Η ματιά του με διαπερνούσε ενοχλητικά στο αργό περπάτημα μου λίγα μέτρα πιο πέρα…
Αναζητούσα κάτι άλλο, αλλά προέκυψε αυτό το βλέμμα, που σαν να μου μιλούσε χωρίς ήχο με καθήλωσε και με γέμισε ενοχές…
Εγώ κρατώντας μια τυρόπιτα και ένα μπουκάλι νερό αμέριμνος αλλά και ψυχρός, εκείνος ένας πεινασμένος και κομματιασμένος ψυχικά περίμενε όχι την τυρόπιτα, αλλά το τέλος που δεν ερχόταν…
Τον κοίταξα άλλη μια φορά και του την πρόσφερα μαζί το νερό…Την πήρε στα χέρια αλλά δεν την έφαγε…
«Ένα τσιγάρο έχεις να μου δώσεις;»
«Δεν καπνίζω», του λέω, αλλά τρέχω στο περίπτερο δίπλα του και αγοράζω ένα πακέτο, δεν θυμάμαι και ποια μάρκα…
Το προσφέρω χαμογελώντας και καθώς απομακρύνομαι μη έχοντας να δώσω κάτι άλλο, ξεκίνησε η δική του προσφορά!!!
«Το τσιγάρο με σκοτώνει, ενώ η τυρόπιτα ανανεώνει το ραντεβού με την κόλαση για αργότερα…».
Τον κοίταζα σιωπηλός και ακίνητος δείχνοντάς του το ενδιαφέρον που ζητούσε για να συνεχίσει…
«Δεν με παίρνει ρε φίλε η Παναγιά, με αφήνει εδώ να ταλαιπωρούμαι, να βλέπω την πατρίδα, να στοιχειώνει και να μη μπορώ να τη βοηθήσω…
Τα παιδιά και τους νέους να χάνονται στην απελπισία, χωρίς προοπτική και όνειρα και λιώνω…Τους αρρώστους αβοήθητους, τους γέροντες πεταμένους και εκείνα τα ορφανά ξεχασμένα στα ιδρύματα και μαυρίζει η καρδιά μου…
Ο Χριστός είναι εδώ συνέχεια δίπλα μου και όσο τον παρακαλάω να με πάρει μαζί του με αφήνει να κοιμηθώ και ξανάρχεται μόλις ξυπνήσω…
Δεν έχω και άλλη παρέα αλλά ούτε και παράπονο…Όποτε Τον φωνάξω τρέχει συνέχεια να με ακούσει…
Αν ζητήσεις από τον πρωθυπουργό ακρόαση δεν θα τον δεις ποτέ…Ο άρχοντας όμως όλου του κόσμου έρχεται αμέσως…»
Δακρύζει και σταματάει να μιλάει κοιτώντας αλλού…
Κάθισα δίπλα του και περίμενα να συνεχίσει, ήταν τόσο ζεστά, παρά το κρύο, που νόμιζες ότι έχει σόμπα κοντά του…
Τώρα με κοιτάζει και χαμογελάει…
«Δώρο από τον Χριστό είναι η σόμπα, μη σου πω ότι το βράδυ ξεσκεπάζομαι».
