Translate

Thursday, January 8, 2015

Γιόγκα ( Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης Ἀναστάσιος Γιαννουλᾶτος )



Ἄρθρο ποὺ ἔγραψε ὁ Ἐπίσκοπος Ἀνδρούσης Ἀναστάσιος Γιαννουλᾶτος, νῦν Ἀρχιεπίσκοπος Τιράνων καὶ πάσης Ἀλβανίας
 

Ποικίλες θρησκευτικὲς συνήθειες καὶ τάσεις ἀναπτύχθηκαν στὴ ζωὴ τῶν διαφόρων ἐθνῶν τῆς γῆς. Μιὰ σύντομη ἐνημέρωση γιὰ μερικὲς χαρακτηριστικὲς περιπτώσεις ἐλπίζουμε νὰ βοηθήσει τόσο στὴν προσέγγιση τῆς νοοτροπίας ἄλλων λαῶν, ὅσο καὶ στὴν κατατόπισή μας πάνω σὲ διάφορα ρεύματα ποὺ ἔχουν εἰσδύσει στὸν τόπο μας.
 

Γυμναστική
Στὸ δυτικὸ κόσμο ἡ γιόγκα ἀρχικὰ παρουσιάστηκε σὰν ἕνα εἶδος «γυμναστικῆς», σὰν μέθοδος χαλαρώσεως καὶ ψυχολογικῆς ἠρεμήσεως. Ἡ βασική της διαφορὰ ἀπὸ τὴ γνωστὴ γυμναστικὴ βρίσκεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, στὴ χαρακτηριστική της ἀκινησία. Ἀρκετὲς ἀπὸ τὶς ἀσκήσεις τῆς γιόγκα παρουσιάζουν αὐτὲς καθαυτὲς ὁρισμένα θετικὰ ἀποτελέσματα πάνω σὲ μερικὰ ἄτομα - πρᾶγμα πού, ἄλλωστε, συμβαίνει καὶ μὲ ἀσκήσεις ἄλλων συστημάτων. Γενικὰ ὅμως οἱ ἀσκήσεις αὐτὲς τοποθετοῦνται μέσα σ᾿ ἕνα πλαίσιο ἰνδουιστικῶν ἀντιλήψεων καὶ ἀποτελοῦν στάδια ἑνὸς εὐρύτερου ὅλου, μιᾶς γενικότερης πνευματικῆς πορείας. Στὴν πλήρη τους ἀνέλιξη ἀποσκοποῦν πολὺ μακρύτερα ἀπὸ τὰ ὅρια μιᾶς σωματικῆς εὐεξίας. Αὐτὰ ποὺ προηγοῦνται στὶς ἀσκήσεις γιόγκα ὅπως κι αὐτὰ ποὺ ἕπονται - τὰ ὁποῖα κατὰ κανόνα οἱ πολλοὶ ἀγνοοῦν – σχετίζονται στενὰ μὲ συστήματα «διαλογισμοῦ» καὶ ἐμπειριῶν, ποὺ βρίσκονται φορτισμένα μὲ ἰνδουϊστικὲς φιλοσοφικο-θρησκευτικὲς θεωρίες καὶ ἀξιώματα, κυρίως μὲ τὴ διδασκαλία περὶ μετενσαρκώσεως.
Καὶ γιὰ νὰ γίνουμε περισσότερο παραστατικοί: ὅπως οἱ γονυκλισίες (οἱ «μετάνοιες» τῆς μοναχικῆς μας παραδόσεως) δὲν εἶναι ἁπλὲς κινήσεις τοῦ σώματος, ἀλλ᾿ ἔχουν σχέση μὲ ἕνα γενικότερο πιστεύω καὶ ἐκφράζουν μία συγκεκριμένη διάθεση καὶ τάση ψυχῇς ἀποβλέποντας σὲ πνευματικοὺς σκοπούς, κατὰ παρόμοιο τρόπο - τηρουμένων, βεβαίως, πάντοτε τῶν ἀναλογιῶν - οἱ συνθετότερες ἀσκήσεις τῆς γιόγκα ἔχουν συνάρτηση μὲ ἰνδουϊστικὲς παραστάσεις καὶ σκοπεύουν τελικὰ σὲ πνευματικὲς θρησκευτικὲς ἐμπειρίες.
 

Ζεύξη, ἕνωση
Ἡ λέξη «γιόγκα» (yoga) εἶναι μία ἀπὸ τὶς πιὸ πολυσήμαντες μέσα στὸ ἰνδικὸ λεξιλόγιο. Ἐτυμολογικὰ σημαίνει «ζεύξη», «ἕνωση», «σύνδεση», «ἄσκηση». Τὴν χρησιμοποιοῦν εὐρύτατα οἱ Ἰνδοὶ γιὰ νὰ προσδιορίσουν τὸ μυστικὸ δεσμὸ τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ὑπερβατικὴ πραγματικότητα. Ἄλλα καὶ γιὰ νὰ καθορίσουν τὸν τρόπο, τὸ δρόμο καὶ τὶς μεθόδους ποὺ ὁδηγοῦν στὴν «ἕνωση» αὐτή, στὴν «ἀπελευθέρωση» τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως ἀπὸ τὰ πολύμορφα δεσμὰ καὶ τὶς ψευδαισθήσεις τοῦ παρόντος κόσμου.
Ὡς «γιόγκα» ἐπίσης χαρακτηρίζονται οἱ διάφορες κατευθύνσεις καὶ μέθοδοι, τὶς ὅποιες ἔχει διαμορφώσει ἡ ἰνδικὴ παράδοση στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων, γιὰ νὰ ἐπιτύχει τὴ λύτρωση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸ Ἀπόλυτο. Οἱ τρεῖς βασικοὶ τύποι Ἰνδικῆς θρησκευτικότητας γιὰ τὴν ἐπιδίωξη τῆς σωτηρίας, τῶν ἔργων, τῆς γνώσεως, τῆς ἀφοσιώσεως, ἀποκαλοῦνται ἀντίστοιχα «κάρμα-γιόγκα», «τζνάνα-γιόγκα», «μπάκτι-γιόγκα».
Ἡ ἴδια αὐτὴ λέξη χρησιμοποιεῖται καὶ γιὰ τὸν προσδιορισμὸ μιᾶς ἀπὸ τὶς ἕξι κλασικὲς «ὀρθόδοξες» σχολὲς (ντάρσανας) τοῦ Ἰνδουισμοῦ. Ἔτσι στὸ δυτικὸ κόσμο, ἡ σύγχυση ποὺ δημιουργεῖ ἡ πολυσημία τῆς λέξεως «γιόγκα» ἐπιτείνεται.
Συνοπτικά, ἡ κλασικὴ Γιόγκα, ὡς Σχολή, ἀναγνωρίζει μὲν ἕναν αἰώνιο Θεό, τὸν Ἰσβάρα (Κύριο), δὲν παραδέχεται ὅμως ὅτι αὐτὸς ἐπεμβαίνει στὰ ἀνθρώπινα. Οἱ ἀντιλήψεις γιὰ ἕναν τέτοιο Θεὸ δὲν θὰ μποροῦσαν βέβαια μὲ κανένα τρόπο νὰ ταυτιστοῦν μὲ τὴ χριστιανικὴ θεολογικὴ διδασκαλία.


