιν και να αναλάβουν το ρόλο που μπορούν, ανάλογα με το χάρισμά τους, στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή της Βασιλείας του Θεού.
Γυναίκα και άνδρας λειτουργούν ως «εις» εν Χριστώ Ιησού. Και αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσα από την πίστη, την εν Αγίω Πνεύματι κοινωνία και την παράθεση της ζωής τόσο του άνδρα όσο και της γυναίκας στο Χριστό.
Η πίστη συνεπάγεται την εμπιστοσύνη στο Χριστό ως τον Σωτήρα και Λυτρωτή και ως Εκείνον που αγαπά τον άνθρωπο τόσο, ώστε να σαρκωθεί, να σταυρωθεί, να αναστηθεί και να οδηγήσει την ανθρώπινη φύση στο Θεό-Πατέρα. Η πίστη δεν είναι μαγική κατάσταση. Είναι δωρεά του Θεού, αλλά και απάντηση στις αναζητήσεις της ανθρώπινης ύπαρξης. Ταυτόχρονα, αποτελεί επιλογή του ανθρώπου, άνδρα και γυναίκας, κίνηση αποδοχής του Θεού ως Πατέρα και απόφαση χρήσης της ελευθερίας ως υπέρβασης του εγωισμού, της αμφιβολίας, της αυτο-θεοποίησης. Με άλλο τρόπο, εξαιτίας της διαφορετικότητας των φύλων, εκφράζει την απιστία στο Θεό και την προτεραιότητα του εαυτού ο άνδρας, με άλλον η γυναίκα. Και στα δύο φύλα όμως πρυτανεύει ο εγωισμός, φανερός ή κρυφός. Και ο εγωισμός μόνο με την ταπεινότητα της πίστης θεραπεύεται.
Η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος συνεπάγεται την άρνηση του ανθρώπου να προτάξει το ήθος της εξουσίας ως αυτοσκοπό στη ζωή του και να επιλέξει την οδό της διακονίας της αγάπης μέσα από την συνάντηση με τον άλλο. Ο άλλος ας θέλει να εξουσιάζει. Αυτός που έχει εν τη καρδία του το Άγιο Πνεύμα επιλέγει την αγάπη. Και η αγάπη εκφράζεται με την καλοσύνη, τον διάλογο, τη σιωπή, την υπομονή, την ταπεινότητα. Η αγάπη εκφράζεται με την θυσία της παραίτησης από τα δικαιώματα. Η αγάπη εκφράζεται με την ασφάλεια που ο ένας μπορεί να παρέχει στον άλλο. Και αυτοί οι τρόποι δεν έχουν να κάνουν με τα φύλα, αλλά είναι στοιχεία που όλοι οι άνθρωποι καλούνται να ζήσουν. Γιατί αποτελούν δωρεές της σχέσης με το Θεό εν Αγίω Πνεύματι στη ζωή της Εκκλησίας. Μέσα στην Εκκλησία άνδρας και γυναίκα, όπως και ολόκληρος ο κόσμος βρίσκουν την αληθινή καταξίωση, η οποία δεν μένει στον παρόντα χρόνο, αλλά προχωρεί στην αιωνιότητα.
