Translate

Wednesday, December 10, 2014

Εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεόν ( Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος )


Ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος

ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ, Δέσποτα, Κύριε οὐρανοῦ καὶ γῆς ποὺ μὲ προώρισες πρὸ καταβολῆς κόσμου νὰ ἔλθω ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Σ᾿ εὐχαριστῶ γιατί, πρὶν φθάσει ἡ μέρα καὶ ἡ ὥρα, ποὺ πρόσταξες νὰ γεννηθῶ, ἐσὺ ὁ μόνος ἀθάνατος, ὁ μόνος παντοδύναμος, ὁ μόνος ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, κατέβηκες ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ ἁγίου κατοικητηρίου σου, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθεῖς ἀπὸ τοὺς πατρικοὺς κόλπους, σαρκώθηκες καὶ γεννήθηκες ἀπὸ τὴν Ἁγία Παρθένο Μαρία. Ἔτσι μὲ ἀνέπλασες, μὲ ζωοποίησες, μ᾿ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὴν προπατορικὴ πτώση καὶ μοῦ προετοίμασες τὴν ἄνοδο στοὺς οὐρανούς. Ἔπειτα σὰν γεννήθηκα καὶ μεγάλωσα λίγο, μὲ ἀνακαίνισες μὲ τὸ ἅγιο τῆς ἀναπλάσεως βάπτισμα, μὲ στόλισες μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, μοῦ χάρισες φύλακα Ἄγγελο φωτεινὸ καὶ μὲ διαφύλαξες ἄτρωτο ἀπὸ τὰ ἔργα καὶ τὶς παγίδες τοῦ πονηροῦ, μέχρι ποὺ ἐνηλικώθηκα.
Ἔκρινες ὅμως δίκαιο νὰ σῳζόμαστε ὄχι μὲ τὴν βία ἀλλὰ μὲ τὴν δική μας προαίρεση, γιατὶ θέλησες νὰ τιμηθῶ κι᾿ ἐγὼ μὲ τὸ αὐτεξούσιο καὶ νὰ σοῦ φανερώνω αὐτοπροαίρετη τὴν ἀγάπη μου μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν σου. Ἀλλὰ ἐγὼ ὁ ἀχάριστος καὶ καταφρονητής, ἐπειδὴ λογίστηκα τὴν τιμὴ τῆς αὐτεξουσιότητος σὰν τὸ ἄλογο ποὺ λύθηκε ἀπὸ τὰ δεσμά, ἀποσκίρτησα ἀπὸ τὴν πατρική σου ἐξουσία καὶ ρίχτηκα στὸ γκρεμό. Κι ἐνῷ κοιτόμουν καὶ κυλιόμουν ἐκεῖ ὁ ἀναίσθητος καὶ συντριβόμουν ὅλο καὶ περισσότερο, δὲν μὲ ἀποστράφηκες καὶ δὲν μ᾿ ἄφησες νὰ κείτομαι καὶ νὰ μολύνομαι ἀπὸ τὸ βόρβορο. Μὲ σπλαχνίστηκες, ἔστειλες καὶ μ᾿ ἔβγαλες ἀπὸ κεῖ, μὲ τίμησες λαμπρότερα καὶ μὲ λύτρωσες μὲ τὰ ἄρρητα κρίματά σου ἀπὸ βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες, ποὺ ἤθελαν νὰ μὲ χρησιμοποιήσουν σὰν εὐτελὲς σκεῦος στὴν ὑπηρεσία τῶν θελημάτων τους. Δῶρα χρυσὰ καὶ ἀργυρά, ἂν καὶ ἤμουν φιλάργυρος, δὲν μ᾿ ἄφησες νὰ δεχθῶ. Τὶς δόξες καὶ τὶς τιμὲς τοῦ κόσμου, ποὺ μοῦ πρόσφεραν γιὰ νὰ προδώσω τὸν ἁγιασμό σου, μ᾿ ἀξίωσες νὰ τὶς καταφρονήσω.
Ὅμως ὅλες αὐτὲς τὶς εὐεργεσίες --σοῦ ἐξομολογοῦμαι, Κύριε καὶ Θεὲ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς-- περιφρονώντας τες πάλι, βυθίστηκα ὁ ἄθλιος σε λασπερὸ λάκκο αἰσχρῶν ἐννοιῶν καὶ πράξεων. Κι ὅταν ἐκεῖ κατρακύλισα, αἰχμαλωτίστηκα ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ στὸ σκοτάδι εἶναι κρυμμένοι. Ἀπὸ κεῖ οὔτε ἐγὼ μόνος, ἀλλ᾿ οὔτε ὁ κόσμος ὁλόκληρος, ἂν μαζευόταν, μποροῦσε νὰ μὲ βγάλει καὶ νὰ μὲ γλυτώσει ἀπὸ τὰ χέρια τους.
Ἤμουν λοιπὸν φυλακισμένος ἐλεεινὰ κεῖ κάτω. Μ᾿ ἔσερναν ἄθλια ἐδῶ καὶ κεῖ, μὲ σύμπνιγαν καὶ μὲ περιγελοῦσαν. Ἀλλὰ σύ, ὁ εὔσπλαχνος καὶ φιλάνθρωπος Δεσπότης, δὲν μ᾿ ἐγκατέλειψες, δὲν μνησικάκησες, δὲν ἀποστράφηκες τὴν ἀγνώμονα γνώμη μου καὶ δὲν μ᾿ ἄφησες γιὰ πολὺ νὰ τυραννιέμαι ἐκούσια ἀπὸ τοὺς νοητοὺς λῃστές. Ἐγὼ αἰχμάλωτος σ᾿ αὐτοὺς χαιρόμουν ἀπὸ τὴν πολλή μου ἀναισθησία. Ἐσὺ ὅμως Κύριε δὲν ὑπέφερες νὰ μὲ βλέπεις περίγελο τῶν δαιμόνων, ἀλλὰ μὲ σπλαγχνίστηκες καὶ μ᾿ ἐλέησες. Καὶ δὲν ἔστειλες σὲ μένα τὸν ἁμαρτωλὸ καὶ ἄθλιο οὔτε Ἄγγελο οὔτε ἄνθρωπο. Ἔσκυψες ἐσὺ ὁ ἴδιος, κινούμενος ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς ἀγαθότητός σου, στὸ βαθύτατο λάκκο τοῦ βορβόρου ποὺ ἤμουν βυθισμένος. Ἅπλωσες τὸ ἄχραντό σου χέρι, χωρὶς ἐγὼ νὰ σὲ βλέπω -ἄλλωστε πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ δῶ ἔτσι ποὺ ἤμουν βουτηγμένος καὶ πνιγμένος στὸ βόρβορο; μ᾿ ἅρπαξες ἀπὸ τὰ μαλλιὰ καὶ μὲ τράβηξες ἀπὸ ἐκεῖ μὲ βία. Ἐγὼ ἔνιωθα τὸν πόνο καὶ τὴν ὁρμητικὴ κίνηση πρὸς τὰ πάνω, ἀγνοοῦσα ὅμως ὁλότελα ποιὸς μὲ τραβάει καὶ μ᾿ ἀνεβάζει.
ΟΤΑΝ μὲ ἀνέσυρες καὶ μ᾿ ἔστησες στὴ γῆ, μ᾿ ἐμπιστεύθηκες στὸν δοῦλο καὶ μαθητή σου. Ἤμουν ὅλος ρυπαρός, μὲ τὰ μάτια, τὰ αὐτιὰ καὶ τὸ στόμα φραγμένα ἀπὸ τὸν βόρβορο, γι᾿ αὐτὸ οὔτε τώρα σ᾿ ἔβλεπα, ποιὸς εἶσαι. Ἔνιωθα μόνο ὅτι εἶσαι ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, ἀφοῦ μὲ λύτρωσες ἀπὸ ἐκεῖνο τὸν βαθύτατο λάκκο καὶ τὸν βόρβορο. Μοῦ εἶπες: «Κράτησε καλά, προσκολλήσου καὶ ἀκολούθησε τὸν ἄνθρωπο τοῦτον. Αὐτὸς θὰ σὲ πλύνει καὶ θὰ σὲ καθαρίσει». Μοῦ χάρισες ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη σ᾿ αὐτὸν καὶ χάθηκες χωρὶς νὰ ξέρω ποὺ πῆγες.
Κατὰ τὴν προσταγή σου λοιπόν, Πανάγιε Δέσποτα, ἀκολούθησα σταθερὰ αὐτὸν ποὺ μοῦ ὑπέδειξες. Μὲ ὁδηγοῦσε στὶς βρύσες καὶ τὶς πηγὲς μὲ πολὺ κόπο, γιατὶ ἤμουν τυφλός. Τὸν κρατοῦσα γερὰ μὲ τὸ χέρι τῆς πίστεως ποὺ μοῦ ἔδωσες, ἀναγκαζόμενος ν᾿ ἀκολουθῶ πίσω του. Ἐκεῖνος, ποὺ ἔβλεπε καλά, ὑπερπηδοῦσε ὅλες τὶς πέτρες, τοὺς λάκκους καὶ τὶς παγίδες, ἐνῷ ἐγὼ σκόνταφτα κι᾿ ἔπεφτα ὑποφέροντας πολλοὺς πόνους, κακώσεις καὶ θλίψεις. Ἐκεῖνος σὲ κάθε πηγὴ καὶ βρύση νιβόταν καὶ λουζόταν, ἐνῷ ἐγὼ ποὺ δὲν ἔβλεπα, τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς τὶς προσπερνοῦσα. Ἂν δὲν μ᾿ ἔπιανε ἀπὸ τὸ χέρι νὰ μὲ στήσει δίπλα στὴν πηγή, δὲν θὰ μποροῦσα ποτὲ νὰ βρῶ τὴν βρύση μὲ τὸ νερό. Μὰ κι ὅταν μὲ καθοδηγοῦσε καὶ πολλὲς φορὲς μ᾿ ἄφηνε γιὰ νὰ νιφτῶ, μαζὶ μὲ τὸ καθαρὸ νερὸ ἔπαιρνα στὶς παλάμες μου λάσπη καὶ βόρβορο, ποὺ ὑπῆρχαν κοντὰ στὴν πηγή, μολύνοντας ἔτσι τὸ πρόσωπό μου. Συχνά, ψηλαφώντας νὰ βρῶ τὴν πηγή, συμπαρέσυρα τὰ χώματα καὶ ἀνατάραζα τὸν βόρβορο, καὶ ὁλότελα τυφλός, μολύνοντας τὸ πρόσωπο μὲ τὸν βόρβορο, νόμιζα πὼς πλένομαι μὲ καθαρὸ νερό.
Πῶς πάλι νὰ περιγράψω τὸν κόπο καὶ τὴν βία ποῦ μου προξενοῦσαν ὅλα αὐτά; Κι ὄχι μόνο αὐτά, ἀλλὰ καὶ ὅσοι καθημερινὰ ἀντιδροῦσαν καὶ μὲ συμβούλευαν τάχα λέγοντας: «Τί ματαιοπονεῖς σὰν ἀνόητος καὶ ἀκολουθεῖς αὐτὸν τὸν ἐμπαίκτη καὶ πλάνο, προσδοκώντας ματαίως καὶ ἀνώφελα ν᾿ ἀναβλέψεις; Τώρα πιὰ εἶναι ἀδύνατο! Τί τὸν ἀκολουθεῖς σκοντάφτοντας καὶ ματώνοντας τὰ πόδια σου; Γιατί δὲν ἀκολουθεῖς καλύτερα ἀνθρώπους ἐλεήμονες, ποὺ παρακαλοῦν νὰ σὲ ἀναπαύσουν καὶ νὰ σὲ θρέψουν καὶ νὰ σὲ περιποιηθοῦν; Ἀποκλείεται πιὰ νὰ θεραπευθεῖς ἀπὸ τὴν ψυχικὴ λέπρα καὶ νὰ δεῖς τὸ φῶς σου. Ποῦ βρέθηκε τώρα θαυματουργὸς αὐτὸς ὁ ἐμπαίκτης νὰ σοῦ τάζει πράγματα ἀκατόρθωτά σε ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τῆς παρούσης γενεᾶς; Ἀλλοίμονο! Θὰ χάσεις καὶ αὐτὴ τὴν θεραπεία ποὺ σοῦ προσφέρουν οἱ φιλόχριστοι καὶ φιλάδελφοι καὶ συμπονετικοὶ ἄνθρωποι καὶ τὶς κακουχίες καὶ θλίψεις θὰ ὑπομείνεις γιὰ μάταιες ἐλπίδες καὶ ὅσα σου ὑπόσχεται ὁ ἀπατεῶνας αὐτὸς καὶ πλάνος, ἀναμφίβολα, δὲν πρόκειται νὰ τὰ ἀποκτήσεις. Τί μπορεῖ νὰ κάνει αὐτός; Δὲν τὸ συλλογίζεσαι καὶ μόνος σου, χωρὶς νὰ σοῦ τὸ ποῦμε ἐμεῖς; Τί φαντάζεσαι; Ἐμεῖς ὅλοι δὲν βλέπομε; Ἢ εἴμαστε τυφλοί, ὅπως σου λέει αὐτὸς ὁ πλανεμένος; Ὅλοι μας βλέπομε καλὰ καὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὅραση ἀνώτερη ἀπὸ τὴ δική μας. μὴν ἀπατᾶσαι».