Βασικὰ στάδια τῆς γιόγκα
Ἡ πρακτικὴ τῆς γιόγκα διδάσκεται σὲ μακρὰ σειρὰ μαθημάτων. Μολονότι ὑπάρχουν πολλὲς παραλλαγές, ποὺ διαμορφώθηκαν στὴν πάροδο τοῦ χρόνου, τὰ συνηθέστερα στάδια τῶν μεθόδων αὐτῶν αὐτοβυθισμοῦ εἶναι ὀκτώ. (α) Ἡ αὐτοσυγκράτηση: συμμόρφωση πρὸς ὁρισμένες ἐπιταγές, ὅπως εἶναι ἡ ἀποφυγὴ γενετησίων σχέσεων, κλοπῆς, φιλαργυρίας, (β) Ἡ αὐτοκαλλιέργεια: ἐπιδίωξη ἀταραξίας, καθαριότητος, συνεπείας στὴν ἄσκηση κ.λπ.
Ὕστερα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δυὸ στάδια ὁ ἀσκούμενος μυεῖται καὶ παίρνει ἀπὸ τὸ δάσκαλό του (γκούρου) ἕνα νέο ὄνομα καὶ μία τελετουργικὴ φράση (μάντρα), τὴν ὁποία ὀφείλει νὰ ἐπαναλαμβάνει ἐπίμονα, γιὰ νὰ ἐπιταχυνθεῖ ἡ πορεία του πρὸς τὴ λύτρωση. (γ) Ὁ ἔλεγχος τοῦ σώματος: μὲ εἰδικὲς στάσεις τοῦ σώματος ἐπιδιώκεται ἡ ἐπιβολὴ πάνω στὶς ζωτικὲς ἐνέργειες τοῦ ἀνθρωπίνου ὀργανισμοῦ. (δ) Ἡ ρύθμιση τῆς ἀναπνοῆς: μὲ τὴν ἐφαρμογὴ τῶν ἀσκήσεων αὐτῶν ὁ ἀναπνευστικὸς ρυθμὸς ἐπιβραδύνεται, τὸ σῶμα καὶ ὁ νοῦς ἠρεμοῦν καὶ ὁλόκληρη ἡ νοητικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου προετοιμάζεται γιὰ τὰ τελικὰ στάδια τῆς γιόγκα.
(ε) Ἡ συγκράτηση τῶν αἰσθήσεων: μὲ τὴν παρατεταμένη ἐνατένιση ἑνὸς ἀντικειμένου, ὁ «γιόγκι» (δηλ. ὁ ἀσκούμενος στὴ γιόγκα) ἐπιδιώκει νὰ ἐπιβληθεῖ πάνω στὶς αἰσθήσεις του. (στ) Ἡ συγκέντρωση τῆς προσοχῆς: ἡ καθήλωση αὐτὴ τοῦ νοῦ ἀποβλέπει στὴ δημιουργία ἑνὸς μονωτικοῦ φραγμοῦ ἀπὸ τὰ γύρω φαινόμενα καὶ τὶς ἐσωτερικὲς φαντασίες. Γιὰ νὰ τὸ ἐπιτύχει, ἡ ἰνδουϊστικὴ παράδοση ἔχει διαμορφώσει διάφορες τεχνικές, στὶς ὅποιες δεσπόζουν ἡ ἐπανάληψη τῆς ἰνδουϊστικῆς ἱερῆς συλλαβῆς «Ὤμ», σιωπηλὰ ἢ μὲ μακρόσυρτο ψαλμικὸ ρυθμό, ἡ ἐνατένιση ἰδιότυπων σχημάτων κ.ἄ.
Τὰ ἑπόμενα δυὸ τελευταῖα στάδια ὁδηγοῦν στὸν τελικὸ σκοπὸ τῆς γιόγκα, ποὺ εἶναι: (ζ) Ὁ στοχασμός, ἡ ἐνατένιση καὶ ἡ θεωρία. (η) Ὁ φωτισμός, ἡ ἀπελευθέρωση: Μὲ τὴν ἀπόλυτη περισυλλογὴ ὁ γιόγκι πιστεύει ὅτι πραγματώνει τὴν ἕνωσή του, τὴ ζεύξη μὲ τὴν ὑπερβατικὴ πραγματικότητα. Ὅποιος φθάσει στὸ τελικὸ στάδιο ξεφεύγει λένε, ἀπὸ τὴν ὑπαρκτικὴ σφαῖρα καὶ κατορθώνει νὰ βρεῖ τὴ λύτρωση.
Ἐνῷ στὶς πρῶτες φάσεις διατηροῦνται ὁρισμένα στοιχεῖα συνειδητότητος, στὴν τελευταία ὁ γιόγκι καταλήγει σὲ μία κατάσταση ὑπερβάσεως κι αὐτῆς ἀκόμη τῆς αὐτοσυνειδησίας. Δὲν ἀντιλαμβάνεται πιὰ οὔτε χρῶμα, οὔτε ὀσμή, οὔτε ἦχο, οὔτε ἁφή, οὔτε τὸν ἑαυτό του, οὔτε κανέναν ἄλλο. Τὸ πνεῦμα του «ἐλευθερώνεται» - σύμφωνα μὲ τὴν ἔκφραση τῶν μεμυημένων - ἀπὸ τὴ μνήμη καὶ τὴ λήθη. Αὐτὸ θεωρεῖται ἐπίγνωση, φωτισμός.
Πρόκειται, τελικά, γιὰ μία τεχνικὴ ποὺ ἀποσκοπεῖ στὴ σύνδεση μὲ τὸ Ἀπόλυτο. Γι᾿ αὐτὴν ὅμως - ὅπως θὰ δοῦμε στὸ ἑπόμενο σημείωμα – δὲν ἔχουν κανένα νόημα οἱ κεντρικὲς χριστιανικὲς ἀλήθειες περὶ Χριστοῦ-Σωτῆρος, χάριτος, ἀνιδιοτελοῦς ἀγάπης, Σταυροῦ-Ἀναστάσεως.
Ὑπάρχουν ποικίλες κατευθύνσεις, κλάδοι, ἀποχρώσεις καὶ ἐφαρμογὲς τῆς γιόγκα. Οἱ διάφορες σχολὲς δὲν παρουσιάζουν τὰ πράγματα ὅλες με τὸν ἴδιο τρόπο. Στὴν Εὐρώπη μάλιστα καὶ τὴν Ἀμερικὴ δροῦν καὶ προπαγανδίζουν τὴ γιόγκα ἀναρίθμητες ὁμάδες, μὲ ἰδιοῤῥυθμίες καὶ ἰδιοκατασκευάσματα, τὰ ὁποῖα ἀποδοκιμάζουν οἱ γκούρου τῆς Ἰνδίας. Ὅλα πάντως αὐτὰ τὰ συστήματα στοχασμοῦ, ἀσκήσεως καὶ πνευματικῆς ἐμπειρίας κινοῦνται κατὰ κανόνα μέσα στὶς κατηγορίες σκέψεως καὶ τὶς θρησκευτικὲς προϋποθέσεις τοῦ Ἰνδουισμοῦ, οἱ ὁποῖες εἶναι ριζικὰ διαφορετικὲς ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ χριστιανικοῦ Εὐαγγελίου πάνω σὲ θεμελιώδη θέματα, ὅπως εἶναι τὰ περὶ Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου, ἐσχάτων, σωτηρίας κ.ἄ. Κυρίως δὲ ὁδηγοῦν σὲ μιὰ φοβερὴ καὶ ἐπικίνδυνη σύγχυση καὶ σὲ συγκρητισμό, ποὺ ἀρνεῖται τὴν οὐσία τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος.
 