Χρειάζεται όμως και μία τρίτη κατάσταση. Είναι η εναπόθεση, η παράθεση «πάσης της ζωής ημών Χριστώ τω Θεώ». Τα δύο φύλα δεν περιορίζονται στη σχέση αναμεταξύ τους, στην από κοινού πορεία και διακονία στην οικογένεια, στην εργασία, στη δημιουργία, στη ζωή της Εκκλησίας και του κόσμου, αλλά εμπιστεύονται τη ζωή και την πορεία τους στην προοπτική της σχέσης με το Χριστό. Εμπιστεύονται, αλλά και αφήνονται στην αγάπη του Θεού. Δεν κάνουν ό,τι κάνουν για να πετύχουν κατά κόσμον, αλλά για να υπακούσουν στο θέλημα του Θεού και ταυτόχρονα να μπορούν να χαρούν τη ζωή της Βασιλείας των ουρανών. Δεν είναι οι ανθρώπινοι νόμοι, τα αστικά και άλλα δικαιώματα, τα όποια καθήκοντα του ενός έναντι του άλλου που δίνουν πλαίσια και περιγράφουν τον τρόπο της ζωής, αλλά η γνώση και η βίωση της κοινωνίας με το Χριστό και το άφημα του εαυτού και της ζωής και των δυσκολιών, της οδύνης και του κόπου σ’ Αυτόν. Και όταν χρειαστεί, ακόμη και η συγγένεια, ακόμη και τα χαρίσματα ή οι ικανότητες μπορούν να τεθούν στο περιθώριο, γιατί προηγείται η αγάπη προς το Χριστό. Και αυτός ο δρόμος μπορεί να οδηγήσει στο μαρτύριο, αλλά και στην αληθινή δόξα της κοινωνίας με το Θεό.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία όταν τιμά τη μνήμη κάποιας ξεχωριστής γυναίκας-Αγίας θυμίζει στους πιστούς αυτή την ενότητα που υπάρχει στη ζωή της πίστης. Θυμίζει την πίστη στο Χριστό που επέδειξε η γυναίκα, την κοινωνία με το Θεό και τον συνάνθρωπο στη ζωή της Εκκλησίας, αλλά και την παράθεση της ζωής της στο Χριστό που την οδηγεί στο μαρτύριο είτε του αίματος είτε της συνειδήσεως.
Και, παράλληλα, υπενθυμίζει ότι και ο Χριστός εκ γυναικός γεννήθηκε, για να μη μένει καμία αμφιβολία ότι δεν είναι η ισχύς και η εξουσία που δίνουν κατά Θεόν νόημα στη ζωή, αλλά η σχέση με τον Θεάνθρωπο. Για να αποτελεί τελικά η τιμώμενη γυναίκα πρότυπο, όχι μόνο για τις άλλες γυναίκες, αλλά και για τους άνδρες, για όλα τα μέλη του σώματος του Χριστού. Για να μπορούμε όλοι, ζώντας την ενότητα της πίστεως, την κοινωνία του Αγίου Πνεύματος και την παράθεση της ζωής μας Χριστώ τω Θεώ, να βιώνουμε τη χαρά της Βασιλείας, ακόμη κι αν ο κόσμος μας βλέπει τα πράγματα αλλιώς, κατά το εγωκεντρικό του, κατά το εξουσιαστικό του, κατά το αυτορυθμιστικό του θέλημα. Η αποτυχία αυτού του θελήματος και ο θάνατος που φέρνει μας καλούν να δούμε τον άλλο δρόμο και να επιλέξουμε.
http://agiameteora.net/
A young and successful executive was traveling down a neighborhood street, going a bit too fast in his new Jaguar. He was watching for kids darting out from between parked cars and slowed down when he thought he saw something. As his car passed, no children appeared. Instead, a brick smashed into the Jag's side door! He slammed on the brakes and drove the Jag back to the spot where the brick had been thrown. The angry driver then jumped out of the car, grabbed the nearest kid and pushed him up against a parked car, shouting, "What was that all about and who are you?
Just what the heck are you doing?
That's a new car and that brick you threw is going to cost a lot of money.
Why did you do it?"
The young boy was apologetic. "Please mister ... please, I'm sorry... I didn't know what else to do," he pleaded.
"I threw the brick because no one else would stop..."
With tears dripping down his face and off his chin, the youth pointed to a spot just around a parked car.
"It's my brother," he said.
"He rolled off the curb and fell out of his wheelchair and I can't lift him up."
Now sobbing, the boy asked the stunned executive, "Would you please help me get him back into his wheelchair? He's hurt and he's too heavy for me."
Moved beyond words, the driver tried to swallow the rapidly swelling lump in his throat. He hurriedly lifted the handicapped boy back into the wheelchair, then took out his fancy handkerchief and dabbed at the fresh scrapes and cuts. A quick look told him everything was going to be okay.
"Thank you and may God bless you," the grateful child told the stranger.
Too shook up for words, the man simply watched the little boy push his wheelchair-bound brother down the sidewalk toward their home. It was a long, slow walk back to the Jaguar. The damage was very noticeable, but the driver never bothered to repair the dented side door. He kept the dent there to remind him of this message: Don't go through life so fast that someone has to throw a brick at you to get your attention!