Ἀλλὰ σὺ ὁ ἐλεήμων καὶ εὔσπλαγχνος μ᾿ ἔσωσες ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς πραγματικὰ ἀπατεῶνες καὶ πλάνους με τὴν πίστη καὶ τὴν ἐλπίδα ποὺ μοῦ χάρισες, ἐνισχύοντάς με νὰ ὑπομείνω κι ὅσα προανέφερα κι ἄλλα πολλά.
ΕΤΣΙ, καρτερικὰ καὶ σταθερὰ ὑπομένοντας ὅλα αὐτὰ κάθε μέρα ψηλαφητὰ μὲ θολὸ νερὸ κατὰ δύναμη πλενόμουν καὶ λουζόμουν, ὅπως μ᾿ ἐδίδασκε ὁ Ἀπόστολος ἐκεῖνος καὶ μαθητής σου. Ὥσπου κάποτε ποὺ κατευθυνόμουν τρέχοντας πρὸς τὴν πηγή, μοῦ φανερώθηκες στὸν δρόμο πάλι ἐσὺ ὁ ἴδιος, ἐσὺ ποὺ πρὸ καιροῦ ἀπὸ τὸν βόρβορο μὲ εἶχες ἀνασύρει. Καὶ τότε γιὰ πρώτη φορᾷ μὲ τὴν ἄχραντη αἴγλη τοῦ προσώπου σου ἄστραψες στὰ ἀσθενικά μου μάτια, ὥστε τὸ λίγο φῶς ποὺ νόμιζα πῶς ἔχω, τὸ ἔχασα κι αὐτό, κι ἔτσι δὲν μπόρεσα νὰ σὲ ἀναγνωρίσω. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ δῶ ἢ νὰ σὲ γνωρίσω ποιὸς ἤσουν, ἀφοῦ οὔτε τὴν αἴγλη τοῦ προσώπου σου δὲν μπόρεσα ν᾿ ἀτενίσω, οὔτε νὰ γνωρίσω καὶ νὰ κατανοήσω; Ἀπὸ τότε λοιπὸν δὲν ἀπαξίωνες ὁ ἀνυπερήφανος νὰ κατεβαίνεις συχνότερα πρὸς ἐμένα, καθὼς βρισκόμουν σ᾿ αὐτὴν τὴν πηγήν. Ἀλλὰ ἐρχόσουν καὶ κρατώντας μου τὸ κεφάλι, τὸ βύθιζες στὰ νερὰ καὶ μ᾿ ἔκανες νὰ βλέπω καθαρώτερα τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου. Εὐθὺς ὅμως χανόσουν, χωρὶς νὰ μ᾿ ἀφήνεις νὰ καταλάβω ποιὸς ἤσουν ἐσὺ ποὺ τὰ ἔκανες αὐτὰ ἢ ἀπὸ ποὺ ᾖρθες καὶ ποὺ πηγαίνεις. Ἀλλὰ οὔτε καὶ τώρα ἀκόμη μου δίνεις νὰ τὸ καταλάβω. Ἔτσι, ἐρχόμενος καὶ φεύγοντας γιὰ ἀρκετὸ χρόνο, λίγο-λίγο μοῦ φανερωνόσουν ὅλο καὶ καλύτερα, μ᾿ ἔλουζες στὰ νερὰ καὶ μοῦ χάριζες νὰ βλέπω περισσότερο καὶ καθαρώτερο φῶς.
Ἀφοῦ τὸ ἔκανες αὐτὸ γιὰ πολὺ χρόνο, μὲ ἀξίωσες κάποτε νὰ δῶ ἕνα φοβερὸ μυστήριο: Καθὼς ἐρχόσουν καὶ μ᾿ ἔπλενες μὲ τὰ νερά, ὅπως μοῦ φαινόταν, καὶ μ᾿ ἔλουζες καὶ μὲ βύθιζες πολλὲς φορὲς μέσα σ᾿ αὐτά, εἶδα τὶς ἀστραπὲς ποὺ μὲ περιέλαμπαν καὶ τὶς ἀκτῖνες τοῦ προσώπου σου ποὺ ἀναμίχθηκαν μὲ τὰ νερά, καὶ βλέποντας νὰ λούζομαι μὲ φωτόμορφο νερὸ ἔμεινα ἐκστατικός. Δὲν ἤξερα ὅμως ἀπὸ ποὺ ἐρχόταν οὔτε ποιὸς μοῦ τὸ πρόσφερε. Μόνο χαιρόμουν νὰ λούζομαι αὐξάνοντας στὴν πίστη, πετώντας μὲ τὰ φτερὰ τῆς ἐλπίδος καὶ ἀνεβαίνοντας μέχρι τὸν οὐρανό. Κι ἐκείνους τοὺς πλάνους, ποὺ μοῦ ψιθύριζαν τὰ λόγια της ἀπάτης καὶ τοῦ ψεύδους, τοὺς μισοῦσα πολὺ καὶ τοὺς λυπόμουν γιὰ τὴν πλάνη τους καὶ δὲν συναναστρεφόμουν οὔτε συνομιλοῦσα καθόλου μ᾿ αὐτούς, ἀλλὰ ἀπέφευγα ἀκόμα καὶ νὰ τοὺς βλέπω, γιὰ νὰ μὴ βλαφθῶ. Τὸν συνεργὸ καὶ βοηθό μου ὅμως, δηλαδὴ τὸν ἅγιο μαθητὴν καὶ ἀπόστολό σου, τὸν τιμοῦσα καὶ τὸν σεβόμουν, ὅπως ἐσένα, τὸν πλάστη μου. Τὸν ἀγαποῦσα ὁλόψυχα, ἔπεφτα στὰ πόδια του νύχτα καὶ μέρα καὶ τὸν παρακαλοῦσα «ὅ,τι μπορεῖς βοήθησέ με», μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι κοντά σου ὅσα θέλει τὰ μπορεῖ.
Ἔτσι περνοῦσα μὲ τὴν χάρη σου γιὰ ἀρκετὸ καιρό, ὅταν εἶδα πάλι ἕνα φοβερὸ μυστήριο: Μὲ πῆρες καὶ μὲ ἀνέβασες μαζί σου στοὺς οὐρανοὺς (δὲν ξέρω ἂν ἤμουν μὲ τὸ σῶμα ἢ χωρὶς τὸ σῶμα, ἐσὺ μόνο ξέρεις, ποὺ τὸ ἔκανες). Ἔμεινα ἀρκετὴ ὥρα μαζί σου. Θαύμασα τὸ μεγαλεῖο τῆς δόξης -ἀγνοῶ ὅμως ποιὰ καὶ τίνος ἦταν αὐτὴ ἡ δόξα- θαμπώθηκα ἀπὸ τὸ ὕψος κι ἔμεινα ἐκστατικός. Ἀλλὰ καὶ πάλι μ᾿ ἄφησες μόνον στὴν γῆ, ὅπου στεκόμουν πρωτύτερα καὶ βρέθηκα νὰ θρηνῶ καὶ νὰ ὀδύρομαι γιὰ τὴν ἀναξιότητά μου. Μὰ σὲ λίγο, ἐνῷ ἤμουν στὴ γῆ, ἄνοιξαν πάνω ψηλὰ οἱ οὐρανοὶ καὶ μ᾿ ἀξίωσες νὰ μοῦ ἀποκαλύψεις τὸ πρόσωπό σου σὰν ἥλιο ἀσχημάτιστο. Ἀλλ᾿ οὔτε τότε μ᾿ ἄφησες νὰ καταλάβω ποιὸς ἤσουν (γιατί πῶς θὰ μποροῦσα νὰ σὲ γνωρίσω, ἀφοῦ δὲν μοῦ μίλησες;) Κρύφτηκες ἀμέσως κι ἐγὼ τριγυρνοῦσα ἀναζητώντας σε, ἂν καὶ δὲν σὲ γνώριζα, καὶ ποθοῦσα νὰ δῶ τὴν μορφή σου καὶ νὰ γνωρίσω καλὰ ποιὸς ἤσουν. Γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τὸν πολὺ πόθο καὶ τῆς ἀγάπης σου τὴν φλόγα ἔκλαιγα ἀσταμάτητα, μὴ γνωρίζοντας ποιὸς εἶσαι ἐσὺ ποὺ μ᾿ ἔφερες ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη, μὲ λύτρωσες ἀπὸ τὸν βόρβορο κι᾿ ἔγινες γιὰ χάρη μου ὅλα ὅσα προεῖπα.
Ἔτσι λοιπόν, πολλὲς φορὲς μοῦ φανερώθηκες καὶ πολλὲς φορὲς πάλι χωρὶς νὰ μιλήσεις, μοῦ κρύφθηκες καὶ δὲν σ᾿ ἔβλεπα καθόλου. Ἔβλεπα τὶς ἀστραπὲς καὶ τὴν αἴγλη τοῦ προσώπου σου νὰ μὲ περικυκλώνουν συνεχῶς, ὅπως κάποτε μέσα στὰ νερά, ἀλλ᾿ ἀδυνατοῦσα ὁλότελα νὰ τὶς συγκρατήσω. Θυμόμουν πόσο ψηλὰ σὲ εἶδα κάποτε. Καὶ νομίζοντας ὁ ἀνόητος ὅτι εἶσαι ἄλλος, ζητοῦσα μὲ δάκρυα πάλι νὰ σὲ δῶ.
Καταπίεζα λοιπὸν τὸν ἑαυτό μου μὲ πολὺ λύπη καὶ θλίψη καὶ στενοχώρια καὶ λησμόνησα ὁλότελα ὅλο τὸν κόσμο καὶ τὰ ἐγκόσμια, μὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μου, μὴ βάζοντας στὸ νοῦ μου ὅτι ὑπάρχει τίποτε ὁρατὸ ἢ σκιὰ ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο. Τότε ἦταν ποὺ ἐσὺ ὁ ἴδιος, ὁ ἀόρατος, ὁ ἀψηλάφητος καὶ ἄπιαστος μοῦ φανερώθηκες. Ἔνιωσα νὰ μοῦ καθάρεις τὸν νοῦ, νὰ μοῦ πλαταίνεις τὸ ὀπτικὸ τῆς ψυχῆς καὶ νὰ μ᾿ ἀξιώνεις νὰ βλέπω ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τὴν δόξα σου. Ἔβλεπα πῶς καὶ σὺ ὁ ἴδιος ὅλο καὶ περισσότερο μεγαλώνεις καὶ λάμποντας πλαταίνεις πιὸ πολύ. Αἰσθανόμουν σιγὰ-σιγὰ νὰ ἔρχεσαι καὶ νὰ μὲ πλησιάζεις, καθὼς ὑποχωροῦσε τὸ σκοτάδι, ὅπως μᾶς συμβαίνει πολλὲς φορὲς καὶ μὲ τὰ αἰσθητά: ὅταν π.χ. ἡ σελήνη φέγγει στὸν οὐρανὸ καὶ τὰ σύννεφα μοιάζουν νὰ περπατοῦν, τότε μας φαίνεται πὼς ἡ σελήνη τρέχει πολὺ γρήγορα, ἐνῷ στὴν πραγματικότητα δὲν αὐξάνει καθόλου τὴν συνηθισμένη της ταχύτητα, οὔτε ἀλλάζει τὴν ἀρχική της πορεία. Ἔτσι καὶ σὺ Δέσποτα, φαινόσουν νὰ ἔρχεσαι ὁ ἀκίνητος καὶ νὰ μεγαλώνεις ὁ ἀναλλοίωτος καὶ νὰ παίρνεις μορφὴ ὁ ἀσχημάτιστος.
Ὅταν ἕνας τυφλὸς ἀρχίζει σταδιακὰ νὰ βρίσκει τὸ φῶς του καὶ νὰ διακρίνει τὴν μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ νὰ περιγράφει λίγο-λίγο πῶς εἶναι, δὲν μεταποιεῖται οὔτε μεταβάλλεται ἡ ἴδια ἡ μορφή. Ἀλλὰ ὅσο καθαρίζεται ἡ ὀπτικὴ δύναμη τῶν ὀφθαλμῶν του, τόσο βλέπει τὴν μορφὴ τοῦ ἀνθρώπου ὅπως εἶναι, γιατὶ ὁλόκληρη τυπώνεται στὴν ὀπτικὴ αἴσθηση καὶ μέσῳ αὐτῆς εἰσχωρεῖ, ἀποτυπώνεται καὶ χαράζεται σὰν σὲ πίνακα στὴ νοερὴ καὶ μνημονευτικὴ δύναμη τῆς ψυχῆς. Ἔτσι ἀκριβῶς καὶ σὺ μοῦ φανερώθηκες, ἀφοῦ τέλεια καθάρισες τὸ νοῦ μου μὲ τὸ λαμπρὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Βλέποντας πιὰ ὁ νοῦς μου διαυγέστερα καὶ καθαρώτερα, νόμιζα ὅτι ἀπὸ κάπου βγαίνεις καὶ φαίνεσαι λαμπρότερος. Μοῦ ἀποκάλυψες τότε χαρακτῆρα ἀσχημάτιστης μορφῆς καὶ μ᾿ ἔβγαλες ἔξω ἀπὸ τὸν κόσμο (μπορῶ νὰ πῶ καὶ ἀπὸ τὸ σῶμα, γιατὶ δὲν μοῦ ἔδωσες νὰ τὸ κατανοήσω ἀκριβῶς). Ἄστραψες λοιπὸν καὶ μοῦ φάνηκε πὼς φανερώθηκες ὅλος σε ὅλον ἐμένα, ποὺ ἔβλεπα πιὰ καλά. Σοῦ εἶπα.
-Ὢ Δέσποτα, ποιὸς νὰ εἶσαι;
Τότε μ᾿ ἀξίωσες γιὰ πρώτη φορᾷ, τὸν ἄσωτο, ν᾿ ἀκούσω τὴν φωνή σου. Μοῦ μίλησες μὲ πολλὴ προσήνεια καὶ μοῦ εἶπες:
-Ἐγὼ εἶμαι ὁ Θεός, ποὺ ἔγινα ἄνθρωπος γιὰ σένα. Μὲ ἀναζήτησες μ᾿ ὅλη σου τὴν ψυχή. γι᾿ αὐτὸ ἀπὸ τώρα καὶ στὸ ἑξῆς θὰ εἶσαι ἀδελφὸς καὶ φίλος καὶ συγκληρονόμος μου!