Χλόμιασα γιατί διάβασε τη σκέψη μου…! Κατάλαβα ότι δεν είναι τυχαίος άνθρωπος…
«Η δικαιοσύνη του Θεού είναι πιο μεγάλη από ότι φαντάζεσαι…
Αν κάνεις φόνο, η ανθρώπινη επιείκεια του δικαστηρίου θα σε βγάλει από τη φυλακή σε λίγα χρόνια, ενώ για το ίδιο αδίκημα σου λένε ότι θα πας στην κόλαση αιώνια…
Είναι δυνατόν ο άνθρωπος να είναι ποιο επιεικής από τον Θεό;
Αν μετανοήσεις για τις πράξεις που σε βαραίνουν, θα συγχωρεθείς αμέσως από τον Χριστό, γι’ αυτό να μην είσαι τόσο αυστηρός με τον εαυτό σου…
Δώσε του την ευκαιρία να διορθωθεί και μη καταδιώκεσαι από τους τύπους και το καθήκον… Κάνε την προσευχή σου πάντα και μην αφήνεις τον εαυτό σου έξω από την ευλογία του Χριστού…»
«Θέλω αν μπορείς να προσευχηθείς για εμένα», του ζητώ…
«Αν εγώ φάω την τυρόπιτα που μου πρόσφερες, εσύ θα χορτάσεις; Να προσεύχεσαι στον Χριστό όπως και εγώ και να έχεις πίστη…»
Καθώς σηκώνομαι να φύγω, ενώ εκείνος πήρε την τυρόπιτα στα χέρια με κοιτάζει χαμογελώντας και μου λέει:«Τόση ώρα οι τρεις μας θα μπορούσαμε να παίξουμε και ξερή (παιχνίδι με χαρτιά), αλλά μάλλον εσύ ήθελες μόνο να ακούσεις…
Ο φίλος μου θα σε βοηθήσει να βρεις αυτό που ζητάς…»Ποτέ δεν περίμενα ότι παίρνοντας ένα πακέτο τσιγάρα και μια τυρόπιτα θα δεχόμουν σαν αντίτιμο την σοφία ενός άγνωστου άστεγου, τη δωρεάν ακτινογραφία των ανησυχιών μου και τη διαβεβαίωση ότι ο φίλος του ο Χριστός θα μου τις απαλύνει…
Οι άνθρωποι του Θεού βρίσκονται ανάμεσα μας και όποιος έχει ανοικτά μάτια μπορεί να δει το θέλημα Του, αλλά και την χάρη Του, αυτήν που μεταμορφώνει έναν άστεγο σε σοφό, έναν άγνωστο σε φίλο, έναν άνθρωπο σε αδελφό !!!

Βρισκόμαστε σε κάποιο γραφικό χωριουδάκι του Ζαΐρ (σημερινό Κογκό). Η τροπική βλάστηση γύρω βρίσκεται σε έξαρση. Οι μπανανιές πιο κει, κατάμεστες από καρπούς, γέρνουν τα κλαδιά τους κι ο φοίνικας δίπλα στη χορταρένια καλύβα καμαρώνει περήφανος για τη λεβεντιά του!
Συλλογισμένος και πικραμένος ένας γέροντας Ζαϊρινός κάθεται έξω από το αρχοντικό του (καλύβα), μασουλώντας ζαχαροκάλαμο.
Μα, γιατί δεν με θέλει εμένα ο Χριστός; ψελλίζει με παράπονο. Τι κι αν έχω δύο γυναίκες και είκοσι παιδιά μαζί τους; Εγώ θέλω να γίνω Χριστιανός! Να βαπτιστώ Ορθόδοξος! «Όχι», είπε όμως ο ιεραπόστολος, ο πατήρ Κοσμάς. «Όχι! Ο Χριστός αυτό δεν το θέλει!».
Το βράδυ, γύρω απ’ τη φωτιά, κάλεσε σε οικογενειακό συμβούλιο τις δύο γυναίκες κι όλα του τα παιδιά. Τους μίλησε για τις σκέψεις του, τον ιερό πόθο του, την επιθυμία του να βαπτιστεί Χριστιανός Ορθόδοξος και το φοβερό κώλυμα, που τον εμπόδιζε να φτάσει στην πραγματοποίηση αυτού του σκοπού.
Οπωσδήποτε θέλει να ασπαστεί τον Χριστιανισμό, την Ορθοδοξία. Διακαής ο πόθος του. Τα δάκρυα κυλούν στο μελαψό, χαρακωμένο από ρυτίδες, πρόσωπό του.
Πάλη και αγώνας μεγάλος μέσα του. Φοβερό το δίλλημα! Ύστερα απ’ όσα είδε και άκουσε για τούτη την αληθινή θρησκεία. Από την άλλη μεριά, όμως, αγαπά και τις δύο γυναίκες του πολύ και του είναι αδύνατο ν' αποφασίσει ποια απ’ τις δύο ν' απαρνηθεί.
Έλεγε συγκρατώντας με κόπο τα δάκρυα του: «Ποια ν' απαρνηθώ; Μου είναι αδύνατο ν' αποφασίσω».
Άφωνα τα παιδιά μαζεύτηκαν στη γωνιά τους κι έγειραν τούτη τη νύχτα όχι μόνο νηστικά ως συνήθως, αλλά και πικραμένα, για να κοιμηθούν.