God whispers in our souls and speaks to our hearts. Sometimes when we don't have time to listen, He has to throw a brick at us.
It's our choice: Listen to the whisper ... or wait for the brick!
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/10/the-brick-and-wheelchair.html

The question is always being asked, "Is it possible for those living in the world to occupy themselves with noetic [1] prayer?" To those who ask we answer quite affirmatively, "Yes." In order to make this exhortation of ours comprehensible to those interested, but at the same time to make aware those who are unaware, we will briefly explain this, so that no one will be placed in a quandary by the various interpretations and definitions of noetic prayer that exist.
Generally speaking, prayer is the sole obligatory and indispensable occupation and virtue for all rational beings, both sentient and thinking, human and angelic. For this reason we are enjoined to the unceasing practice of the prayer [2].
Prayer is not divided dogmatically into types and methods but, according to our Fathers, every type and method of prayer is beneficial, as long as it is not of diabolic delusion and influence. The goal of this all-virtuous work is to turn and keep the mind of man on God. For this purpose our Fathers devised easier methods and simplified the prayer, so that the mind might more easily and more firmly turn to and remain in God. With the rest of the virtues other parts of man's body come into play and senses intervene, whereas in blessed prayer the mind alone is fully active; thus much effort is needed to incite the mind and to bridle it, in order that the prayer may become fruitful and acceptable. Our most holy Fathers, who loved God in the fullest, had as their chief study uniting with God and remaining continuously in Him; thus they turned all of their efforts to prayer as the most efficient means to this end.
There are other forms of prayer which are known and common to almost all Christians which we will not speak about now; rather we will limit ourselves to that which is called "noetic prayer", which we are always being asked about. It is a subject that engages the multitude of the faithful since next to nothing is known regarding it, and it is often misconstrued and described rather fantastically. The precise way of putting it into practice as well as the results of this deifying virtue, which leads from purification to sanctification, we will leave for the Fathers to tell. We paupers will only mention those things which are sufficient to clarify the matter and to convince our brethren living in the world that they need to occupy themselves with the prayer.
The Fathers call it noetic because it is done with the mind, the "nous", but they also call it "sober watchfulness" [3] which means nearly the same thing. Our Fathers describe the mind as a free and inquiring being which does not tolerate confinement and is not persuaded by that which it can't conceive on its own. Primarily for this reason they selected just a few words in a single, simple prayer, "Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me", so that the mind would not require a great effort in order to hold on to a long, protracted prayer. Secondly, they turned the mind within, to the center of our reason, where it resides motionless with the meaning of the divine invocation of the most sweet Name of our Lord Jesus, in order to experience as soon as possible the divine consolation. It is impossible, according to the Fathers, for our all-good Master, being thus called upon continuously, not to hear us, He Who desires so much the salvation of men.
Just as a natural virtue that is aspired to can only be achieved by the conducive means, so also this holy work requires some nearly indispensable rudiments: a degree of quiet; freedom from cares; avoidance of learning about and spreading the "news" of things going on, the "giving and taking" as the Fathers put it; self discipline in all things; and an overall silence which stems from these things. Moreover, I don't think this persistence and habit will be unattainable for devout people who take an interest in this holy activity. The good habit of a regular prayer time, morning and evening, always about the same time, would be a good beginning.
With surety we have emphasized perseverance as the most indispensable element in prayer. Rightly it is stressed by St. Paul, "Continue steadfastly in prayer."(Col. 4:2) In contrast to the rest of the virtues, prayer requires effort throughout our entire lifetime, and for this reason I repeat to those who are making the attempt not to feel encumbered, nor to consider the need for endurance as a failure in this sober-minded work.
In the beginning it is necessary to say the prayer in a whisper, or even louder when confronted by duress and inner resistance. When this good habit is achieved to the point that the prayer may be sustained and said with ease, then we can turn inwardly with complete outer silence. In the first part of the little book (Way of the Pilgrim) a good example is given of the initiation into the prayer. Sound persistence and effort, always with the same words of the prayer not being frequently altered, will give birth to a good habit. This will bring control of the mind, at which time the presence of Grace will be manifested.