Ἔκπληκτος, ἔκθαμβος κι ἔντρομος ἐγώ, λίγο καταλάβαινα καὶ μονολογοῦσα:
-Τί θέλει ἄραγε ἡ δόξα αὐτὴ κι λαμπρότητα ἡ μεγάλη; Καὶ πῶς καὶ ἀπὸ ποῦ ἐγὼ ἀξιώθηκα τέτοια ἀγαθά;
Κατάπληκτος, μὲ τὴν ψυχὴ φοβισμένη καὶ τὴν δύναμη παραλυμένη ἀναρωτιόμουν:
-Ποιὸς εἶμαι ἐγὼ Δέσποτα ἢ τί καλὸ ἔπραξα ὁ ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος, γιὰ νὰ μὲ καταστήσεις ἄξιον τέτοιων ἀγαθῶν καὶ συμμέτοχο καὶ συγκληρονόμο τέτοιας δόξης;
Κι ἐνῷ σκεφτόμουν ὅτι αὐτὴ ἡ δόξα καὶ χαρὰ ξεπερνάει τὸ νοῦ, ἐσὺ ὁ Δεσπότης συνομιλώντας πάλι μ᾿ ἐμένα σὰν φίλος μὲ φίλο, μοῦ εἶπες μὲ τὸ πνεῦμα ποὺ μιλοῦσε ἐντός μου:
-Αὐτὰ σοῦ τὰ δώρησα μόνο γιὰ τὴν πρόθεση, τὴν προαίρεση καὶ τὴν πίστη σου. Κι ἄλλα ἀκόμη θὰ σοῦ δωρήσω. Γιατί τί ἄλλο ἔχεις ἢ εἶχες ποτὲ δικό σου, ἀφοῦ πλάστηκες ἀπὸ μένα γυμνός, ὥστε νὰ τὸ λάβω καὶ νὰ σοῦ δώσω ἀντὶ γιὰ ἐκεῖνο αὐτά; Ἂν βέβαια δὲν ἐλευθερωθεῖς ἀπὸ τὴν σάρκα, δὲν θὰ δεῖς τὸ τέλειο οὔτε θὰ μπορέσεις νὰ τὸ ἀπολαύσεις ὁλόκληρο.
Ἐγὼ ρώτησα τότε:
-Ἀλλὰ τί μεγαλύτερο ἢ λαμπρότερο ἀπ᾿ αὐτὸ μπορεῖ νὰ ὑπάρχει; Ἐμένα μοῦ ἀρκεῖ νὰ εἶμαι ἔτσι καὶ μετὰ τὸν θάνατο.
Πόσο μικρόψυχος εἶσαι, μοῦ εἶπες, ποὺ ἀρκεῖσαι σ᾿ αὐτά! Αὐτά, συγκρινόμενα μὲ τὰ μέλλοντα, εἶναι τὸ ἴδιο σὰν ἕνα οὐρανὸ ποὺ τὸν ζωγράφισες στὸ χαρτὶ καὶ τὸν κρατᾷς στὰ χέρια σου. Ὅσο αὐτὸς ὑστερεῖ ἀπὸ τὸν ἀληθινὸ οὐρανό, τόσο ἀσύγκριτα περισσότερο θὰ σοῦ ἀποκαλυφθεῖ ἡ μέλλουσα δόξα ἀπ᾿ αὐτὴν ποὺ βλέπεις τώρα.
Λέγοντας αὐτὰ σώπασες καὶ λίγο-λίγο ὁ καλὸς καὶ γλυκὸς δεσπότης κρύφτηκες ἀπὸ τὰ μάτια μου, εἴτε ἐπειδὴ ἐγὼ ἀπομακρύνθηκα ἀπὸ σένα, εἴτε ἐπειδὴ σὺ ἔφυγες ἀπὸ κοντά μου, δὲν ξέρω. Τότε ᾖρθα πάλι στὸν ἑαυτό μου, νομίζοντας ὅτι ἀπὸ κάπου ἐπέστρεψα, καὶ μπῆκα στὸ πρῶτο μου σκήνωμα. Θυμόμουν λοιπὸν τὸ κάλλος τῆς δόξης καὶ τῶν λόγων σου, καθὼς περπατοῦσα, καθόμουν, ἔτρωγα, ἔπινα, προσευχόμουν κι ἔκλαιγα ζώντας μέσα σὲ ἀνέκφραστη χαρὰ ποὺ σὲ γνώρισα, τὸν Ποιητὴ τῶν ἁπάντων. Καὶ πῶς νὰ μὴ χαιρόμουν; ὅμως πάλι λυπόμουν, γιατί ποθοῦσα ἔτσι νὰ σὲ ξαναδῶ. Κάποτε λοιπὸν ποὺ πῆγα νὰ ἀσπασθῶ τὴν εἰκόνα ἐκείνης ποὺ σὲ γέννησε κι᾿ ἔπεσα νὰ τὴν προσκυνήσω, πρὶν σηκωθῶ, μοῦ φανερώθηκες μέσα στὴν ταλαίπωρη καρδιά μου, ποὺ τὴν μετέβαλες σὲ φῶς. Τότε κατάλαβα ὅτι σ᾿ ἔχω μέσα μου συνειδητά. Ἀπὸ τότε λοιπὸν δὲν σὲ ἀγαποῦσα ἀναπολώντας στὴν μνήμη μου ἐσένα καὶ τὰ σχετικὰ μὲ σένα, ἀλλὰ πίστεψα ὅτι ἔχω ἀληθινὰ μέσα μου ἐσένα, τὴν ἐνυπόστατη ἀγάπη, γιατὶ ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη εἶσαι σύ, ὁ Θεός.
Σ᾿ αὐτὴ τὴν πίστη φυτεύθηκε ἡ ἐλπίδα, ποτίστηκε μὲ τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα, λαμπρύνθηκε μὲ τὶς ἐλλάμψεις τοῦ φωτός σου κι ἔτσι ριζώθηκε κι αὐξήθηκε πολύ. Ἔπειτα, σὺ ὁ ἴδιος, ὁ καλὸς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ᾖλθες μὲ τὴν μάχαιρα τῶν πειρασμῶν, δηλαδὴ μὲ τὴν ταπείνωση καὶ κόβοντας τὰ κλωνάρια τῶν λογισμῶν ποὺ εἶχαν ἀνέβει πολὺ ψηλά, μπόλιασες στὴν ἐλπίδα μόνη τὴν ἁγία σου ἀγάπη σὰν σὲ μία ρίζα δένδρου. Βλέποντάς την λοιπὸν μέρα μὲ τὴ μέρα ν᾿ αὐξάνει καὶ νὰ μοῦ μιλάει συνεχῶς, -ἢ μᾶλλον σὺ δι᾿ αὐτῆς νὰ μὲ διδάσκεις καὶ νὰ μὲ περιλάμπεις- ζῶ μὲ τόση χαρά, σὰν νὰ εἶμαι ἤδη πάνω ἀπὸ κάθε πίστη καὶ ἐλπίδα, καθὼς φωνάζει ὁ Παῦλος:
«Αὐτὸ ποὺ ἤδη βλέπει κανείς,
Ποιὸς λόγος ὑπάρχει νὰ τὸ ἐλπίζει;»
Ἂν λοιπὸν ἐγὼ σὲ ἔχω, τί περισσότερο νὰ ἐλπίζω;
Μοῦ εἶπες πάλι Δέσποτα:
- Ἄκουσέ με. Καθὼς βλέπεις τὸν ἥλιο μέσα στὰ νερά, τὸν ἴδιον ὅμως τότε καθόλου δὲν τὸν βλέπεις, ἀφοῦ εἶσαι σκυμμένος κάτω, ἔτσι νὰ σκέφτεσαι καὶ γι᾿ αὐτὸ ποὺ σοῦ συμβαίνει. Ἀσφάλιζε τὸν ἑαυτό σου καὶ φρόντιζε συνεχῶς νὰ μὲ βλέπεις ἐντός σου καθαρὰ καὶ ζωηρά, ὅπως τὸν ἥλιο στὰ καθαρὰ νερά. Κι᾿ ἔπειτα θ᾿ ἀξιωθεῖς, καθώς σου εἶπα, νὰ μὲ δεῖς ἔτσι μετὰ τὸν θάνατον. Εἶ δὲ μή, ὅλος ὁ κύκλος αὐτῶν τῶν ἔργων καὶ κόπων καὶ λόγων σου δὲν θὰ σὲ ὠφελήσουν καθόλου. Μᾶλλον θὰ σὲ καταδικάσουν περισσότερο καὶ θὰ σοῦ προξενήσουν μεγαλύτερη θλίψη, ἐπειδὴ καθὼς ξέρεις,
«οἱ δυνατοὶ θὰ ἐξετασθοῦν δυνατά».
Γιατὶ ἡ φτώχεια δὲν εἶναι αἰτία ντροπῆς τόσο γι᾿ αὐτὸν ποὺ γεννήθηκε φτωχὸς οὔτε ἡ λύπη ποὺ προξενεῖ τὸν λυπεῖ αὐτὸν τόσο, ὅσο ἐκεῖνον πού, ἀφοῦ πλούτισε καὶ δοξάσθηκε καὶ ὑψώθηκε κι ἔγινε φίλος μὲ τὸν ἐπίγειο βασιλέα, ἔπειτα ἐξέπεσε ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ καὶ κατάντησε σὲ παντελῆ φτώχεια. Ἂν καὶ οἱ ἀναλογίες δὲν εἶναι ἴδιες ἀνάμεσα στὰ ἐπίγεια καὶ ὁρατὰ καὶ στὰ πνευματικὰ καὶ ἀόρατα. Σ᾿ αὐτοὺς δηλ. ποὺ γιὰ κάποια αἰτία ξέπεσαν ἀπὸ τὴ φιλία καὶ τὴν δουλεία τοῦ ἐπιγείου βασιλέως, ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι κύριοι τῶν ὑπαρχόντων τους καὶ νὰ τ᾿ ἀπολαμβάνουν καὶ νὰ ζοῦν. Ἂν ὅμως ἐκπέσει κανεὶς ἀπὸ τὴ δική μου ἀγάπη καὶ φιλία, δὲ μπορεῖ καθόλου νὰ ζήσει -γιατὶ ἡ ζωή του εἶμαι ἐγὼ -ἀλλὰ εὐθὺς γυμνώνεται ἀπ᾿ ὅλα καὶ παραδίνεται αἰχμάλωτος στοὺς δικούς μου καὶ δικούς του ἐχθρούς. Ἐκεῖνοι τὸν παραλαμβάνουν καὶ λόγω τῆς προηγουμένης ἀγάπης εὐνοίας καὶ ἀγάπης ποὺ εἶχε πρὸς ἐμένα, τοῦ ἐπιτίθενται μὲ μεγαλύτερη μανία τιμωρώντας, καταγελώντας καὶ περιπαίζοντάς τον.
ΝΑΙ, Πανάγιε Βασιλιᾶ μου, πιστεύω κι᾿ ἐγὼ σὲ σένα τὸν Θεό μου, πὼς πράγματι ἔτσι εἶναι καὶ προσπέφτοντας σὲ θερμοπαρακαλῶ.
Φύλαξέ με τὸν ἁμαρτωλὸ κι ἀνάξιο ποὺ ἐλέησες, καὶ τὸ βλαστάρι τῆς ἀγάπης σου ποὺ μπόλιασες στὸ δένδρο τῆς ἐλπίδας μου στήριξέ το μὲ τὴ δύναμή σου, νὰ μὴν τὸ σαλέψουν οἱ ἄνεμοι, νὰ μὴν τὸ συντρίψει ἡ καταιγίδα, νὰ μὴν τὸ σπάσει κανένας ἐχθρός, νὰ μὴν τὸ κάψει ὁ καύσωνας τῆς ἀμελείας, νὰ μὴν ξεραθεῖ ἀπὸ τὴ ῥᾳθυμία καὶ τοὺς μετεωρισμούς, νὰ μὴν ἐξαφανισθεῖ ὁλοκληρωτικὰ ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Ξέρεις ἐσὺ ποὺ μοῦ τὸ χάρισες καὶ μοῦ τὸ φύτεψες αὐτό, πὼς ἐξαιτίας του εἶμαι ἀβοήθητος ἀπὸ κάθε ἄνθρωπο, ἀφοῦ τὸν συνεργὸ καὶ βοηθό μου καὶ δικό σου ἀπόστολο, καθὼς ἐσὺ θέλησες, τὸν χώρισες σωματικὰ ἀπὸ μένα.
Ξέρεις ἐσὺ τὴν ἀσθένειά μου, ξέρεις καλὰ τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν μεγάλη ἀδυναμία μου. Γι᾿ αὐτὸ λοιπόν, σπλαγχνίσου με πιὸ πολὺ ἀπὸ δῶ καὶ μπρός, πολυεύσπλαγχνε Κύριε. Μ᾿ ὅλη μου τὴν καρδιὰ πέφτω στὰ πόδια σου ἱκετεύοντας ἐσένα, ποὺ μοῦ φανέρωσες τόσες ὡραιότητες. Στερέωσε στὴν ἀγάπη σου τὴν ψυχή μου καὶ δῶσε νὰ ριζώσει βαθιὰ στὴν ψυχή μου ἡ ἀγάπη σου, γιὰ νὰ εἶσαι, σύμφωνα μὲ τὴν ἄχραντη κι᾿ ἅγια κι᾿ ἀψευδῆ σου ἐπαγγελία, ἐσὺ μέσα σε μένα κι ἐγὼ νὰ ὑπάρχω μέσα σὲ σένα. Ἡ ἀγάπη σου θὰ μὲ σκεπάζει κι ἐγὼ θὰ τὴν σκεπάζω καὶ θὰ τὴν φυλάω ἐντός μου, θὰ μὲ βλέπεις Δέσποτα μέσα σ᾿ αὐτὴν κι ἐγὼ θ᾿ ἀξιώνομαι νὰ σὲ βλέπω μέσα ἀπ᾿ αὐτήν, τώρα μὲν σὰν σὲ καθρέπτη καὶ ἀμυδρά, καθὼς εἶπες, ἐνῷ τότε, σ᾿ ὅλη τὴν ἀγάπη ὅλον ἐσένα ποὺ εἶσαι ἀγάπη κι ἔτσι μας ἀξίωσες νὰ σὲ ὀνομάζουμε, γιατὶ σὲ σένα πρέπει κάθε εὐχαριστία, κράτος, τιμὴ καὶ προσκύνηση, στὸν Πατέρα καὶ στὸν Υἱὸ καὶ στὸ Ἅγιο Πνεῦμα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς ἀτελεύτητους αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