Γιόγκα σὲ χριστιανικὸ πλαίσιο;
Μερικοὶ δυτικοὶ διανοούμενοι ἀντιμετώπισαν τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀπομονωθοῦν ὁρισμένοι κανόνες τῆς γιόγκα, γιὰ νὰ χρησιμοποιηθοῦν μέσα σ᾿ ἕνα χριστιανικὸ πλαίσιο. Ἡ προσπάθεια, ἐν τούτοις, νὰ ἀποσπασθοῦν οἱ ἀσκήσεις αὐτὲς ἀπὸ τὶς ἰνδουϊστικὲς θεωρίες, μὲ τὶς ὁποῖες βρίσκονται σὲ σύζευξη, μοιάζει μὲ ἀπόπειρα διαχωρισμοῦ τοῦ μυϊκοῦ συστήματός τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸ νευρικό. Γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ ἀνεξαρτητοποίησή τους ἀπὸ τὴν ἔντονη ἰνδουϊστικὴ ἀτμόσφαιρα καὶ τὸ ἰνδουϊστικό τους ἦθος προϋποτίθεται μία νέα, πρωτότυπη δημιουργία.
Σὲ μιὰ τέτοια περίπτωση, ἡ χριστιανικὴ ἐφαρμογὴ τῆς γιόγκα θὰ σήμαινε ἕνα εἶδος ἀσκήσεως ποὺ θὰ διευκόλυνε τὸν ἄνθρωπο νὰ ὁδηγηθεῖ σὲ μία βαθιὰ σιωπή· ὄχι μόνο ἀπὸ ἐξωτερικοὺς θορύβους, ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τοὺς ἐσωτερικοὺς κραδασμοὺς ποὺ προκαλοῦν οἱ ἐπιθυμίες, οἱ ἀνησυχίες, οἱ φαντασίες. Μιὰ σιωπὴ μέσα στὴν ὁποία τὸ ἀνθρώπινο πνεῦμα θὰ ἦταν δυνατό, βιώνοντας τὴν ταπείνωση, νὰ ἀκούσει εὐκρινέστερα τὰ μηνύματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀλλὰ γι᾿ αὐτό, τελικά, δὲν χρειάζεται νὰ ἀναζητηθοῦν μέθοδοι ποὺ ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ὁδηγήσουν ἀκριβῶς στὸ ἀντίθετο: σὲ μιὰ ἀπόλυτη δηλαδὴ αὐτονομία τοῦ ἀνθρωπίνου πνεύματος καὶ σὲ μία ἀπίθανη σύγχυση. Ἡ πνευματικὴ ζωὴ καὶ τελείωση, σύμφωνα μὲ τὴ χριστιανικὴ πίστη, εἶναι δῶρο τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι ἐπίτευγμα μιᾶς αὐτόνομης ἀνθρωποκεντρικῆς τεχνικῆς. Ἄλλωστε, γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους ὑπάρχει ὁλόκληρη ἡ ἡσυχαστικὴ ἐμπειρία τῆς χριστιανικῆς Ἀνατολῆς, ἡ ὁποία ἀπὸ προϋποθέσεις καθαρὰ χριστιανικὲς ὁδηγήθηκε στὴν «ἐν Χριστῷ» ἁγιοπνευματικὴ ζωή, γαλήνη, ἐν ἀγάπῃ «ἡσυχία».
 