Just as every virtue has a corresponding result, so also prayer has as a result the purification of the mind and enlightenment. It arrives at the highest and perfect good, union with God; that is to say, actual divinization (theosis). However, the Fathers also have this to say: that it lies with man to seek and strive to enter the way which leads to the city; and if by chance he doesn't arrive at the endpoint, not having kept pace for whatever reason, God will number him with those who finished. To make myself more clear, especially on the subject of prayer, I will explain how all of us Christians must strive in prayer, particularly in that which is called monological [4] or noetic prayer. If one arrives at such prayer he will find much profit.
By the presence of the Jesus Prayer man is not given over to temptation which he is expecting, because its presence is sober watchfulness and its essence is prayer; therefore "the one who watches and prays does not enter into temptation." (cf. Matt. 26:41) Further, he is not given over to darkness of mind so as to become irrational and err in his judgments and decisions. He does not fall into indolence and negligence, which are the basis of many evils. Moreover, he is not overcome by passions and indulgences where he is weak, and particularly when the causes of sin are near at hand. On the contrary his zeal and devotion increase. He becomes eager for good works. He becomes meek and forgiving. He grows from day to day in his faith and love for Christ and this inflames him towards all the virtues. We have many examples in our own day of people, and particularly of young people, who with the good habit of doing the prayer have been saved from frightful dangers, from falls into great evils, or from symptoms leading toward spiritual death.
Consequently, the prayer is a duty for each one of the faithful, of every age, nationality, and status; without regard to place, time or manner. With the prayer divine Grace becomes active and provides solutions to problems and trials which trouble the faithful, so that, according to the Scriptures, "Everyone that calls on the Lord shall be saved." (Acts 2:21)
There is no danger of delusion, as is bandied about by a few unknowledgeable people, as long as the prayer is said in a simple and humble manner. It is of the utmost importance that when the prayer is being said no image at all be portrayed in the mind; neither of our Lord Christ in any form whatever, nor of the Lady Theotokos, nor of any other person or depiction. By means of the image the mind is scattered. Likewise, by means of images the entrance for thoughts and delusions is created. The mind should remain in the meaning of the words, and with much humility the person should await divine mercy. The chance imaginations, lights, or movements, as well as noises and disturbances are unacceptable as diabolic machinations towards obstruction and deception. The manner in which Grace is manifested to initiates is by spiritual joy, by quiet and joy-producing tears, or by a peaceful and awe-inspiring fear due to the remembrance of sins, thus leading to an increase of mourning and lamentation.
Gradually Grace becomes the sense of the love of Christ, at which time the roving about of the mind ceases completely and the heart becomes so warmed in the love of Christ that it thinks it can bear no more. Still at other times one thinks and desires to remain forever exactly as one finds oneself, not seeking to see or hear anything else. All of these things, as well as various other forms of aid and comfort, are found in the initial stages by as many as try to say and maintain the prayer, in as much as it depends on them and is possible. Up to this stage, which is so simple, I think that every soul that is baptized and lives in an Orthodox manner should be able to put this into practice and to stand in this spiritual delight and joy, having at the same time the divine protection and help in all its actions and activities.
I repeat once again my exhortation to all who love God and their salvation not to put off trying this good labor and practice for the sake of the Grace and mercy which it holds out to as many as will strive a bit at this work. I say this to them for courage, that they don't hesitate or become fainthearted due to the bit of resistance or weariness which they will encounter. Contemporary elders that we have known had many disciples living in the world, men and women, married and single, who not only arrived at the beginning state but rose to higher levels through the Grace and compassion of our Christ. "It is a trifle in the eyes of the Lord to make a poor man rich." (Sir. 11:23) I think that in today's chaos of such turmoil, denial and unbelief there exists no simpler and easier spiritual practice that is feasible for almost all people, with such a multitude of benefit and opportunity for success, than this small prayer.