http://agiameteora.net/index.php/paterika/5009-e-xaristia-pr-s-t-n-theon.html

Tuesday, December 9, 2014

Never believe your thoughts ( Elder Paisios )



"The devil does not hunt after those who are lost; he hunts after those who are aware, those who are close to God. He takes from them trust in God and begins to afflict them with self-assurance, logic, thinking, criticism. Therefore we should not trust our logical minds. Never believe your thoughts.

Elder Paisios

Περί τῆς συνεχοῦς Θείας Μεταλήψεως ( Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: )


 

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: όταν καλώς και αξίως μεταλαμβάνουν το ιερό και πανάγιο Σώμα του Κυρίου μας, αυτό γίνεται όπλο για όσους πολεμούνται και επαναστροφή για όσους έχουν απομακρυνθεί από τον Θεό. Ενδυναμώνει τους ασθενείς, ευφραίνει τους υγιείς, θεραπεύει τις ασθένειες, διαφυλάσσει την υγεία.

Με τη Θεία Μετάληψη διορθωνόμαστε ευκολότερα και γινόμαστε περισσότερο μακρόθυμοι και υπομονετικοί στους πόνους και στις θλίψεις. Μας καθιστά περισσότερο θερμούς στην αγάπη, λεπτούς στη γνώση, πρόθυμους στην υπακοή, οξείς και γρήγορους στην ενέργεια των χαρισμάτων. Σε όσους δε δεν μεταλαμβάνουν συχνά συμβαίνουν τα αντίθετα, αφού δεν είναι σφραγισμένοι με το Τίμιο Αίμα του Κυρίου μας. Σφάζεται τότε το Πρόβατο και με το Τίμιο Αίμα Του σφραγίζονται η πράξη και η θεωρία, δηλαδή η έξη και η ενέργεια, οι παραστάδες των δικών μου θυρών, των κινήσεων του νοός. Αυτά ανοίγονται καλώς στη θεωρία και κλείνονται πάλι σαν θύρες από τη θεωρία των υψηλότερων και ακατάληπτων νοημάτων.

Ο θείος Κύριλλος Αλεξανδρείας λέει ότι με τη θεία Μετάληψη οι νοητοί κλέφτες, οι δαίμονες, δεν βρίσκουν την ψυχή μας άδεια, ώστε να μπουν σε αυτή μέσω των αισθήσεων. Πρέπει να εννοήσεις σαν θύρα της οικίας τις αισθήσεις. Μέσω αυτών εισέρχονται στην καρδιά οι εικόνες όλων των πραγμάτων και χύνεται σε αυτήν το άμετρο πλήθος των επιθυμιών. Ο προφήτης Ιωήλ ονομάζει αυτές τις αισθήσεις παράθυρα λέγοντας ότι από αυτά θα μπουν οι κλέφτες, επειδή δεν ήταν χτισμένα με το Τίμιο Αίμα του Χριστού. Ο Άγιος Κύριλλος λέει ακόμη πως με τη θεία Κοινωνία καθαριζόμαστε από κάθε ψυχική ακαθαρσία και λαμβάνουμε προθυμία και ζέση για τις αρετές. Το Τίμιο Αίμα του Χριστού όχι μόνο μας ελευθερώνει από κάθε φθορά, αλλά μας καθαρίζει και από κάθε ακαθαρσία που κρύβεται μέσα στην ψυχή μας. Δεν μας αφήνει να ψυχρανθούμε από την αμέλεια, αλλά μας κάνει ζέοντες και θερμούς στο Άγιο Πνεύμα.

Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης επισημαίνει: τα δάκρυα και η κατάνυξη έχουν μεγάλη δύναμη. Πέρα όμως από όλα μαζί, η αγία Κοινωνία έχει μεγάλη δύναμη και ωφέλεια και από ό,τι βλέπω είσθε πολύ αμελείς σε αυτό το ζήτημα. Δεν προσέρχεστε στη θεία Μετάληψη. Απορώ και εξίσταμαι, γιατί σας βλέπω να κοινωνείτε μόνο την Κυριακή, ενώ δεν μεταλαμβάνετε αν τελείται Λειτουργία κάποια άλλη μέρα. Αυτά δε σας τα λέω, για να κοινωνείτε απλά και όπως έτυχε, δίχως προετοιμασία – ο Απόστολος γράφει να δοκιμάζει κανείς τη συνείδησή του και έτσι να τρέφεται από τον άγιο Άρτο και να πίνει από το θείο Ποτήριο. Όποιος μεταλαμβάνει ανάξια θα κατακριθεί, επειδή δε διακρίνει καλά, ώστε να ευλαβείται το άγιο Σώμα και Αίμα του Κυρίου. Μη γένοιτο. Σας λέω να κοινωνούμε συχνά, να καθαρίζουμε όσο μπορούμε τους εαυτούς μας με την επιθυμία μας και την αγάπη μας για τη θεία Κοινωνία και έτσι καθαροί να μεταλαμβάνουμε.

Βλέπεις το ανερμήνευτο χάρισμα; Όχι μόνο πέθανε για μας, αλλά προσέφερε ακόμη και τον Εαυτό Του στην αγία Τράπεζα για να Τον κοινωνούμε. Αν λοιπόν, αδελφοί μου, πράττουμε όπως μας προστάζουν οι άγιοι Πατέρες και κοινωνούμε συχνά, θα έχουμε συνεργό και βοηθό σε αυτήν την ολιγοχρόνια ζωή τη θεία Χάρη. Θα έχουμε συμβοηθούς τους αγγέλους του Θεού και ακόμη και τον ίδιο τον Δεσπότη των αγγέλων. Επιπλέον, θα αποδιώξουμε μακριά μας τους εχθρικούς δαίμονες, όπως λέει και ο θείος Χρυσόστομος (τόμος 13ος, σελ.580-583)· σαν λιοντάρια που αποπνέουν φωτιά, έτσι αναχωρούμε από την πνευματική εκείνη Τράπεζα των Μυστηρίων. Προκαλούμε φόβο στο διάβολο επειδή έχουμε μαζί μας ως κεφαλή τον Χριστό και την αγάπη που μας έδειξε. Αυτό το Αίμα λαμπρύνει τη βασιλική εικόνα της ψυχής μας, δηλαδή το νου μας, το λόγο και το πνεύμα. Αυτό το Αίμα γεννά κάλλος και υπερθαύμαστη ωραιότητα. Δεν αφήνει να απομακρυνθεί η ευγένεια και η λαμπρότητα της ψυχής, την οποία ποτίζει και τρέφει συνεχώς.

Αυτό το Αίμα, όταν μεταλαμβάνεται αξίως, καταδιώκει τους δαίμονες και τους απομακρύνει από εμάς, προσκαλεί όμως τους αγγέλους και τον Δεσπότη των αγγέλων. Αυτό συμβαίνει, επειδή οι δαίμονες φεύγουν από όπου δουν το Αίμα το Δεσποτικό, ενώ οι άγγελοι συντρέχουν και βοηθούν. Αυτό το Αίμα είναι η σωτηρία των ψυχών μας. Με αυτό χαίρεται η ψυχή, με αυτό καλλωπίζεται, με αυτό θερμαίνεται. Αυτό το Αίμα κάνει το νου μας περισσότερο λαμπρό και από τη φωτιά και την ψυχή μας πιο ωραία από το χρυσάφι. Όσοι μεταλαμβάνουν αυτό το Σώμα στέκονται μαζί με τους αγγέλους, αρχαγέλλους και τις άνω δυνάμεις, επειδή είναι ενδεδυμένοι με το φόρεμα το βασιλικό και έχουν μαζί τους πνευματικά όπλα. Ακόμη, όμως, δε σας είπα το μεγαλύτερο χάρισμα · όσοι μεταλαμβάνουν φορούν τον ίδιο τον Βασιλέα.