Ἡ γιόγκα στὸν τόπο μας
Τὰ τελευταῖα χρόνια αὐξάνονται στὴ χώρα μας τὰ διάφορα κέντρα «γιόγκα». Οἱ γνώσεις ὅμως καὶ οἱ ἀντιλήψεις γι᾿ αὕτη παραμένουν πενιχρές, γενικὲς καὶ συγκεχυμένες. Δημόσια, ἡ γιόγκα προβάλλεται σὰν «εἶδος γυμναστικῆς» καὶ συνήθως γίνεται λόγος ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο γιὰ τὶς ἀσκήσεις τῶν μυϊκῶν καὶ νευροφυτικῶν κέντρων, γιὰ τὶς ἀσκήσεις ἀναπνοῆς καὶ τὰ παρόμοια. Δηλαδὴ ἀπὸ τὰ στάδια ποὺ ἀναφέραμε στὸ προηγούμενο σημείωμα περιορίζονται στὸ τρίτο, ἔλεγχος σώματος, καὶ τὸ τέταρτο, ρύθμιση ἀναπνοῆς, ἐνῷ μερικὲς φορὲς προχωροῦν καὶ στὸ πέμπτο στάδιο, συγκράτηση τῶν αἰσθήσεων, καὶ τὸ ἕκτο, συγκέντρωση τῆς προσοχῆς.
Ἀρκετὲς ἰδιωτικὲς σχολὲς προσπαθοῦν κάπως νὰ ἀποθρησκευτικοποιήσουν αὐτὰ τὰ γυμνάσματα ἀπὸ τὸν ἰνδουϊστικὸ χαρακτῆρα τους, ὥστε νὰ γίνονται εὐκολότερα ἀποδεκτὰ ἀπὸ τὸ μέσο Ἕλληνα. Ἄλλοι ἐπιχειροῦν νὰ βεβαιώσουν ὅτι ἡ «γιόγκα» δὲν εἶχε ποτὲ οὔτε καὶ ἔχει θρησκευτικὸ χαρακτῆρα καὶ μιλοῦν ἁπλῶς γιὰ «ἐπιστήμη», «πνευματικὴ ἐπίγνωση», ψυχοσωματικὴ ἄσκηση. Ὅσο ὅμως κι ἂν ἐπιστρατεύονται ἰδιόμορφες καὶ μεγαλοπρεπεῖς λέξεις, γιὰ νὰ καλύψουν τὴν πραγματικότητα, γεγονὸς παραμένει ὅτι ὁ καθόλου προσανατολισμός τῆς ἰνδικῆς αὐτῆς τεχνικῆς ἦταν καὶ εἶναι θρησκευτικὸς ἢ παραθρησκευτικός. Ὅσοι μυοῦνται στὸ «διαλογισμό» τῆς γιόγκα καθοδηγοῦνται σὲ μία κατεύθυνση σαφῶς ἰνδουϊστική. Μὲ ὁδηγοὺς τὶς Βέδες καὶ τὰ ἄλλα ἱερὰ ἰνδικὰ κείμενα (Οὐπανισάντ, Πουράνας, Σούτρας, Τάντρας), κυρίως δὲ ἔχοντας ἕνα «δάσκαλο» (γκούρου), ἐπιδιώκουν νὰ ἀφομοιώσουν καὶ νὰ βιώσουν τὶς θεωρίες περὶ τοῦ νόμου τοῦ «κάρμα» (karma) βάσει τοῦ ὁποίου καθορίζεται ἡ μετενσάρκωση, τῆς «σαμσάρα» (samsara) – δηλαδὴ τῆς ἀνακυκλήσεως τῶν μεταβιώσεων -, ἀναζητώντας σὲ τελευταία ἀνάλυση τὴ λύτρωση, «μόξα» (moksa), ἀπὸ αὐτὸ τὸν κόσμο, τὸν μὴ πραγματικὸ (maya), σὲ «ὁδούς» ποὺ ἔχει καθορίσει ἡ ἰνδουϊστικὴ παράδοση, ὅπως εἶναι οἱ «κάρμα-γιόγκα», «τζνάνα-γιόγκα», «μπάκτι-γιόγκα» (ποὺ ἀναφέραμε στὸ πρῶτο μέρος τοῦ ἄρθρου) καὶ οἱ ποικίλες παραλλαγές τους, ὅπως ἡ «μάντρα-γιόγκα», ἡ «χάθα-γιόγκα», ἡ «ράτζα-γιόγκα» κ.λ.π.
Αὐτὸ τὸ «θρησκευτικὸ πυρῆνα» ἀποσιωποῦν καὶ καλύπτουν τὰ διάφορα καταστατικὰ τῶν Κέντρων Γιόγκα μὲ γενικὲς φράσεις. Π.χ. ἰσχυρίζονται ὅτι σκοπός τους εἶναι «ἡ δημιουργία ἀνθρώπων ὁλοκληρωμένων φυσικά, διανοητικὰ καὶ πνευματικά». Τὰ προσφερόμενα στὴ δημοσιότητα κείμενα συχνὰ ἐμφανίζονται κάτω ἀπὸ δῆθεν ἁπλὸ κοινωνικὸ καὶ φιλοσοφικὸ ἔνδυμα, συχνὰ μάλιστα ἐπικαλύπτονται μὲ ἀποφθέγματα ἀρχαίων ἑλλήνων σοφῶν, ἢ καί... πατέρων τῆς Ἐκκλησίας. Γι᾿ αὐτοὺς ὅμως ποὺ ἔχουν γνώση τοῦ πράγματος οἱ θεωρίες καὶ οἱ ἀπόψεις τους εἶναι διαφανεῖς σὰν φύλλα ἀπὸ πλαστικὴ ὕλη, ποὺ ἐπιτρέπουν νὰ διακρίνεται ὁ βαθύτερος ἰνδουϊστικὸς χαρακτῆρας τους.
Ἄλλωστε, τὰ ἔντυπα ποὺ κυκλοφοροῦν σὲ ἑλληνικὴ μετάφραση φανερώνουν τὶς θρησκευτικο-φιλοσοφικὲς θέσεις τους. (Λ.χ. σ᾿ ἕνα περιοδικὸ μὲ τὸν τίτλο «Γιόγκα» συνωθεῖται ἀπίθανο ὑλικὸ ἰνδουϊστικῶν διδασκαλιῶν, ἀκόμα καὶ προσκλήσεις γιὰ συμμετοχὴ σὲ ἰνδουϊστικὲς γιορτές, ὅπως τῆς Σιβαράρτι, 15.2.80). Οἱ σκοποὶ ποὺ περιγράφονται στὰ καταστατικὰ τῶν σωματείων αὐτῶν εἶναι γεμάτοι ἀπὸ προσηλυτιστικὸ ἐνθουσιασμό, ὅπως «ἡ ἐξάπλωσις καὶ ἡ διάδοσις τῆς Γιόγκα σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀνεξαρτήτως φύλου, ἐθνικότητος, θρησκείας καὶ κοινωνικῆς τάξεως», «ἡ δημιουργία στερεῶν θεμελίων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Γιόγκα εἰς τὴν καθημερινὴν ζωήν».
Θρησκευτικὴ ἐλευθερία καὶ παραπλάνηση
Στὴν Ἑλλάδα βέβαια κατοχυρώνεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα «ἡ ἀνεξιθρησκεία καὶ ἐλευθερία τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως». Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ παραπλάνηση τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ διάφορες ὁμάδες, μὲ παραπειστικὲς δηλώσεις γιὰ τὴν ταυτότητά τους καὶ τοὺς ἐπιδιωκόμενους σκοπούς τους.
Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία - φορεὺς τῆς αἰώνιας ἀλήθειας τοῦ ζῶντος Λόγου τοῦ Θεοῦ - αἰῶνες τώρα ἀντιμετωπίζει γαλήνια, δίχως φόβο κάθε εἴδους ἀναμέτρηση μὲ τὰ διάφορα θρησκευτικό-φιλοσοφικὰ ἀνθρώπινα κατασκευάσματα. Ἀλλὰ δικαιοῦται νὰ ἀπαιτήσει ἀπὸ κάθε ἁρμόδια ἀρχή, εἰδικότερα δὲ ἀπὸ τὰ μέσα μαζικῆς ἐνημερώσεως, νὰ δείχνουν καθαρὰ τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ἱστορία τοὺς οἱ κατὰ καιροὺς προπαγανδιστὲς διαφόρων ξένων θρησκευτικῶν ἰδεῶν. Μοιάζει μὲ ἐμπαιγμὸ ὁ ἰσχυρισμὸς ὅτι θέλουν νὰ μᾶς προετοιμάσουν γιὰ νὰ «λειτουργήσουμε ὑπεύθυνα καὶ δημιουργικὰ μέσα στὸ κοινωνικὸ σύνολο» (ὅπως γράφει τὸ καταστατικὸ κάποιου Κέντρου Yoga), μὲ θεωρίες καὶ μεθόδους ποὺ ἔχουν τόσο καθυστερήσει τὴν ἀνάπτυξη ἐκλεκτῶν ἀσιατικῶν λαῶν.
Συγχρόνως ὅμως, ὅλοι ὅσοι ἔχουμε μία μικρὴ ἢ μεγάλη εὐθύνη στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἀνάγκη νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι, σὲ μιὰ ἐποχὴ ἐλεύθερης διακινήσεως τῶν ἰδεῶν σὲ παγκόσμια κλίμακα, τὸ ἀνήσυχο ἐρευνητικὸ πνεῦμα τῶν Ἑλλήνων εἶναι φυσικὸ νὰ δείχνει περιέργεια καὶ ἐνδιαφέρον γιὰ ἰδέες νεοφανεῖς στὸν τόπο μας, δυτικῆς ἢ ἀνατολικῆς προελεύσεως. Θὰ χρειαστεῖ συνεπῶς σοβαρὴ κατάρτιση τῶν κληρικῶν, τῶν θεολόγων, τῶν χριστιανῶν διανοουμένων καί, γενικότερα, νηφάλια ἐνημέρωση τοῦ ἑλληνικοῦ λάου. Ἡ καλύτερη, τέλος, ἀντίσταση στὰ ποικίλα πνευματικὰ ρεύματα παραμένει ἡ συνεχής, δυναμικὴ προσφορὰ ὁλοκλήρου του φάσματος τῆς ὀρθοδόξου παραδόσεως, ἡ προσωπικὴ καὶ κοινωνικὴ βίωσή της.