Whenever one is seated, moving about, or working, and if need be even in bed, and generally wherever and however one finds oneself, one can say this little prayer which contains within itself faith, confession, invocation and hope. With such little labor and insignificant effort the universal command to "pray without ceasing" (1 Thes. 5:17) is fulfilled to perfection. To whatever word of our Fathers one might turn, or even in their wonderful lives, he will encounter hardly any other virtue given so much praise or applied with such zeal and persistence, so that it alone constitutes the most powerful means of our success in Christ. It is not our intention to sing the praises of this queen of virtues, or to describe it, because whatever we might say would instead rather diminish it. Our aim is to exhort and encourage every believer in the working of the prayer. Afterwards, each person will learn from his own experience what we have said so poorly.
Press forward you who are doubtful, you who are despondent, you who are distressed, you who are in ignorance, you of little faith, and you who are suffering trials of various kinds; forward to consolation and to the solution to your problems. Our sweet Jesus Christ, our Life, has proclaimed to us that "without Me you can do nothing." (Jn. 15:5) Thus behold that, calling upon Him continuously, we are never alone; and consequently "we can and will do all things through Him." (cf Phil. 4:13) Behold the correct meaning and application of the significant saying of the Scripture, "Call upon Me in your day of trouble and I will deliver you, and you shall glorify Me." (Ps. 49(50):15) Let us call upon His all-holy Name not only "in the day of trouble" but continuously; so that our minds may be enlightened, that we might not enter into temptation. If anyone desires to step even higher where all-holy Grace will draw him, he will pass through this beginning point, and will be "spoken to" [5] regarding Him, when he arrives there.
As an epilogue to that which has been written we repeat our exhortation, or rather our encouragement, to all the faithful that it is possible and it is vital that they occupy themselves with the prayer, "Lord Jesus Christ, have mercy on me", the so-called "noetic prayer", with a sure faith that they will benefit greatly regardless of what level they may reach. The remembrance of death and a humble attitude, together with the other helpful things that we have mentioned, guarantee success through the grace of Christ, the invocation of Whom will be the aim of this virtuous occupation. Amen.
by Elder Joseph of Vatopaidi (Spiritual Child of Elder Joseph the Hesychast)
source :http://orthodoxinfo.com/search.aspx?q=Jesus+Prayer

Σύριγγα θανάτου – μετάνοια ζωῆς
Στὸ Εὐαγγέλιο διαβάζουμε ὅτι στὸν Γολγοθὰ τὴν ὥρα τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ ἕνας ἐκ τῶν ληστῶν, ποὺ σταυρώθηκε μαζί του, εἶπε στὸν Χριστό: «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. κγ´ 42). Καὶ ὁ Χριστὸς τὸν διαβεβαίωσε ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα θὰ εἰσερχόταν στὴν Βασιλεία Του.
Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἑρμηνεύοντας αὐτὸ τὸ γεγονὸς ἀποκαλοῦν τὸν ληστὴ θεολόγο, ποὺ θεολόγησε ἀπὸ τὸν σταυρό, ἀναγνωρίζοντας ὅτι ὁ Χριστός, ποὺ καταδικάστηκε νὰ πεθάνη διὰ τοῦ Σταυροῦ εἶναι Θεός. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔχει μιὰ τέτοια ὁμιλία.
Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἐπαναλαμβάνεται ποικιλοτρόπως σὲ κάθε ἐποχή. Πόσοι ἄνθρωποι δὲν ὁμολογοῦν τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ καὶ δὲν προσεύχονται σὲ Αὐτόν, ἀκόμη καὶ τὴν ὥρα ποὺ πεθαίνουν! Πόσοι δὲν τελειώνουν τὴν ζωή τους μὲ μετάνοια καὶ συντριβή!