Ακούτε αδελφοί μου τι συμφορές παθαίνουν όσοι δεν μεταλαμβάνουν συχνά και απομακρύνονται από τα Μυστήρια; Ακούτε ότι δαιμονίζονται ή και μεταμορφώνονται σε κάποιο είδος αλόγων ζώων όπως τα παλιά χρόνια ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορας μεταμορφώθηκε σε βόδι; Και δίκαια υποφέρουν, διότι ενώ μπορούν να γίνουν από άνθρωποι θεοί κατά χάρη με τη συνεχή θεία Κοινωνία, δεν το θέλουν. Απομακρυνόμενοι όμως από τη θεία Μετάληψη χάνουν και την ανθρώπινη μορφή που έχουν, μετασχηματίζονται σε άλογα ζώα και παραδίνονται στην εξουσία του Σατανά, όπως λέει και ο ψαλμωδός «Ω Κύριε, ιδού, χάνονται εντελώς εκείνοι που απομακρύνονται από την Χάρη Σου» (Ψαλμός ΟΒ 27).

Μάλλον πρέπει να πω, ότι αν αιφνιδίως έρθει ο θάνατος σε εκείνους που αργοπορούν να μεταλάβουν και τους βρει ανέτοιμους χωρίς τη θεία Μετάληψη, τι άραγε θα γίνουν οι ταλαίπωροι; Πώς θα μπορέσουν να διέλθουν με ελευθερία τους τελωνάρχες δαίμονες του αέρος; Ποιο φόβο και τρόμο θα δοκιμάσει η ψυχή τους ενώ μπορούσαν να ελευθερωθούν από όλα αυτά με τη συχνή Κοινωνία, όπως έχει πει ο θείος Χρυσόστομος; Έλεος, Θεέ μου.

Όσοι μεταλαμβάνουν με καθαρά συνείδηση λίγο πριν το θάνατό τους τα άχραντα Μυστήρια, όταν πια εξέλθει η ψυχή τους, λόγω της χάρης της θείας Κοινωνίας, τους περικυκλώνουν οι άγγελοι και τους αναβιβάζουν στον ουρανό. Και συ αδελφέ μου, δε γνωρίζεις πότε θα έρθει ο θάνατος, σήμερα ή αύριο ή αυτή την ώρα. Πρέπει πάντοτε να είσαι κοινωνημένος και έτοιμος. Αν είναι θέλημα Θεού να ζήσεις ακόμα, με τη χάρη της θείας Κοινωνίας, θα περάσεις μια ζωή γεμάτη από χαρά, ειρήνη, αγάπη, συνοδευμένη και από όλες τις άλλες αρετές. Εάν πάλι είναι θέλημα Θεού να πεθάνεις, τότε με την αγία Κοινωνία θα περάσεις ελεύθερα από τα τελώνια των δαιμόνων που βρίσκονται στον αέρα, και θα κατοικήσεις με ανεκλάλητη χαρά στις αιώνιες μονές. Αφού με τη συχνή θεία Μετάληψη είσαι ενωμένος πάντοτε με τον γλυκύ Ιησού Χριστό, τον παντοδύναμο Βασιλέα, και εδώ θα ζήσεις μακάρια ζωή και όταν πεθάνεις, οι δαίμονες θα φύγουν μακριά σου αστραπιαία, ενώ οι άγιοι άγγελοι θα σου ανοίξουν την ουράνια είσοδο και θα σε πέμψουν με συνοδεία ως το θρόνο της μακαρίας Τριάδος.

(“Περί της ΣΥΝΕΧΟΥΣ ΜΕΤΑΛΗΨΕΩΣ των Αχράντων του Χριστού Μυστηρίων”, Εκδόσεις Μυριόβιβλος, 2004.)

Monday, December 8, 2014

The Veneration of Saints & Their Relics



"We carry about these clean and holy bones, O king, because we attest in due form our love of those marvelous men to whom they belong: and because we would bring ourselves to remember their wrestlings and lovely conversation, to rouse up ourselves to the like zeal; and because we would catch some vision of the rest and felicity wherein they now live, and thus, as we call them blessed, and provoke one another to emulate them, strive to follow their footsteps: because, moreover, we find thereby that the thought of death, which is right profitable, lends wings of zeal to our religious exercises; and lastly, because we derive sanctification from their touch."

—St. John Damascene, The Precious Pearl: The Lives of Sts. Barlaam and Joseph, p. 248

http://orthodoxinfo.com/general/gen_veneration.aspx

Το Εκκλησάκι του Γέροντα Παϊσίου στην Αλεξανδρούπολη




Το Εκκλησάκι του Γέροντα Παϊσίου στην Αλεξανδρούπολη

Του Κώστα Καραμεσίνη
Είχα ακούσει και εξαρχής είχα την επιθυμία να επισκεφθώ με την πρώτη ευκαιρία το εκκλησάκι του Γέροντα Παϊσίου στο Μαΐστρο της Αλεξανδρούπολης.

Προχθές λοιπόν, που για επαγγελματικούς λόγους βρέθηκα στην Αλεξανδρούπολη, άδραξα την ευκαιρία και πήγα στο Μαΐστρο. Είχα την τύχη να γνωρίζω τον άνθρωπο που κατασκεύασε το εκκλησάκι και ο οποίος βρισκόταν εκεί, πρόθυμος να με ξεναγήσει και να με πληροφορήσει για όσα αφορούν το Γέροντα Παΐσιο και το εκκλησάκι του.

Ο Μαϊστρος βρίσκεται καθ’ οδόν της πορείας από την Αλεξανδρούπολη προς το Αεροδρόμιο, σε μια περιοχή που δεν βλέπεις τίποτα άλλο παρά μόνο πλατάνια και ένα ποτάμι ανάμεσά τους. Σε μια τέτοια πλούσια φύση είναι κτισμένο το εκκλησάκι του Γέροντα Παϊσίου.

Είναι ένα στολίδι μέσα και έξω, οι τοιχογραφίες του, οι εικόνες του, όλα είναι τόσο προσεγμένα και με ευλάβεια τοποθετημένα που καταλαβαίνεις ότι φτιάχτηκαν με μεγάλη αγάπη και μεράκι. Ο εξωτερικός χώρος εμπλουτίζεται από το καλοκαιρινό αρχονταρίκι που είναι πιστό αντίγραφο του κελιού που διέμενε ο Γέροντας Παίσιος στην Παναγούδα του Αγίου Όρους.

Ο φίλος Ανέστης, αυτός που κατασκεύασε το εκκλησάκι, μου έδωσε παρά πολλές πληροφορίες για το Γέροντα. Τον γνώρισε το 1987, όντας ακόμα φοιτητής, και από εκείνη την ημέρα επισκεπτόταν την Παναγούδα κάθε Σαββατοκύριακο για να ακούει τα τόσα ενδιαφέροντα που είχε να πει.

Κατάλαβα έτσι γιατί το εκκλησάκι είχε κτιστεί με τέτοια τελειότητα και γιατί ο φίλος μου διατηρεί στο σπίτι του, λίγο πιο μακριά από το εκκλησάκι, ένα ξενώνα και πολλά κειμήλια του Γέροντα Παίσιου. Μου χάρισε μάλιστα 10 βιβλία που επιμελήθηκε ο ίδιος και περιέχουν αποσπάσματα από τις συζητήσεις που είχε με τον Γέροντα στην Παναγούδα.

Η επίσκεψή μου στο Μαίστρο κράτησε περίπου δύο ώρες, εμένα όμως μου φάνηκαν πολύ περισσότερες. Τόσο γεμάτος ένοιωσα βρισκόμενος σε ένα χώρο που φτιάχτηκε πρός τιμήν και στη μνήμη του Γέροντα Παίσιου. Πιστεύω ότι έτσι θα νοιώσετε και εσείς εάν βρεθείτε στον ίδιο χώρο. Πληροφορίες για το εκκλησάκι. Ανέστης Μαυροκέφαλος τηλ.6955319555 paisiosekklisaki.blogspot.gr (agioritikovima)





























 


 πηγη: http://sophia-siglitiki.blogspot.gr/2014/12/blog-post_8.html

Τhe Lord's Grace ( Saint Silouan the Athonite )



The Lord called on a sinful soul to repent, and it turned to Him. Then He mercifully accepted it and revealed Himself to it because He is merciful, humble and meek. In His infinite mercy He did not mention the soul’s sins, and the soul loved Him without end, and was drawn to Him like a caged bird to a green wood.

Suddenly the soul loses the Lord’s grace and wonders how it insulted the Lord. "I will ask for forgiveness, and perhaps He will once again give me His grace, for my soul wishes for nothing else in this world except the Lord," thinks a person, for the love of the Lord is so warming, that if a soul should taste it — it would desire nothing else; and if it should lose it, or if grace should dissipate, then what prayers would a soul not utter in order to return the Lord’s grace to it?

When a soul lives in the Holy Spirit, then it is joyful and does not pine for the heavens, because it feels the Kingdom of God within itself: the Lord has come and abides within it. But when it loses grace, then it begins to pine for heaven and tearfully seeks out the Lord.

Whoever has not felt grace cannot know what it is to desire it. Most people have become attached to the worldly, and they cannot understand that nothing worldly could ever take the place of the Holy Spirit. The Lord takes His grace from the soul and in this manner mercifully and wisely teaches it to be humble, for it was for the soul that He spread His arms on the Cross with such great suffering. He gives the soul the ability to struggle against our enemies, but the soul by itself is powerless to achieve victory; for this reason it is said, "Ask, and ye shall receive." And if we do not ask, then we but torment and rob ourselves of the grace of the Holy Spirit, without which the soul remains confused, because it cannot see the will of God.

Here is the shortest and easiest path to salvation: Be obedient and temperate, do not judge and keep your mind and heart free of evil thoughts; believe instead that all people are kind and that God loves them. For these humble thoughts the grace of the Holy Spirit will live within you, and you will say, "God is merciful."

It brings the Lord joy to see a humbly penitent soul, and He brings the grace of the Holy Spirit to it. I know how one novice received the Holy Spirit after only a half-year in a monastery; others received the Holy Spirit after ten years; and yet others live for forty and more years before they experience grace. But none of them could retain grace, because we are not humble.

Saint Serafim was 27 years old, when he saw the Lord, and his soul loved God so, that the sweetness of the Holy Spirit changed him entirely. But when he later went to a deserted area and saw that he no longer carried that grace, he stood for three years on a rock and cried, "Lord have mercy on me, a sinner."

Blessed is he who does not lose the grace of God, but rises from strength to strength. I have lost grace, but the Lord has felt great pity for me and allowed me to taste an even greater one in His mercy. Brothers, with all your strength, humble your souls, so that the Lord will love them and bestow His mercy upon them. But we cannot hope for mercy if we do not love our enemies.

Saint Silouan the Athonite 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/12/the-lords-grace-saint-silouan-athonite.html

Μέσα στην Εκκλησία, πρεπει να προσευχόμαστε για όλους !!! ( Αγιος Πορφύριος )



Το σπουδαίο είναι να μπούμε στην Εκκλησία. Να ενωθούμε με τους συνανθρώπους μας, με τις χαρές και τις λύπες όλων. Να τους νιώθουμε δικούς μας, να προσευχόμαστε για όλους, να πονάμε για την σωτηρία τους, να ξεχνάμε τους εαυτούς μας. Να κάνομε το παν γι' αυτούς, όπως ο Χριστός για μας.

Μέσα στην Εκκλησία γινόμαστε ένα με κάθε δυστυχισμένο και πονεμένο κι αμαρτωλό. Κανείς δεν πρέπει να θέλει να σωθεί μόνος του, χωρίς να σωθούν και οι άλλοι.

Είναι λάθος να προσεύχεται κανείς για τον εαυτό του, για να σωθεί ο ίδιος. Τους άλλους πρέπει να αγαπάμε και να προσευχόμαστε να μη χαθεί κανείς· να μπούν όλοι στην Εκκλησία. Αυτό έχει αξία.