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/01/blog-post_15.html

Sin Originates in the Mind ( St. Hysechios )


 

Just as it is impossible for fire and water to pass through the same conduit, it is impossible for sin to enter into our heart if it does not first knock on the door of our heart by striking with a sinful image.
 

The great Law-giver Moses, rather the Holy Spirit, says to us, “Watch yourself, lest a hidden word in your heart becomes a sin” (Dt. 15:9).
“A hidden word” refers to the recollection of something evil that God despises. The holy Fathers call this an “assault,” which is launched by the devil in the heart. Observe, and you will see how the enemies of our salvation defeat us with fantasies, lies, and empty promises. Satan himself fell in the same way from the height of heaven like lightning because he fantasized about becoming equal to God. 


Likewise, Satan separated Adam from God by
stirring his imagination and making him believe that he would become equal to God. This is how our false and cunning enemy usually tricks all
people who fall into sin.
 


The demons always lead us to sin via an empty and fake fantasy. With a fantasy related to the acquisition of money and greed they led
wretched Judas to betray the Lord and God of all. And with the false hope of a short-lived repose, honor, and glory, they made him hang himself and
led him to eternal death, rewarding him with the exact opposite of what they had presented to him with their fake fantasy; that is, with their assault
of evil thoughts.
 


First of all, there is an assault with an evil thought. Second, a dialogue takes place when our thoughts mingle with the demonic suggestions. Third, there is consent, when we contemplate the demonic
suggestions, and we decide to carry out evil. Fourth comes the physical action; that is, sin. If, therefore, we guard our mind carefully and push away the initial assault as soon as it appears (by resisting it and calling upon our Lord Jesus Christ), the next stages (dialogue, consent, and sin) remain inactive. The evil demon, because he is a bodiless spirit, cannot deceive souls unless he uses fantasies and thoughts.


St. Hysechios 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/01/sin-originates-in-mind.html

Wednesday, January 7, 2015

Thoughts to Ponder ( St. Neκtarios of Pentapolis )

Seek God every day, but in your heart; and not outside of it, and on discovering Him stand with fear and trembling, like the Cherubim and Seraphim, as your heart becomes God's dwelling place. To discover the Lord, humble yourself to the earth before Him, for the Lord rejects the proud and high minded, but loves and visits the humble of heart...

If it is to be first you desire, be last. If to rule, be the servant. If to be heard, be silent. You desire to have, then give. If you desire to buy, then save. If it is a well mannered child you desire, nourish him. If a learned child, teach him. If the love of the child, love him first. If respect, respect them first. If honor, love those around you. If you desire they love you, suffer long, be amiable, do not get angry, nor exaggerate, nor boast. Love your neighbors and you, too, will be loved. If you desire to be God’s, do good for life, respect your older brother and you will have the respect of the younger one.
 

St. Neκtarios of Pentapolis

No matter how hard we try... ( Archimandrite Aimilianos )



A basic condition for the spiritual life is that we should understand that, on our own, we can do absolutely nothing. No matter how hard we try, the spiritual life is something that someone else gives to us. And the “someone else” is the Spirit of God, the Comforter, the “treasury of good things and the giver of life”, the treasury from which all the riches of spirituality come forth, the source from which the spiritual life emerges and overflows. Of course, sometimes we get confused, and think that to be spiritual means to be a “good person”: not to steal, not to kill, not to go to bad places or with bad friends, to go to Church on Sunday, to read spiritual books, and so on. But no, this is not the spiritual life. A spiritual person, a true Christian, is someone whose entire life is sworn to God. Initially by means of his baptism, and later, in his heart, such a person swears an oath to God, to live for God, and to remain with God forever. A spiritual person is an athlete who has burst into life, who stands out from the crowds of human beings, and runs with all the speed of his soul to heaven.A spiritual person is one who with shining eyes and chest thrust forward, has set his course and races to heaven. He is not a “good man”. A spiritual person knows that, in order to succeed, he needs strong wings: the wings of the Holy Spirit. A spiritual person must therefore do everything possible to attract, to win over, the Spirit of God, because only the Holy Spirit, God himself, has the gifts of the spiritual life. According to St Gregory of Nyssa, the “distribution of the royal gifts” of the Holy Spirit takes place in the Church through the Sacraments.
 