- Ποια τύχη θα είχε άραγε αυτή η ιστορία;
Ο γερό-Ζαϊρινός στριφογύριζε όλη τη νύχτα στα χορτάρινα στρωσίδια.
Ξαφνικά ξαλάφρωσε η καρδιά του, λες και του έπαψε η τρικυμία, άρχισε να κοπάζει κι ο ανεμοστρόβιλος!
Στο μυαλό του τριγυρίζει η κατηγορηματική άρνηση του Ιεραποστόλου, που αποτελεί και απαράβατο νόμο της Ορθοδοξίας μας. Και τώρα κλαίει με λυγμούς απαρηγόρητος. Τα χείλη του ασυναίσθητα ψιθύρισαν για πρώτη φορά μία προσευχή στον γλυκύ μας Ιησού, που, όπως έδειξαν τα πράγματα, έσκυψε πλάι του, αφουγκράστηκε τις επιθυμίες του και έσπευσε να τον βοηθήσει. Οι συντρόφισσές του ξαγρυπνούσαν έξω από την καλύβα, κάτω από το φως του φεγγαριού, χωρίς να παίρνουν την μεγάλη απόφαση, ποια από τις δύο θα φύγει. Η νεότερη, γερμένη κάτω από τον φοίνικα, απελπισμένη και δακρυσμένη, αποκοιμήθηκε ελαφρά και ανάμεσα σε όνειρο και οπτασία είδε την απαστράπτουσα μορφή του Εσταυρωμένου. Αυτού του Άγνωστου γι’ αυτήν μέχρι τότε Ιησού, που της είπε γλυκά και αποφασιστικά:
- Μάθε στη ζωή σου ότι αγάπη θα πει θυσία. Γι' αυτό βλέπεις και μένα πάνω στο Σταυρό. Ο Χριστιανός και η Ορθοδοξία μας ζητούν να σταυρώσουμε τα πάθη μας, τις λανθασμένες επιθυμίες μας. Το «εγώ» και το «θέλω» πρέπει να υποτάσσονται στο «πρέπει». Φύγε, εσύ, που τον αγαπάς πιο πολύ, φύγε! Εγώ θα είμαι κοντά σου! Θα ευλογήσω τα βήματα σου! Θα σε προστατέψω! Μέγιστη θα είναι η ανταμοιβή σου γι' αυτή τη θυσία, και ας μη με γνωρίζεις! Θα είσαι και εσύ κάποτε κοντά μου ... εν τω Παραδείσω...
Ξύπνησε αναστατωμένη η Ζερμέν. Πετάχτηκε πάνω αποφασισμένη. Είχε αρχίσει ν' αχνοφέγγει. Μπήκε μέσα στην καλύβα, σκούπισε βιαστικά τα δάκρυα της με τις μαύρες ροζιασμένες παλάμες της και σκούντησε απαλά τον μέχρι τότε σύντροφο της που μισοκοιμόταν.
- Φεύγω, του είπε, γιατί έτσι πρέπει. Δεν μπορώ να αντισταθώ σ' εκείνη τη φοβερή δύναμη, που εκπέμπει ο Χριστός που αγαπάς και θέλεις να γίνεις ακόλουθός Του ... Φεύγω οριστικά! Γενηθήτω το θέλημά Του, ψιθύρισε η αγνή, ολόλευκη ψυχή της.
Δάκρυα χαράς και λύπης συνόδευσαν τον αποχωρισμό. Πήρε τα παιδιά της και χάθηκε μέσα στα δάση• εξαφανίστηκε. Τί δύναμη απόφασης! Τί μεγαλείο! Τί πανάκριβο δώρο κατέθεσε στα πόδια του Χριστού μας εκείνη την ώρα, χωρίς να το καταλάβει αυτή η γυναίκα, που έσφιξε την καρδιά της και έφυγε στο άγνωστο, απαρνούμενη την ήσυχη οικογενειακή εστία!
Χαρούμενος ο γέροντας Ζαϊρινός, με αλαφρωμένη την καρδιά, έτρεξε στον Ιεραπόστολό μας και του ανακοίνωσε τα συμβάντα. Ύστερα από μετάνοια και εξομολόγηση, δέχτηκε το Άγιο Βάπτισμα και ύστερα μετέλαβε τα Άχραντα Μυστήρια. Η μεγάλη του επιθυμία είχε πραγματοποιηθεί. Αναγεννημένος πνευματικά, αποφάσισε να ζήσει με το Νόμο του Θεού.