Και μ' αυτή την επιθυμία πρέπει να φύγει κανείς απ' τον κόσμο, για να πάει στο μοναστήρι η στην έρημο.

Αγιος Πορφύριος


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/12/blog-post_7979.html

Η Ελληνική γλώσσα ( Γέροντας Παϊσιος )


 

Είναι και μερικοί που πάνε να κάνουν μια νέα γλώσσα. Η ελληνική όμως γλώσσα έχει «γλώσσα» από τις πύρινες Γλώσσες της Πεντηκοστής! Το δόγμα της πίστεώς μας καμμιά γλώσσα δεν μπορεί να το αποδώση. Γι’ αυτό οικονόμησε ο Θεός και η Παλαιά Διαθήκη μεταφράσθηκε από τους Εβδομήκοντα στην ελληνική γλώσσα και το Ευαγγέλιο γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα. Αν δεν ξέρη Αρχαία Ελληνικά κανείς και ασχολήται με το δόγμα, μπορεί να πλανηθή. Και εμείς καταργήσαμε τα Αρχαία από τα σχολεία! Μετά από λίγο θα έρχωνται Γερμανοί να διδάσκουν Αρχαία στα δικά μας Πανεπιστήμια. Τότε θα καταλάβουν οι δικοί μας την αξία που έχουν τα Αρχαία Ελληνικά, αφού πρώτα γίνουν ρεζίλι, και θα πουν: «Για δες η Εκκλησία που κρατούσε τα Αρχαία»!

Πάνε να εξαφανίσουν ένα ορθόδοξο έθνος. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Ένα ορθόδοξο έθνος σήμερα είναι μεγάλη υπόθεση! Παλιά είχαμε την φιλοσοφία. Η Αγία Αικατερίνη με βάση την φιλοσοφία αποστόμωσε τους φιλοσόφους. Οι φιλόσοφοι ετοίμασαν τον δρόμο για τον Χριστιανισμό. Το Ευαγγέλιο γράφτηκε στα ελληνικά και διαδόθηκε στον κόσμο. Μετά οι Έλληνες προχώρησαν να φωτίσουν και τους Σλαύους. Σε μερικούς δεν συμφέρει να υπάρχη η Ελλάδα. «Μας κάνει κακό, λένε. Πρέπει να την εξαφανίσουμε».


Γέροντας Παϊσιος

http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/12/blog-post_3.html

Sunday, December 7, 2014

Saint Patapios (8 December), a Cancer Healing Saint



Today the Church celebrates and honours the memory of the blessed Patapios the Desert-Dweller. This is the title accorded to the saint who lived in isolation in the desert, leaving behind the turmoil and joys of the secular life. He was born in Thebes, in Egypt, of devout Christian parents, by whom he was brought up with great care and concern and from whom he learned the Scriptures. What Saint Paul wrote to Timothy applies very well to Saint Patapios: “from childhood you have been acquainted with the sacred writings, which are able to make you wise for salvation through faith in Christ Jesus”. Faith in Christ and in the Scriptures really do make people wise and save them.



When Saint Patapios came of age, he renounced his homeland, his wealth, his kin and every kind of worldly pleasure and vanity and went out into the desert. This was at the time when the eremitic and monastic way of life was at its peak in this part of Egypt. Saint Patapios quickly excelled and began to be well known for his asceticism and virtue, to so great an extent that people flocked to him to benefit spiritually from his acquaintance and influence. The same was true, as we see in the Gospels, of the Forerunner and Baptist John, to whom: “Jerusalem and the whole of Judea, as well as the area around the Jordan came out”.

We should take note of this and evaluate it properly. That is the importance and spiritual benefit conferred upon a particular place by the presence there of a saintly figure. It is not and should not be in the turmoil of the world, but in the desert, alone with God. People went to find him and listen to him, like those who are thirsty and cannot wait for water to be brought to them, but rather go themselves to the spring. It is not necessary or needful for the holy ascetics to come down and find people, but rather people should know by themselves to go to monasteries, in the way that many people now go to the Holy Mountain.

The blessed Patapios loved the peace of the desert so much that he began to be concerned when he saw crowds of people coming to him and admiring him for his ascetic way of life and his sanctity. Saints in those days did not allow themselves to think what other people thought of them: if they did, they would have lost everything. This is the great power and virtue of the saints, which is why people admire those who abandon the secular life and conceal themselves. This is what Saint Patapios did. After living so many years in the desert of Thebaïda, he left and went to Constantinople, so that people would lose all trace of him.

In Constantinople, Saint Patapios, directed by God, went and stayed at the shrine of the Mother of God of Vlakhernai (Blachernae). He remained there, poor and unknown, in harsh struggle and spiritual contemplation, as he had done in the desert. But a light cannot be concealed, and the more sanctity is hidden away in God’s people, the more it is revealed to the world. Saint Patapios, the humble and poor monk of Vlakhernai managed to become celestial and an angel on earth. This is why God granted him the grace of performing miracles. As well as the healing waters of the Life-Receiving Spring in Vlakhernai, there was also Saint Patapios, curing people’s illnesses.

Of the many miracles and healings of Saint Patapios, we would mention only one: he healed a woman who was suffering from breast cancer. This illness, which to this day is not properly treatable by medical science, was cured by Saint Patapios with prayer and the grace of Christ. This is why he is the protector and healer of those faithful women who are suffering from this wretched ailment. Even now, faithful people go to the convent of Saint Patapios, on the hill above Loutraki in Attica, to seek the grace of Christ, and also healing, through the prayers of Saint Patapios. Jesus Christ, the physician of our souls and bodies, said of His saints, and it is true, that: “those whose believe in Me will also do the works which I perform”. Amen. Metropolitan Dionysios of Servia and Kozani, Εικόνες Έμψυχοι [Souled Icons], pp. 159-61). 


http://pemptousia.com/2013/12/saint-patapios-8-december-a-cancer-healer-father/

Ο ρόλος των Ελλήνων, κυρίως σε σχέση με το Ευαγγέλιο. ( Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως )

Κείμενο τού αγίου Νεκταρίου επισκόπου Πενταπόλεως, όπου επισημαίνεται ο κοσμοϊστορικός ρόλος τών Ελλήνων, κυρίως σε σχέση με το Ευαγγέλιο.
Είναι ένα κείμενο, που παραμένει επίκαιρο περισσότερο από έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του.


Αξιότιμοι Κύριοι,
Το θέμα ταύτης της μελέτης μου προήλθεν εκ των μελετών, εις ας από τινών ετών ασχολούμαι. Οι Έλληνες συγγραφείς υπήρξαν το υποκείμενον των μελετών μου· ωρμήθην διά φλέγοντος πόθου, όπως αθροίσω παν ό,τι περί Θεού, περί ψυχής, και περί αρετής υγιές ειρήκασι, και θησαυρίσω τας σοφάς των σοφών Ελλήνων γνώμας εν ενί τεύχει προς διδασκαλίαν των περί τας μελέτας ασχολουμένων. Εκ της μελέτης ταύτης και της διευθετήσεως της ύλης επείσθην, ότι οι Έλληνες σοφοί εν όλω και εν μέρει υπήρξαν διδάσκαλοι της αληθείας, ότι ταύτης εγένοντο ερασταί και ταύτην επεζήτησαν, και ότι ο έρως της γνώσεως της αληθείας ην ο προς την αληθή φιλοσοφίαν αυτούς άγων· ούτος ήγαγε κατά μικρόν το Ελληνικόν έθνος προς την ευκρινεστέραν γνώσιν της αληθείας και τελευταίον προς την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν.

Η Ελληνική φιλοσοφία εγένετο τη Ελληνική φυλή παιδαγωγός προς κατανόησιν της αποκαλυφθείσης αληθείας. Ο έρως προς την φιλοσοφίαν εγένετο έρως προς τον χριστιανισμόν, και η φιλοσοφία απέβη πίστις εις Χριστόν. Ο έρως άρα προς την αλήθειαν υπήρξεν ο λόγος, δι' ον η Ελληνική φυλή άμα τη εμφανίσει της αποκαλυφθείσης αληθείας εγένετο ταύτης εραστής και οπαδός και ενεστερνίσθη και ενεκολπώθη αυτήν και το αίμα αυτής αφειδώς υπέρ αυτής εξέχεεν. Επειδή λοιπόν τοιαύτη η Ελληνική φιλοσοφία και ούτος ο λόγος, δι' ον η Ελληνική φυλή πρώτη ησπάσθη τον χριστιανισμόν, διά τούτο έλαβον ως θέμα μελέτης την Ελληνικήν φιλοσοφίαν ως προπαιδείαν εις τον χριστιανισμόν, ως θέμα πολλής σπουδαιότητος διά τους Έλληνας.



ΙΙΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ ΩΣ ΙΙΑΙΔΑΓΩΓΟΥ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΙΙΡΟΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΝ

Ελληνική φιλοσοφία. Δύο λέξεις· αλλά λέξεις μεσταί μεγάλων και υψηλών εννοιών· εν αυταίς εγκολπούται η τελεία περί ανθρώπου έννοια· εν αυταίς συνάπτονται τα πέρατα της φιλοσοφικής ενεργείας· εν αυταίς περιλαμβάνεται το σύνολον των επιστημονικών αρχών· εν αυταίς εκφράζεται το πνεύμα της αναπτυχθείσης ανθρωπότητος· εν αυταίς χαρακτηρίζεται η τελεία του ανθρώπου εικών· εν αυταίς ομολογείται το μέγεθος του ανθρωπίνου νου· το ύψoς της ανθρωπίνης διανοίας, το βάθος των εννοιών, η ισχύς και το κάλλος του λόγου, η λεπτότης των διανοημάτων, η ευκρίνεια και η σαφήνεια αυτών, η δύναμις, η χάρις αυτών, και τέλος η θειότης του ανθρώπου. Η ελληνική φιλοσοφία είναι η θεμελιώδης αρχή της αληθούς αναπτύξεως και μορφώσεως, είναι ο παιδαγωγός του ανθρώπου, ο ποδηγέτης προς την ευσέβειαν. Αύτη εγένετο διδάσκαλος της αληθείας, διδάσκουσα τον άνθρωπον τις εστί, τις η εν τω κόσμω αποστολή αυτού, και τι δέον εργάζεσθαι, διδάσκουσα αυτόν την ύπαρξιν του Θεού, την σχέσιν αυτού προς το θείον, και την σχέσιν του Θεού προς τον άνθρωπον· διδάσκουσα τα θεία ιδιώματα και την συγγένειαν του ανθρώπου προς το θείον. Η Ελληνική φιλοσοφία εδίδαξεν την πρόνοιαν του Θεού προς την ανθρωπότητα και εγένετο διά των υγιών αυτής θεωριών παιδαγωγός της ανθρωπότητος εις Χριστόν.