Archimandrite Aimilianos

Η χαριτωμένη υπακοή ( Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης )



Η υπακοή χαρίζει αμεριμνία, διότι η μέριμνα είναι μια πνευματική φυματίωση, που σιγα–σιγά, σαν μικρόβιο φυματιώσεως συνεχώς δηλητηριάζει τη ζωή του ανθρώπου, της ψυχής και του σώματος και σταδιακά φέρνει το θάνατο. Έτσι και η μέριμνα του βίου σαν ένα άλλο μικρόβιο φθείρει τον άνθρωπο, την ψυχή του και τον πεθαίνει ψυχικά.
Η υπακοή αναφέρεται στο Χριστό και όχι στον άνθρωπο που υπακούει κανείς. Και όταν ο υποτακτικός υπακούει χωρίς παράσιτα, αλλά για την αγάπη του Χριστού και μόνο, τότε η υπακοή του είναι σωστή μπροστά στα μάτια του Χριστού. Να υπακούμε για την αγάπη του Χριστού και μόνο και έτσι ο δρόμος μας γίνεται σταθερός και ίσιος για το Χριστό.
Ποιος άνθρωπος πάνω στη γη δεν έκανε σφάλματα και δεν τραυματίσθηκε στην πάλη με τους δαίμονες, τα πάθη και τον κόσμο; Δε μιλάμε γι’ αυτά τα τραύματα, αλλά μιλούμε ότι πρέπει να βλέπουμε συνεχώς τον προορισμό μας. Με τις δύο αρετές, της υπακοής για την αγάπη του Χριστού και της προσευχής να πετύχουμε την αγάπη του Χριστού. Κι όταν η αγάπη του Θεού έρθει μέσα στην ψυχή μας, τότε ο δρόμος μας πλέον δέχεται φως. Τότε η αγάπη του Χριστού εξουδετερώνει κάθε δυσκολία και νιώθουμε τη ζωή πάρα πολύ ευτυχισμένη.
Η υπακοή ταπεινώνει τον άνθρωπο και η ταπείνωση εξουδετερώνει κάθε πειρασμική ενέργεια. Όπου ταπείνωση, εκεί ο διάβολος χάνεται. Όπου υπερηφάνεια κι εγωισμός, εκεί η παρουσία των δαιμόνων, οι πειρασμοί και τα πάθη. Γι’ αυτό η υπακοή είναι πολύ χαριτωμένη αρετή, επειδή οπλίζει με τόση ταπείνωση τον άνθρωπο όταν υπακούει εν γνώσει, για την αγάπη του Χριστού.



Γέροντας Εφραίμ Φιλοθεΐτης - Νουθεσίες περί υπακοής

Οπλο εναντίον της πορνείας, μνήμη θανάτου - Γεροντικό


Ένα άλλο ισχυρό φάρμακο και όπλο εναντίον της πορνείας είναι, όπως αναφέραμε ήδη, η μνήμη του θανάτου.
Αν συλλογιστείς ότι σε λίγο ίσως δεν θα ζεις πιά, όπως ίσως δεν θα ζει και το πρόσωπο που σου προκαλεί σαρκικό πόθο, αν αντικρύσεις νοερά και το δικό σου και το άλλο σώμα νεκρό, βρωμισμένο, μισοφαγωμένο απ΄τα σκουλήκια -πώς να μη σιχαθείς τέτοια σάρκα;
Πώς να μη μεταφερθεί η σκέψη σου από τα τωρινά και πρόσκαιρα στα μελλούμενα και αιώνια;

Γεροντικο

Monday, January 5, 2015

Value of Holy Water ( St. John Maximovitch )



 During this time many Orthodox Christian will take from the Church bottles of Holy water to be used throughout the year. It is common for the priest to come to the home during this period to bless the home with Water that has been consecrated on the day of Theophany. Here are some thoughts on the value of Holy Water by Saint John of San Francisco.

On Theophany, the Day of the Lord's Baptism, every year a great miracle is performed. The Holy Spirit, coming down upon the water, changes its natural properties. It becomes incorrupt, not spoiling, remaining transparent and fresh for many years. This Holy Water receives the grace to heal illnesses, to drive away demons and every evil power, to preserve people and their dwellings from every danger, to sanctify various objects whether for church or home use. Therefore, Orthodox Christians with reverence drink Holy Water — a great Agiasma (holy thing), as the Greeks call it.
One should always have at home enough Theophany water to last the whole year, and make use of it at every need: in cases of illness, leaving on a journey, whenever one is upset, students prior to examinations, etc. People who drink a little Holy Water daily, before eating any kind of food, do well. It strengthens the powers of our soul—if it is done with prayer and reverence, and one does not merely expect a mechanical result from it. 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/01/value-of-holy-water.html

Theophany - More than Blessing of Waters



 On January 6th we celebrate the Theophany, the full manifestation of God, the Holy Trinity revealed to us. Too often we only think about this as the time when we get Holy Water from the Church or when the Priest comes to bless our homes, but the significance of this event is so much more.
We are fortunate to have commentary from the second century by St Hippolytus [a.d. 170–236.] who was the disciple of Irenæus. We often raise the question, "Why did Jesus have to be baptized if He was sinless?" He explains why John, who resisted baptizing Jesus because he felt unworthy and inferior to Him thinking that he should be baptized by Jesus, baptized Him who was God Himself.
Hyppolytus shows how Christ comforted John,
And what saith the Lord to him? “Suffer it to be so now, for thus it becometh us to fulfil all righteousness.” (Matt 3:15) “Suffer it to be so now,” John; thou art not wiser than I. Thou seest as man; I foreknow as God. It becomes me to do this first, and thus to teach. I engage in nothing unbecoming, for I am invested with honour. Dost thou marvel, O John, that I am not come in my dignity? The purple robe of kings suits not one in private station, but military splendour suits a king: am I come to a prince, and not to a friend? “Suffer it to be so now for thus it becometh us to fulfil all righteousness:” I am the Fulfiller of the law; I seek to leave nothing wanting to its whole fulfilment, that so after me Paul may exclaim, “Christ is the fulfilling of the law for righteousness to every one that believeth.” (Rom 10:4) “Suffer it to be so now, for thus it becometh us to fulfil all righteousness.” Saint Hyppolytus tells us why Jesus was baptized, speaking from viewpoint of Jesus,