Την επομένη της βάπτισης έγινε και ο Ορθόδοξος γάμος. Χαρές και ξεφαντώματα οι ιθαγενείς στο χωριουδάκι του Ζαΐρ!
'Όμως οι βουλές του Κυρίου είναι ανεξιχνίαστες! Τρεις ημέρες μετά τη βάπτισή του, ξαφνικά ο Χριστός μας τον κάλεσε κοντά Του στους ουρανούς. Κοιμήθηκε εν Κυρίω! «Μακάριοι οι εν Κνρίω αποθνήσκοντες ...».
Σαν βόμβα έσκασε σε όλο το αφρικανικό χωριό η είδηση. Έφυγε τόσο ξαφνικά ... εντελώς απροσδόκητα ... Απίστευτο! Εντύπωση έκανε σε όλους εκείνη η γλυκιά, ήρεμη, γελαστή μορφή του νεκρού νεοφώτιστου. Άγγελοι πήραν στα χέρια τους, προς καταισχύνη των δαιμόνων, εκείνη την ωραία ψυχούλα και την οδήγησαν στο θρόνο του Θεού, να ζήσει αιώνια στη Βασιλεία των Ουρανών.
Μαθαίνοντας το περιστατικό, επέστρεψε η δεύτερη σύζυγος με τα παιδιά της. Και έτσι, όλοι μαζί πια, βαπτίστηκαν Χριστιανοί και έζησαν ευτυχισμένοι, ακολουθώντας το δρόμο, που τους χάραξε ο Χριστός μας. Το Άγιο Φώς, που άναψε εκείνη τη μεγάλη νύχτα της απόφασης πάνω απ’ την καλύβα τους, δεν έσβησε ποτέ. Έγινε ο φάρος της ελπίδας και της σωτηρίας τους.
Περιοδικό «Ορθόδοξη Ιεραποστολική Πορεία Αγάπης»
Ετούτη είναι μια αληθινή ιστορία, που μας την αφηγήθηκε κάποιος που την έζησε από κοντά.
Ο άντρας και η γυναίκα ήταν πρόσφυγες από την Σμύρνη.
Ο παππούς που μας είπε γι αυτούς, τους γνώρισε στην Αθήνα.
Ήταν μόνοι, κατάμονοι, δίχως συγγενείς όπως οι περισσότεροι από τους ξεσπιτωμένους της Ανατολής. Ούτε παιδιά είχαν.
Δυο απλοί και πονεμένοι άνθρωποι που ποτέ δεν έδειξαν τον πόνο τους. Μόνο την ελπίδα τους στον Κύριο που ξημερώνει τις μέρες έβλεπες και την φτώχεια τους που δεν γινόταν να κρυφτεί.
Σε ένα ημιυπόγειο ο άντρας είχε ένα μικρομάγαζο και πουλούσε ελιές. Πάνω απ’ αυτό, ένα τετράγωνο δωμάτιο ήταν η …οικία τους. Σπίτι να το κάνει ο Θεός: Σε μιαν άκρη τα σιδερένια τρίποδα με τις ξύλινες τάβλες και αυτό ήταν το κρεββάτι, παραδίπλα ένα κουτσό τραπέζι, δύο μπακιρένια κύπελλα για να πίνουν νερό, μια γκαζιέρα, μια καρβουνισμένη κατσαρόλα και λίγα ρούχα σκεπασμένα με ένα σεντόνι.
Το "οίκημα" νοικιασμένο.
Πόσες ελιές θα μπορούσε να πουλήσει ο χριστιανός για να καζαντίσουν;
Έπειτα ήταν και οι φτωχότεροι απ’ αυτούς και οι ανήμποροι που δεν έπρεπε να μείνουν νηστικοί….Οι πένητες συνέδραμαν τους φτωχούς και αμφότεροι έλεγαν "δόξα τω Θεώ", γιατί έτσι είναι γραμμένο στις Γραφές και το ζευγάρι ήξερε καλά τα μαθηματικά του Θεού, την αριθμητική των δύο χιτώνων.