Διάβασα σὲ περιοδικὸ ὅτι ὁ μακαριστὸς Ἐπίσκοπος Πατάρων Εἰρηναῖος, ποὺ ἀνήκει στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο, καὶ ὑπηρετοῦσε στὴν Ἱερὰ Ἀρχιεπισκοπὴ Θυατείρων καὶ Μεγάλης Βρετανίας, στὸν Πρόλογο τοῦ βιβλίου του μὲ τίτλο «Λουλούδια ἀπὸ τοὺς κήπους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας» ἀναγράφει ἕνα συγκλονιστικὸ περιστατικό:
«Προχθές, γυρίζοντας ἀπὸ ἕναν Ἑσπερινὸ πέρασα ἀπὸ τὴν Ὁμόνοια. Πλῆθος νέων ἦταν μαζεμένοι γύρω ἀπὸ ἕνα παιδί. Στὸ χέρι του κρατοῦσε τὴν τελευταία σύριγγα τοῦ θανάτου. Τὸν πλησίασα καὶ μὲ δακρυσμένα μάτια φώναξε: “ Βοήθεια, πεθαίνω…”. Ἔτρεξα κοντά του τὸν ἀγκάλιασα. Μὲ σπασμένη φωνὴ μοῦ εἶπε: “ Παππούλη, πεθαίνω διάβασέ μου μιὰ εὐχή“ . Γονάτισα, τοῦ διάβασα μία εὐχή. Ψέλλισε δύο λέξεις: “ πὲς τοῦ Χριστούλη νὰ μὲ δεχτεῖ” καὶ ξεψύχησε μέσα στὴν ἀγκάλη μου, ἄγνωστος μεταξὺ ἀγνώστων. Φεύγοντας, ψιθύριζα μία προσευχή. ”Χριστέ μου, μία λέξη εἶπε ὁ ληστὴς καὶ τὸν δέχτηκες στὴν βασιλεία Σου, δέξου καὶ τὴν ψυχὴ αὐτοῦ τοῦ παιδιοῦ σου”» (Περιοδικὸ «Ἐρῶ», Ἀπρίλιος-Ἰούνιος 2011).
Τὸ περιστατικὸ αὐτὸ εἶναι πολὺ χαρακτηριστικό. Τὸ παιδὶ αὐτό, ποὺ ἦταν πληγωμένο ἀπὸ τὴν σύγχρονη μάστιγα τῶν ναρκωτικῶν πέθανε στὸν δρόμο, ζητώντας προσευχὴ καὶ ἐπιθυμώντας νὰ τὸν δεχθῆ ὁ Χριστὸς στὴν βασιλεία Του. Ποιός ξέρει πόσα βάσανα πέρασε στὴν ζωή του, γιὰ νὰ καταλήξη στὰ ναρκωτικὰ καὶ ποιός ξέρει πόσες πληγὲς δέχθηκε ἀπὸ τὸ στενὸ καὶ εὐρύτερο κοινωνικὸ περιβάλλον καὶ ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους τῶν ναρκωτικῶν, τοὺς ἐμπόρους τοῦ θανάτου! Καὶ ὅμως πέθανε μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν αἴτηση γιὰ τὴν Βασιλεία Του.
. Ἀλλὰ καὶ ἡ προσφορὰ τῶν Κληρικῶν εἶναι μεγάλη, ὅταν ἀνοίγουν τὴν ἀγκαλιά τους σὲ τέτοιες πληγωμένες ὑπάρξεις, ὅταν δέχωνται τὸν πόνο τῶν ἀνθρώπων, ὅταν χύνουν κάποια δάκρυα γιὰ τοὺς νέους ποὺ βασανίζονται σκληρά.
Συγκινήθηκα διαβάζοντας αὐτὸ τὸ περιστατικό, γιατί θυμήθηκα μία παρόμοια σκηνή. Κοντὰ στὴν Ὁμόνοια τῆς Ἀθήνας κάποια κοπέλα 25-30 ἐτῶν, ποὺ ἔμοιαζε μὲ 60 ἐτῶν, σκελετωμένη ἀπὸ τὰ ναρκωτικά, πονεμένη στὸ πρόσωπο, ποὺ ἦταν σκαμμένο ἀπὸ τὸν πόνο καὶ τὰ βάσανα, μὲ ἐκλιπαροῦσε: «Παππούλη, κάνε μιὰ προσευχὴ γιὰ μένα, γιὰ νὰ σωθῶ» καὶ μοῦ εἶπε τὸ ὄνομά της. Ἀκόμη καὶ τώρα, ὕστερα ἀπὸ χρόνια, ἔχω μέσα μου ἔντονα τὴν ἐνθύμηση τοῦ προσώπου της. Εἶναι παιδιὰ τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀναζητοῦν τὸν Πατέρα τους, ποὺ μὲ τὸν τρόπο τους ζητοῦν ἀγάπη καὶ στοργή, τὴν ὁποία τοὺς τὴν στέρησε ἡ «ἀκοινώνητη κοινωνία».