Η φιλοσοφία είναι αληθώς αναφαίρετον κτήμα του Έλληνος· διαδιδομένη ανά τα έθνη προσηλυτίζει αυτά και καθιστά αυτά ελληνικά, ουδέποτε δε παύεται ούσα Ελληνική· οι οπαδοί αυτής, οι ομιληταί αυτής αποβάλοντες το ξένον και βάρβαρον περιβάλλονται το ελληνικόν και την ευγένειαν· η Ελληνική φιλοσοφία προώρισται ίνα καταστήση τους πάντας Έλληνας· εγεννήθη υπέρ του χριστιανισμού και συνεταυτίσθη μετ' αυτού, όπως εργασθή προς σωτηρίαν της ανθρωπότητος. Έλλην και φιλοσοφία εισί δύο τινά αναπόσπαστα· μαρτυρεί δε και ο Απόστολος των εθνών Παύλος λέγων: Έλληνες σοφίαν ζητούσιν. Ο Έλλην αληθώς εγεννήθη, ίνα φιλοσοφή· διότι εγεννήθη διδάσκαλος της ανθρωπότητος. Αλλ' εάν η φιλοσοφία εγένετο παιδαγωγός εις Χριστόν έπεται ότι ο Έλλην πλασθείς φιλόσοφος επλάσθη χριστιανός, επλάσθη ίνα γνωρίση την αλήθειαν καί διαδώ αυτήν τοις έθνεσιν.
Ναι ο Έλλην εγεννήθη κατά θείαν πρόνοιαν διδάσκαλος της ανθρωπότητος· τούτο το έργον εκληρώθη αυτώ· αύτη ην η αποστολή αυτού· αύτη η κλήσις αυτού εν τοις έθνεσιν· μαρτύριον η εθνική αυτού ιστορία· μαρτύριον η φιλοσοφία αυτού· μαρτύριον η κλίσις αυτού· μαρτύριον αι ευγενείς αυτού διαθέσεις· μαρτύριον η παγκόσμιος ιστορία· μαρτύριον η μακροβιότης αυτού, εξ ης
δυνάμεθα αδιστάκτως να συμπεράνωμεν και την αιωνιότητα αυτού, διά το αιώνιον έργον του Χριστιανισμού μεθ' ου συνεδέθη ο Ελληνισμός· διότι ενώ όλα τα έθνη τα εμφανισθέντα επί της παγκοσμίου σκηνής ήλθον και παρήλθον, μόνον το Ελληνικόν έμεινε ως πρόσωπον δρων επί της παγκοσμίου σκηνής καθ' όλους τους αιώνας· και τούτο, διότι η ανθρωπότης δείται αιωνίων διδασκάλων· μαρτύριον τέλος η εκλογή αυτού μεταξύ των εθνών υπό της θείας προνοίας, όπως εμπιστευθή αυτώ, την ιεράν παρακαταθήκην την αγίαν πίστιν, την θρησκείαν της αποκαλύψεως και το θείον έργον της αποστολής αυτής, το αιώνιον έργον της σωτηρίας διά της διαπλάσεως απάσης της ανθρωπότητος κατά τας αρχάς της αποκαλυφθείσης θρησκείας. Το έργον τούτο αληθώς ανετέθη τη Ελληνική φυλή· τούτο μαρτυρείται υπό της ιστορίας· εν μόνον βλέμμα ριπτόμενον εις την ιστορίαν του χριστιανισμού επαρκεί όπως πιστώση την αλήθειαν ταύτην. Εν τη ιστορία του χριστιανισμού από της πρώτης σελίδος αυτής αναφαίνεται η της Ελληνικής φυλής εν τω χριστιανισμώ δράσις, και η κλήσις αυτής, ίνα αναλάβη το μέγα της αποστολής του χριστιανισμού έργον. Οι θείοι του Σωτήρος λόγοι "νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου", ότε ανηγγέλθη αυτώ, ότι Έλληνες ήθελον ιδείν αυτόν, ενείχον βαθείαν έννοιαν· η ρήσις ην προφητεία, πρόρρησις των μελλόντων· οι εκεί εμφανισθέντες Έλληνες ήσαν οι αντιπρόσωποι όλου του Ελληνικού έθνους· εν τη παρουσία αυτών διείδεν ο θεάνθρωπος Ιησούς το έθνος εκείνο, εις ο έμελλε να παραδώση την ιεράν παρακαταθήκην, ίνα διαφυλαχθή τη ανθρωπότητι. Εν τη επιζητήσει αυτών διέγνω την προθυμίαν της αποδοχής της εαυτού διδασκαλίας, διείδε την εαυτού δόξαν, την εκ της πίστεως των εθνών, και ανεγνώρισε το έθνος, όπερ προς τον σκοπόν τούτον προώριστο από καταβολής κόσμου.

Το Ελληνικόν έθνος αληθώς προς τον σκοπόν τούτον εκλήθη από καταβολής κόσμου και προς τούτον μαρτυρείται διαπεπλασμένον· ο Θεός εν τη θεία αυτού προνοία διέπλασεν αυτό οφθαλμόν του σώματος του συγκροτουμένου υφ' απάσης της ανθρωπότητος· ως όργανον τοιούτον εν τω σώματι της ανθρωπότητος ο Έλλην εκλήθη ίνα εργασθή και εν τω έργω της αναγεννήσεως.

Tο Ελληνικόν έθνος ένεκα της φυσικής αυτού ταύτης ιδιότητος απέβη αληθώς οφθαλμός ετάζων τα τε εμφανή και τα κεκαλυμμένα υπό του πέπλου του μυστηρίου· ητένισεν έκθαμβον προς το έκπαγλον κάλλος του κόσμου της δημιουργίας, και ανεζήτησε τον θείον αυτής δημιουργόν· αφοσιώθη εις την προσφιλή αυτώ έρευναν και ανεύρε τον θείον δημιουργόν εν τοις δημιουργήμασιν αυτού· η εικών του θείου καλλιτέχνου δημιουργού θείω δακτύλω εγγεγραμμένη εν τοις δημιουργήμασιν αυτού προσείλκυσεν αυτόν και αφήρπασεν. Η εικών του Θεού κατενοήθη εν μικρογραφία εν τη καλλιτεχνική κατασκευή των όντων, τοσούτω εν τη θαυμασία κατασκευή του μικρού θαλερού του ωραιοτάτου και τερψιθύμου ανθυλλίου, όσω και εν τη κατασκευή των μεγίστων δημιουργημάτων· η αναρίθμητος ποικιλία η από των ελαχίστων δι' απείρου σοφίας εκτυλισσομένη και προς τα μέγιστα καταλήγουσα, αποβαίνει τω φιλοσόφω απειροβάθμιος κλίμαξ, ης η κορυφή εν τω Ουρανώ, ην θαρραλέω βήματι αναβαίνων ανέρχεται αυτήν αδιαλείπτως τας βαθμίδας αμείβων, και μόνον προς ουρανόν ατενίζων αίρεται ολονέν από της γης, αποδυόμενος τον περιττόν γήινον φόρτον, και ζητεί να αποβή πνεύμα, όπως προσεγγίση τω θείω πνεύματι, ούτινος τον θρόνον τίθησιν εν Ουρανώ· εννοεί ότι μία αρχή, μία δύναμις, μία άπειρος σοφία, εν ον θείον αγαθόν εγένετο ο δημιουργός της θαυμαστής ταύτης δημιουργίας. Η κατανόησις του θείου εκ των θείων αυτού ιδιοτήτων γεννά εν αυτώ το συναίσθημα της αγάπης και της λατρείας· η καρδία αυτού πληρούται θείου τινός έρωτος και θερμαίνεται υπό θείου πυρός· αισθάνεται, ότι εν αυτώ, κατοικεί μυστική τις δύναμις, έλκουσα αυτόν προς το θείον· η ισχύς αυτής είναι ακατάληπτος αλλ' ισχυρά ως δύναμις θεία· κυριεύει αυτού και διευθύνει τας τε πνευματικάς αυτού και σωματικάς δυνάμεις κατά την ιδίαν βούλησιν· έχει βούλησιν ετέραν παρά την θέλησιν του αισθητικού ανθρώπου· αύτη εν αυτώ κρατεί και ευθύνει τα πάντα· περίεργον το φαινόμενον· τι τούτο, ερωτά, το γεννηθέν εν εμοί; τις η σχέσις εμού προς το θείον, προς ο η εν εμοί αύτη δύναμις σπεύδει ακατάσχετος, προς ο ζητεί να προσπελάση, προς ο τείνει να αφομοιωθή; Πώς η φύσις η εν εμοί υπετάγη τη υπερφυσική ταύτη δυνάμει; πώς δε εγώ ο φυσικός άνθρωπος εκουσίως υποτάσσομαι τη υπερφυσικότητι; χαίρω δε επί τη τοιαύτη υποταγή μάλλον ή επί τη φυσική των ορμών ελευθερία; τις λοιπόν ειμί εγώ ο εκ της γης προελθών και τον ουρανόν επιζητών; τις η σχέσις της γης προς τον Ουρανόν; των αισθητών προς τα υπέρ αίσθησιν; τις η σχέσις η εμή προς το θείον; διατί αγαπώ αυτό; διατί επιποθώ αυτό; διατί επιθυμώ να εξομοιωθώ προς αυτό; ειμί λοιπόν πνεύμα; ειμί λοιπόν ον τι υπερφυσικόν; αλλ' ιδού αποθνήσκω και ο τάφος καλύπτει το άπνουν και νεκρόν μου σώμα· πώς όμως o θάνατος αδυνατεί να με πείση ότι αποθνήσκω εις το παντελές; πώς έτι ελπίζω ότι ζωή αιώνιος μοι επιφυλάσσεται; πόθεν η πληροφορία αύτη περί αιωνίου ζωής; βλέπω ότι αποθνήσκω, και όμως πέποιθα ότι ζήσομαι εις αιώνα· ο βίος μου άπας τούτο μαρτυρεί· o βίος των ανθρώπων απάντων τούτο μαρτυρεί· οι άνθρωποι ζώσι διά την αιωνιότητα· ο άνθρωπος άρα έχει κοινήν την πληροφορίαν περί της αιωνιότητός του· η εν αυτώ οικούσα θεία εκείνη δύναμις η έλκουσα προς το θείον αύτη περί της αθανασίας και αιωνιότητός του εδίδαξεν αυτόν· αύτη μυστικώς επληροφόρησεν αυτόν, το δε κύρος του λόγου αυτής έπεισεν αυτόν. Ιδού ο λόγος της πίστεως αυτού προς την αθανασίαν. Είναι λοιπόν ο άνθρωπος ον αθάνατον, διότι νοεί το θείον, διότι έλκεται προς το θείον, διότι αγαπά το θείον, διότι λατρεύει το θείον, διότι πληροφορείται διά της εν αυτώ μυστηριώδους δυνάμεως υπ' αυτού του θείου.

Ο Έλλην λοιπόν διά της φιλοσοφίας εγνώρισε πρώτον την ύπαρξιν του θείου και είτα εαυτόν, οίος αληθώς εστί· διά της γνώσεως του Θεού έσχε τελείαν εαυτού γνώσιν· γνωρίσας δε εαυτόν έγνω την σχέσιν αυτού προς το θείον, την ευγένειαν αυτού, και έγνω ότι η προς το θείον αφομοίωσις είναι το πρώτιστον των καθηκόντων. Έγνω δ' ότι η εν τω κόσμω αποστολή του είναι η τελείωσις, η ανύψωσις αυτού από του υλικού κόσμου προς τον πνευματικόν· ότι ο πνευματικός κόσμος δέον εστί να ζωογονή τον υλικόν κόσμον, ότι το πνεύμα ανάγκη να επικρατήση της ύλης, ότι οι πνευματικοί νόμοι δέον εστί να ώσιν ισχυρότεροι των εν αυτώ φυσικών νόμων· ότι πρέπον εστίν εν αυτώ να επικρατώσιν ούτοι ως λογικοί· ότι ο άνθρωπος γίνεται τέλειος αφομοιούμενος τω Θεώ, και ότι αφομοιούται προς το θείον όταν κοσμήται υπό της ευσεβείας, της δικαιοσύνης, της αληθείας και της επιστήμης· διότι αληθώς αι αρεταί αύται κέκτηνται τελειωτικήν εν αυταίς δύναμιν· διότι η μεν ευσέβεια γίνεται προσπέλασις προς το θείον, η δε δικαιοσύνη, η αλήθεια, και η επιστήμη, γίνονται αυτώ εις εικόνα και ομοίωμα θείον.
Ο Έλλην γνωρίσας τις είναι και τις οφείλει να αποβή, σκοπόν έθετο την εαυτού τελείωσιν· εγένετο εραστής του πνεύματος και εδημιούργησε κόσμον πνευματικόν, εν ω ήθελε να ζη· η γνώσις του καλού, του αγαθού, του αληθούς και η έμφυτος προς τον πλησίον αγάπη ανέπτυξεν εν τη καρδία του Έλληνος τον πόθον της αυτομεταδόσεως, και ο Έλλην απέβη διδάσκαλος της ανθρωπότητος· ο Έλλην εζήτησε να αφομοιώση τους πάντας προς εαυτόν· ο Έλλην δεν εγεννήθη κατακτητής του σώματος, αλλά του πνεύματος, δεν εζήτησε δούλους αλλ' ελευθέρους. Τούτο ηγάπησε και η θεία αύτη αγάπη εγένετο το ελατήριον όλων των ορμών του· αύτη εμόρφωσε και τον εθνικόν αυτού χαρακτήρα, όστις διέμεινεν αναλλοίωτος.