Τα χρόνια πέρασαν, το "μαγαζί" έκλεισε, τα χρόνια εκείνα συντάξεις δεν υπήρχαν, οι φτωχούληδες του Θεού άρχισαν να ζητιανεύουν στις γωνίες.
Μετά ούτε αυτό, καθώς γέρασαν πολύ και αρρώστησαν. Αν κάποιος τους έδινε ένα κομμάτι ψωμί έτρωγαν, αν όχι έπεφταν για ύπνο νηστικοί.
"Έχει ο Θεός" έλεγαν και πάλι "έχει ο Θεός" είπαν και όταν τα ταπεινά τους ρούχα έγιναν κουρέλια, όταν τα μπακιρένια κύπελλα πρασίνισαν από την πολυκαιρία, όταν δεν είχαν να πληρώσουν το νοίκι. Αχ αυτό το νοίκι…χρόνια το είχαν απλήρωτο. Φώναζε ο ιδιοκτήτης αλλά μετά "ξεχνούσε" το χαμόσπιτο και αυτοί συνέχιζαν την χαμοζωή τους, μη λείποντας από την εκκλησία και χαμογελώντας με εμπιστοσύνη σε όλες τις εικόνες του ναού.
Τόσοι άγιοι που βασανίστηκαν, ένας Αφέντης που σταυρώθηκε, η Μάνα που κάηκε η καρδιά Της και τούτοι που δεν έπαθαν τίποτε, θα σκιαχτούν;
Σκιάχτηκαν ωστόσο την ημέρα που ο ιδιοκτήτης τους είπε να φύγουν γιατί ήθελε να το γκρεμίσει το σπίτι. Θα έκανε πολυκατοικία.
Να φύγουν και να πάνε πού;
Εδώ αγαπήθηκαν, ευλογήθηκαν, χόρτασαν, πείνασαν, έκλαψαν, ήλπισαν, εδώ ήταν το σβηστό -πια- καντηλάκι τους, έδώ τα κουρέλια τους, εδώ τα σκουριασμένα από την αχρησία κουταλοπήρουνά τους.
Αυτή η πόρτα έκλεινε έξω τις βροχές, τα χιόνια, τους καιρούς και από μέσα ζούσαν το εύκρατον της δωρισμένης ελπίδας.
Τώρα;
"Τί να κάνω τώρα Θεέ μου ;" ύψωσε τα χέρια προς το ταβάνι με τους ξεχαρβαλωμένους τσατμάδες, ο γέρος.
Την άλλη μέρα ήρθε ο δικαστικός κλητήρας, με τα χαρτιά της έξωσης.
-"Πρέπει να φύγετε".
-"Πού να πάμε ;"
Ο άνθρωπος κοίταξε ένα γύρω το αχούρι, που υποδυόταν το σπίτι…..Κοίταξε και τους σκελετωμένους γέρους.
"Έχω ένα δωμάτιο που περισσεύει" είπε σιγανά.
"Δεν έχουμε λεφτά" είπε ντροπαλά ο γέρος.
"Πάμε" είπε ο κλητήρας και καθώς δεν είχαν και τίποτε να μετακομίσουν, έφυγαν αμέσως.
Τους πήρε με το αυτοκίνητο, τους πήγε στο δικό του σπίτι, η γυναίκα του τους έπλυνε, τους έντυσε, τους τάισε, παιδιά δεν είχαν και τούτοι, το δωμάτιο ήταν φωτεινό, καθαρό, με κουρτίνες που τους άρεσε να τις πάνε πέρα δώθε (καθώς στο χαμόσπιτο δεν είχαν κουρτίνες…).
Έπεσαν στα πατώματα οι γέροι να ευχαριστούν, να κλαίνε, να ευλογούν, να εύχονται, να δοξάζουν.
"Θα έχουμε κι μεις συντροφιά" είπε η γυναίκα του κλητήρα. Αυτό μόνον….
Τώρα πια οι γέροι έπρεπε να συνηθίσουν την μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού που έρχεται ζεστό από τον φούρνο, το πώς ευωδιάζει το φαγητό που βράζει καθώς και το πώς απαντάει ο Χριστός στους δικούς Του, όταν Τον ρωτάνε "Τί να κάνω τώρα Θεέ μου ;"
Πηγή