Ἡ ἱστορία τοῦ Γολγοθᾶ ἐπαναλαμβάνεται καὶ ὁ Χριστὸς ἐξακολουθεῖ νὰἔχη φίλους ἀπὸ τὸ πιὸ πληγωμένο μέρος τῆς κοινωνίας, ἀπὸ τοὺς «ἀνασφάλιστους»!
http://agapienxristou.blogspot.ca/2012/10/blog-post_5310.html
Βλέπω μερικοὺς γονεῖς πόσο ὑπερβολικοὶ εἶναι καὶ πόσο παράλογες ἀπαιτήσεις ἔχουν ἀπὸ τὰ παιδιά τους. Κάποιος μου ἔλεγε ὅτι ὑποχρεώνει τὰ παιδιά του νὰ ἐκκλησιάζονται κάθε Κυριακὴ καὶ τὰ χτυπάει ὅταν τοῦ ποῦν ὅτι δὲν θέλουν νὰ πᾶνε στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι σωστὰ πράγματα, γιατί μὲ τὸ ζόρι δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις τὸν ἄλλο νὰ ἁγιάσει. Ἀλλὰ καὶ μερικοὶ κληρικοὶ εἶναι ἀπόλυτοι καὶ μιλοῦν γιὰ τὸν Θεὸ μὲ ἕνα τρόπο ποὺ σὲ τρομάζει. Ἐγὼ βλέπω ὅτι ἡ σημερινὴ ἐποχὴ ἔχει ἀλλάξει καὶ ὁ ἄνθρωπος σήμερα σκέφτεται καὶ ζεῖ διαφορετικὰ ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τὴν δική μας. Ἐμεῖς σὰν παιδιὰ τρώγαμε ξύλο ἀπὸ τοὺς γονεῖς καὶ τοὺς μεγαλύτερούς μας. Τώρα αὐτὰ δὲν περνοῦν καὶ δὲν φέρνουν καλὸ ἀποτέλεσμα.
Κάποιος ἄλλος μου ἔλεγε ὅτι τὶς ἐλεύθερες ὧρες τοῦ μπαίνει στὰ λεωφορεῖα, κάνει σύντομο κήρυγμα καὶ μοιράζει στοὺς ἐπιβάτες θρησκευτικὰ ἔντυπα ποὺ μιλοῦν γιὰ τὴν ἐξομολόγηση. Μοῦ εἶπε ἐπίσης ὅτι ἔχει πρόβλημα μὲ τὰ παιδιά του, γιατί ντρέπονται μὲ τὴν ἱεραποστολὴ ποὺ κάνει. Τοῦ εἶπα ὅτι εἶναι καλὰ αὐτά, ἀλλὰ ὑπερβολικά,γιατί σήμερα πρέπει νὰ ψάξουμε καὶ νὰ βροῦμε νέους τρόπους ἱεραποστολῆς,ὄχι ὅπως τὴν ἐποχὴ τοῦ πολέμου ποὺ οἱ χριστιανοὶ νέοι τραγουδοῦσαν στοὺς δρόμους καὶ τὰ λεωφορεῖα χριστιανικὰ τραγούδια καὶ μοίραζαν ἔντυπα. Τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο πρέπει νὰ τὸν πλησιάσεις μὲ διαφορετικὸ τρόπο. Ὁ χριστιανὸς πρέπει νὰ ὁμολογεῖ τὸν Χριστὸ ὄχι μὲ λόγια, ἀλλὰ μὲ ἔργα, μὲ τὸ παράδειγμα καὶ τὴν ζωή του.
Οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ μάθουμε νὰ σιωποῦμε, γιατί εἶναι ἐξαιρετικὰ ἐπικίνδυνο (καὶ ἀστεῖο) νὰ ἀναγορεύουμε τοὺς ἑαυτούς μας, ἄλλοτε συνηγόρους τοῦ Θεοῦ καὶ ἄλλοτε εἰδικοὺς στὸ νὰ ἐξηγοῦμε τὶς βουλὲς καὶ τὰ σχέδιά Του.