Baptize me, John, in order that no one may despise baptism. I am baptized by thee, the servant, that no one among kings or dignitaries may scorn to be baptized by the hand of a poor priest. Suffer me to go down into the Jordan, in order that they may hear my Father’s testimony, and recognise the power of the Son. “Suffer it to be so now, for thus it becometh us to fulfil all righteousness.” Then at length John suffers Him. “And Jesus, when He was baptized, went up straightway out of the water: and the heavens were opened unto Him; and, lo, the Spirit of God descended like a dove, and rested upon Him. And a voice (came) from heaven, saying, This is my beloved Son, in whom I am well pleased.” (Matt 3:16-17) Jesus wanted to emphasize the role of the priest in baptizing those who chose to follow Him. He wanted all to hear the testimony of the Father so others would accept Him as His Son as this was the time He began His public ministry.
Saint Hyppolytus continues uplifting our sight even higher,
Do you see, beloved, how many and how great blessings we would have lost, if the Lord had yielded to the exhortation of John, and declined baptism? For the heavens were shut before this; the region above was inaccessible. We would in that case descend to the lower parts, but we would not ascend to the upper. But was it only that the Lord was baptized? He also renewed the old man, and committed to him again the sceptre of adoption. For straightway “the heavens were opened to Him.” A reconciliation took place of the visible with the invisible; the celestial orders were filled with joy; the diseases of earth were healed; secret things were made known; those at enmity were restored to amity. For you have heard the word of the evangelist, saying, “The heavens were opened to Him,” on account of three wonders. For when Christ the Bridegroom was baptized, it was meet that the bridal-chamber of heaven should open its brilliant gates. And in like manner also, when the Holy Spirit descended in the form of a dove, and the Father’s voice spread everywhere, it was meet that “the gates of heaven should be lifted up.” (Ps 24: 7) “And, lo, the heavens were opened to Him; and a voice was heard, saying, This is my beloved Son, in whom I am well pleased.”

Most significantly we see in this event that the heavens are opened for all mankind who follow Him and join with Him through Baptism to become His adopted children. Christ shows us that we begin our Journey with Him through baptism. This is a Holy Sacrament where heavens are opened and we join with The Holy Trinity to be transformed, born again, so we can become like Him and have eternal life in His kingdom as one of His children.


Christ’s baptism in the Jordan was A “theophany,” in that the world was granted a revelation of the Holy Trinity. The Father testified from on high to the divine Sonship of Jesus; the Son received His Father’s testimony; and the Spirit was seen in the form of a dove, descending from the Father and resting upon the Son.
In the hymn of the Feast we sing, “Christ has appeared and enlightened the world.” Thus, January 6 is also known as the Feast of Lights. The Church celebrates on this day the illumination of the world by the light of Christ.


Reference: Ante-Nicene Fathers, vol 5, Hyppolytus, Discourse on Holy Theophany


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/01/theophany-more-than-blessing-of-waters.html

Holy Day of Light -Theophany ( Saint Gregory the Theologian )


Saint Gregory the Theologian refers to this great time of celebration in the Church as the "Day of Light."

  He says,

For the Holy Day of Lights, to which we have come, and which we are celebrating today, has for it's origin the Baptism of my Christ, the True Light That lightens every man that comes into the world, and effects my purification, and assists that light which we received from the beginning from Him above, but which we darkened by sin. The image of Christ as one who brings light to the world can be a powerful one if we realize that without Him we are in darkness. It is His light that lights the path to His Kingdom, to union with God. Without it the path is impossible to find and we are left wandering in darkness seeking what we cannot find.


Saint Gregory says,

Therefore listen to the voice of God, which sounds so exceeding clearly to me, who am both disciple and master of these mysteries, as would to God it may sound to you; I am the Light Of The World. Therefore approach ye to Him and be enlightened, and let not your faces be ashamed, being signed with the true Light. It is a season of new birth, let us be born again. It is a time of reformation, let us receive again the first Adam. Let us not remain what we are, but let us become what we once were... See the grace of the day; see the power of this mystery... This event is the establishment of the Sacrament of Baptism where we begin our healing from the sinful natured we have inherited from the fall of Adam and Eve. It is an event celebrating our renewal through our baptism, the time we became Christians with the Holy Spirit within guiding us toward a life like Him, made evermore effect as we participate in the teachings, practices and sacraments of the Church.


Saint Gregory puts it this way,

We were turned into a den of all sorts of passions, which cruelly devour and consume the inner man; but there was this further evil, that man actually made gods the advocates of his passions, so that sin might be reckoned not only irresponsible, but even divine, taking refuge in the objects of his worship as apology. It is on this day that Jesus entered the waters of the Jordan and submitted to the baptism of John to renew and fulfill it as an act to join us to God, being absolved of all our sins through the grace of the Holy Spirit.


Saint Gregory says,

Jesus goes up out of the water ...for with Himself He carries up the world ... And sees the heaven opened which Adam had shut against himself and all his prosperity, as the gates of Paradise by the flaming sword. And the Spirit bears witness to His Godhead, for he descends upon One that is like Him, as does the Voice from Heaven..., and like a Dove, for He honors the Body... By being seen in a body form... On this day the divine nature of Christ is revealed as part of the Holy Trinity. He became fully flesh in the Incarnation to renew all of mankind. Today we celebrate the beginning of His actions to help us rejoin in union with Him.


Reference: On The Holy Lights by Saint Gregory the Theologian

Τα Θεοφάνεια: Μια αρχαιότερη εορτή από τα Χριστούγεννα



Στις 6 Ιανουαρίου κλείνει ένα πλουσιότατο σε λατρευτικά δρώμενα, παραδοσιακά έθιμα και μακραίωνες συνήθειες Δωδεκαήμερο, που συνδέεται με κεντρικά στοιχεία του χριστιανικού Ευαγγελίου.
Tην κατά σάρκα γέννηση, την Περιτομή και τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού, που είναι βασικοί σταθμοί της Ενανθρώπησης του Θεού στον κόσμο.

Παράλληλα, την 1η του έτους εορτάζεται και η μνήμη του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας, Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων κάνουν το διάστημα αυτό έναν πόλο εορταστικό και λατρευτικό στην καρδιά του χειμώνα, που συμπληρώνεται από τον αντίστοιχο εαρινό, δηλαδή εκείνον των πασχαλίων εορτών. Πώς προέκυψε όμως ιστορικά το εορταστικό αυτό σύμπλεγμα;
1. Η αρχή των Θεοφανείων
Για τις εορτές και τη λατρεία των πρώτων Χριστιανών οι πηγές μας είναι βέβαια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κατόπιν οι λεγόμενοι Αποστολικοί Πατέρες, που υπήρξαν μαθητές και “ακουσταί” των Αποστόλων, όπως ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, ο Κλήμης Ρώμης και άλλοι, και κατόπιν άλλοι χριστιανοί συγγραφείς του 2ου και 3ου αιώνα, καθώς και κείμενα κανόνων, προτροπών και διδαχών που γράφτηκαν τότε.

Σ’ αυτά ξεχωρίζουμε το Πάσχα και την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία, τις καθημερινές προσευχές και το βάπτισμα των νέων Χριστιανών, που γινόταν ομαδικά το Μέγα Σάββατο το βράδυ. Για την περίοδο αυτή, του χειμώνα, η πρώτη μαρτυρία που έχουμε είναι του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα (δηλαδή 150-210), που μας πληροφορεί ότι οι οπαδοί του Βασιλείδη (που ήταν της αίρεσης των Γνωστικών) γιόρταζαν την ημέρα “του βαπτίσματος του Κυρίου” με αγρυπνίες και αναγνώσματα, χωρίς όμως να συμφωνούν όλοι για την ημερομηνία – άλλοι την τοποθετούσαν στις 6 κι άλλοι στις 10 Ιανουαρίου.
΄Οπως συμπεραίνουν νεώτεροι ειδικοί, από το διάστημα αυτό, ξεκινώντας ίσως από την Αλεξάνδρεια, μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα σ’ όλη την Ανατολή, την 6η Ιανουαρίου εορταζόταν μια τριπλή εορτή: η γέννηση του Χριστού, η προσκύνηση των μάγων και η βάπτισή Του. Η λέξη “Επιφάνεια” καλύπτει και τις τρεις εορτές, είναι η φανέρωση του Θεού ως βρέφους στους ανθρώπους γενικά και στους Μάγους ειδικά, η φανέρωση της Θεότητας στον Ιορδάνη με τη συμμαρτυρία του Πατρός και του Πνεύματος. Γιατί όμως στις 6 Ιανουαρίου;
Η προέλευση, πιθανότατα, είναι εξωβιβλική: είναι γνωστό, ότι αιγύπτιοι λάτρεις ενός μυστηριακού θρησκεύματος εόρταζαν την εμφάνιση του Χρόνου ή Κρόνου μέσα από τα νερά του Νείλου στις 6 Ιανουαρίου. Αυτή ήταν μια από τις πολλές ειδωλολατρικές “Επιφάνειες”. Είναι φανερό ότι οι Χριστιανοί ξεκίνησαν στην Αίγυπτο να δίνουν τη δική τους απάντηση για το ποια είναι η πραγματική “Επιφάνεια” του Θεού μέσα από τα νερά: αυτή του βαπτιζομένου Ιησού. Με το παράδειγμά Του και την εντολή Του αργότερα για βάπτιση των πιστευόντων όχι μόνο πλέον “εν ύδατι” (όπως στην θρησκευτική πρακτική πολλών ανατολικομεσογειακών θρησκειών, όπου το λιγοστό νερό θεωρείται πάντα θεόσταλτο καθαρτήριο), αλλά και “εν Πνεύματι”, ο Χριστός αναδείκνυε τη μοναδική ιστορική “Επιφάνεια” του Θεού σε μια ιστορία ευθύγραμμη, που δεν επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, η “Επιφάνεια” των νερών ή του θεού-Ηλίου (solis invicti) στη Δύση, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, ήταν η αποθέωση της κυκλικής φυσικής ροής του κόσμου.
2. Η ανάδειξη της ημέρας των Χριστουγέννων
Το βέβαιο είναι ότι μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα τα Θεοφάνεια ή “Φώτα” ή Επιφάνεια εμπεριείχαν και την εορτή των Χριστουγέννων, ένας συνδυασμός που απαντά ακόμη και σήμερα στο εορτολόγιο της Αρμενικής Εκκλησίας. Την εποχή του Μ. Βασιλείου (+ 379) και του Γρηγορίου του Θεολόγου μαρτυρούνται στη Μικρά Ασία οι πρώτες περιπτώσεις χωρισμού των δύο εορτών, όπου τα Χριστούγεννα άρχισαν να εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου από επίδραση της Εκκλησίας της Ρώμης.
Στη Ρώμη είχε αρχίσει από τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα (περί το 330-340) ο εορτασμός των Χριστουγέννων ως απάντηση στα ειδωλολατρικά Βρουμάλια ή Σατουρνάλια, που ήταν η λατρεία του αναγεννώμενου Ηλίου, όταν (περισσότερο εμφανώς στα βορειότερα κλίματα) άρχιζε να ξαναμεγαλώνει η μέρα, μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Οι Χριστιανοί στη λατρεία του «ξαναγεννημένου Ήλιου» του φυσικού κύκλου, απαντούσαν με τη γέννηση του «νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης». Περί το 375 άρχισαν να εορτάζονται τα Χριστούγεννα και στη Συρία και το 386 ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρεσβύτερος στην Αντιόχεια, εξέφρασε στο Λόγο του “Εις την γενέθλιον ημέρα του Σωτήρος” τη χαρά του, που επιτέλους η 25η Δεκεμβρίου μπήκε επίσημα στο εορτολόγιο της πόλης. Μέχρι το 432 η εορτή είχε φθάσει και στην Αλεξάνδρεια.
Ενώ στη Δύση τα Επιφάνεια συνδέονται μέχρι σήμερα, κυρίως, με την προσκύνηση των Μάγων, στην Ανατολή εξακολούθησαν να εορτάζονται με μεγάλη λαμπρότητα: στα Ιεροσόλυμα την εποχή εκείνη, μας πληροφορεί το Οδοιπορικό της Αιθερίας (ταξιδιωτικός οδηγός μιας ευσεβούς Μαυριτανής κυρίας στα τέλη του 4ου αιώνα) ότι επί μία εβδομάδα μετά τις 6 Ιανουαρίου τελούνταν μία Λειτουργία κάθε μέρα σε συγκεκριμένους μεγάλους ναούς της πόλης από τον επίσκοπο ή μοναχούς.
Οι γνωστές σε όλους μας ευχές του Μεγάλου Αγιασμού έχουν σαφώς εξορκιστικό χαρακτήρα και καταδεικνύουν το θρίαμβο της νίκης του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού (άρα, τελικά, του ανθρώπου, που ενώνεται με το Θεό) πάνω στον “γκρίζο” κόσμο πνευμάτων, κακοποιών στοιχείων, αοράτων “αρνητικών” δυνάμεων (όπως λέμε σήμερα) κλπ. Πολύ σωστά έχει, λοιπόν, συνδεθεί στη λαϊκή αντίληψη η έξωση των καλικαντζάρων ή “παγανών” με τον αγιασμό των υδάτων. Βαθμιαία, το διάστημα των 40 ημερών πριν τα Χριστούγεννα και των 40 ημερών μετά, μέχρι την Υπαπαντή, έγινε μια λαμπρή εορταστική αλυσίδα, που στις μέρες μας έχει, δυστυχώς, εκφυλιστεί σε άλλοθι καταναλωτισμού».


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/01/blog-post_6.html