Τοιούτος επλάσθη ο Έλλην και τοιούτος διαμορφώθη ο ηθικός αυτού χαρακτήρ. Ο τοιούτος χαρακτήρ δεν ηδύνατο ή να ενθουσιασθή εκ των αρχών του χριστιανισμού. Ο χριστιανισμός ην αγάπη επηγγέλλετο δε να διδάξη τους ανθρώπους την αλήθειαν υπό την τελείαν και πλήρη αυτής μορφήν, ενισχύση και ανυψώση την φιλοσοφίαν εις την υψίστην αυτής περιωπήν, αποκαλύψη αυτή τα μυστήρια τα κεκαλυμμένα μείναντα τη φιλοσοφία, παράσχη την λύσιν των αιωνίων προβλημάτων, άρη την αχλύν την περιβάλλουσαν τους οφθαλμούς της διανοίας των ανθρώπων, εγείρη αυτόν καθεύδοντα, απαλλάξη της δεισιδαιμονίας, συνδέση την ανθρωπότητα διά του δεσμού της αδελφικής αγάπης, αγάγη προς τον Θεόν, και σώση αυτόν της καταδυναστείας του αντιπάλου, χαριζόμενος εν μεν τω παρόντι βίω την αληθή ευδαιμονίαν, εν δε τω μέλλοντι την αιωνίαν μακαριότητα. Ο Έλλην ανευρών εν τω χριστιανισμώ τας αυτάς αρχάς και την εικόνα του τελείου, του ιδανικού αυτού, και τον μόνον διδάσκαλον τον δυνάμενον να διδάξη αυτόν παν ό,τι επεθύμει να γνωρίση, να μάθη, και ό,τι αυτός επόθει και επεζήτει, και ευρών αυτόν ερμηνευτήν των αισθημάτων αυτού, ενεκολπώθη αυτόν και περιέθαλψεν. Ο χριστιανισμός ως πρώτον δώρον αυτού εδωρήσατο αυτώ νέαν ζωήν· ο δε Έλλην υπεστήριξεν αυτόν διά των αγώνων και των αιμάτων του.

Η Ελληνική φιλοσοφία εποδηγέτει το Ελληνικόν έθνος εις τον χριστιανισμόν· ότι δε η Ελληνική φιλοσοφία τοιούτος υπήρξε ποδηγέτης μαρτυρεί και o ιερός πατήρ Κλήμης ο Αλεξανδρεύς λέγων: "ην μεν ουν προ της του Κυρίου παρουσίας εις δικαιοσύνην Έλλησιν αναγκαία· νυνί δε χρησίμη προς θεοσέβειαν γίνεται, προπαιδεία τις ούσα τοις την πίστιν δι' αποδείξεως καρπουμένοις· ότι ο πους σου φησίν (Παροιμ.) ου μη προσκόψη, επί την πρόνοιαν τα καλά αναφέροντος εάν τε ελληνικά η, εάν τε ημέτερα· πάντων γαρ αίτιος των καλών ο Θεός, αλλά των μεν κατά προηγούμενον, ως της τε διαθήκης της Παλαιάς και της Νέας· τοις δε κατ' επακολούθημα, ως της φιλοσοφίας· τάχα δε και προηγουμένως τοις Έλλησιν εδόθη τότε πριν ή τον Κύριον καλέσαι και τους Έλληνας· επαιδαγώγει γαρ και αυτό το Ελληνικόν, ως ο νόμος τους Εβραίους εις Χριστόν.
Προπαρασκευάζει τοίνυν η φιλοσοφία προοδοποιούσα τον υπό Χριστού τελειούμενον... μία γαρ η της αληθείας οδός αλλ' εις αυτήν καθάπερ εις αέναον ποταμόν εκρέουσι τα ρείθρα άλλα άλλοθεν".
Και αύθις ο ιερός πατήρ λέγει περί της Ελληνικής φιλοσοφίας· "αλλ' ει μεν μη καταλαμβάνει η Ελληνική φιλοσοφία το μέγεθος της αληθείας, έτι δε εξασθενεί πράττειν τας κυριακάς εντολάς, αλλ' ουν γε προκατασκευάζει την οδόν τη βασιλικωτάτη διδασκαλία, αμηγέπη σωφρονίζουσα, και το ήθος προτυπούσα και προστύφουσα εις παραδοχήν της αληθείας".

Ο Κλήμης δέχεται ότι παν ό,τι είπον υγιές οι φιλοσοφήσαντες, τούτο θείας οικονομίας ήτο έργον. Ιδού τι λέγει· "Ειτ' ουν κατά περίπτωσιν φασίν αποφθέγξασθαι τινά της αληθούς φιλοσοφίας τους Έλληνας, θείας οικονομίας η περίπτωσις· ου γαρ ταυτόματον εκθειάσει τις διά την προς ημάς φιλοτιμίαν, είτε κατά συντυχίαν, ουκ απρονόητος η συντυχία· ειτ' αυ φυσικήν έννοιαν εσχηκέναι τους Έλληνας λέγοι, τον της φύσεως δημιουργόν ένα γινώσκομεν, καθό και την δικαιοσύνην φυσικήν ειρήκαμεν κτλ.".
Ο Κλήμης ομιλών περί του έργου της Ελληνικής φιλοσοφίας δεικνύει τίνι τρόπω αύτη εποδηγέτει προς την αλήθειαν και ότι έργον αυτής και ο κατά του ψεύδους πόλεμος· "προσιούσα δε η φιλοσοφία η Ελληνική, ου δυνατωτέραν ποιεί την αλήθειαν, αλλ' αδύνατον παρέχουσα την κατ' αυτής σοφιστικήν επίχειρησιν, και διακρουομένη τας δολεράς κατά της αληθείας επιβουλάς, φραγμός οικείως είρηται και θριγκός είναι του αμπελώνος".

Ότι πάσα σοφία και δη και η Ελληνική φιλοσοφία από Θεού, μαρτυρεί και η Γραφή λέγουσα· "Απέστειλεν η σοφία τους εαυτής δούλους συγκαλούσα μετά υψηλού κηρύγματος επί κρατήρα οίνου λέγουσα· ος εστίν άφρων εκκλινάτω προς με…".

Ότι η Ελληνική φιλοσοφία είναι δώρο Θεού και ότι πάσα σοφία από Θεού εστίν, τούτο και εν Παροιμίαις λέγεται και εν τω Εκκλησιαστή και εν τω σοφώ Σειράχ. Εν Παροιμίαις κεφ. β' 3-10 φέρονται τα εξής· "εάν γαρ την σοφίαν επικαλέση και τη συνέσει δως φωνήν σου, την δε αίσθησιν ζητήσης μεγάλη τη φωνή, και αν ζητήσης αυτήν ως αργύριον, και ως θησαυρούς εξερευνήσης αυτήν, τότε συνήσεις φόβον Κυρίου και επίγνωσιν Θεού ευρήσεις· ότι Κύριος δίδωσιν σοφίαν, και από προσώπου αυτού γνώσις και σύνεσις· και θησαυρίζει τοις κατορθούσι σωτηρίαν, υπερασπιεί την πορείαν αυτών του φυλάξαι οδούς δικαιωμάτων, και οδούς ευλαβουμένων αυτόν διαφυλάξει".

Ο Κλήμης παραβάλλει την σοφίαν προς τον υετόν, τους δε φιλοσοφούντας προς τας ποικίλας βοτάνας της γης, αίτινες καίτοι υπό των αυτών ποτίζονται ναμάτων, εκάστη όμως προς την ιδίαν φύσιν τον χυμόν μεταβάλλει. Ιδού οι λόγοι αυτού: "Καταφαίνεται τοίνυν προπαιδεία η Ελληνική, συν και αυτή φιλοσοφία θεόθεν ήκειν εις ανθρώπους, ου κατά προηγούμενον, αλλ' ον τρόπον οι υετοί καταρρήγνυνται εις την γην την αγαθήν, και εις την κοπρίαν, και επί τα δωμάτια, βλαστάνει δ' ομοίως και πόα, και πυρός, φύεταί τε και επί των μνημάτων συκή, και ει τι των αναιδεστέρων δένδρων· και τα φυόμενα εν τύπω προκύπτει των αληθών".

Εντεύθεν δήλον ότι ο Κλήμης δεν παραδέχεται φιλοσοφίαν ειμή την υγιαίνουσαν. Τούτο δηλούται και εκ των εφεξής. "Ου μην απλώς πάσαν φιλοσοφίαν αποδεχόμεθα, λέγει" αλλ' εκείνην περί ης και ο παρά Πλάτωνι λέγει Σωκράτης. Εισί γαρ δη, ως φασί, περί τας τελετάς, ναρθηκοφόροι μεν πολλοί Βάκχοι δε παύροι· πολλούς μεν τους κλητούς, ολίγους δε τους εκλεκτούς αινιττόμενος· επιφέρει γουν σαφώς. Ούτοι δε εισί κατά την εμήν δόξαν, ουκ άλλοι ή οι πεφιλοσοφηκότες ορθώς· ων δη καγώ, κατά γε το δυνατόν, ουδέν απέλιπον εν τω βίω, αλλά παντί τρόπω προυθυμήθην καί τι ηνύσαμεν εκείσε ελθόντες, το σαφές εισόμεθα, εάν ο Θεός θέλη, ολίγον ύστερον.

Ο Κλήμης διακρίνει την αληθή φιλοσοφίαν της σοφιστείας και τα καλώς παρ' αυτής ειρημένα των μη καλώς ειρημένων· τούτο δείκνυται και εκ των εξής. "Φιλοσοφίαν ου την Στωικήν λέγω, ουδέ την Πλατωνικήν, ή την Επικούρειον τε και Αριστοτελικήν· αλλ' όσα είρηται παρ' εκάστη των αιρέσεων τούτων καλώς, δικαιοσύνην μετ' ευσεβούς επιστήμης εκδιδάσκοντα, τούτο σύμπαν το εκλεκτικόν φιλοσοφίαν φημί· όσα δε ανθρωπίνων λογισμών αποτεμόμενοι παρεχάραξαν, ταύτα ουκ αν ποτέ θεία είποιμ' αν".

Ο Ιερός Κλήμης την φιλοσοφίαν ταύτην ως υγιή θεωρεί ανωτέραν παντός ψόγου· διό ίνα προλάβη πάντα κατ' αυτής ψόγον εκ της παρερμηνείας χωρίων τινών της Ιεράς Γραφής ερμηνεύει ταύτα και λέγει. "Όταν η Γραφή λέγη περί των Ελλήνων σοφών φίλαυτοι και αλαζόνες", σοφούς λέγουσα η Γραφή, ου τους όντως σοφούς διαβάλλει, αλλά τους δοκήσει σοφούς. Κατά τούτων φησίν, απολώ την σοφίαν των σοφών και την σύνεσιν των συνετών αθετήσω".

Ο Κλήμης επί τοσούτον προβαίνει εν τη θεωρία αυτού ότι εκ του Θεού πάσα σοφία και ότι η θεία σοφία εφώτιζε και εποδηγέτει το ελληνικόν έθνος, ώστε φρονεί, ότι τα ιερά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης μετεφράσθησαν κατά θείαν πρόνοιαν Ελληνιστί, και τα της Καινής Διαθήκης εγράφησαν Ελληνιστί, όπως το Ελληνικόν έθνος το διά της φυσικής θεογνωσίας εις την εύρεσιν της αληθείας προδηγετηθέν, γνωρίση και την δι' αποκαλύψεως γνωσθείσαν τοις ανθρώποις αλήθειαν και δι' αμφοτέρων οδηγηθή προς την υψίστην αλήθειαν.

Ιδού ο Κλήμης τι λέγει περί της ερμηνείας των Ιερών Γραφών εν τη Ελληνική φωνή:
"Διά τούτο γαρ Ελλήνων φωνή ερμηνεύθησαν αι Γραφαί ως μη πρόφασιν αγνοίας προβάλλεσθαι δυνηθήναι ποτέ αυτούς, οίους τε όντας επακούσαι και των παρ' ημίν, ην μόνον εθελήσωσιν".
Εκ τούτων δηλούται ότι ο Κλήμης δέχεται θείαν πρόνοιαν προνοούσαν υπέρ των Ελλήνων όπως γνωρίσωσι την αλήθειαν και μη δι' άγνοιαν της Εβραϊκής γλώσσης αγνοήσωσι την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν και πλανηθώσι της ευθείας της αγούσης εις την εαυτών αποστολήν. Προς την γνώμην ταύτην και ημείς συντασσόμεθα· και αληθώς, δύναταί τις να ερωτήση· διατί Ελληνιστί να γραφώσιν αι Γραφαί και ουχί Ρωμαϊστί; ή εν άλλη τινί γλώσση; Η θεία πρόνοια υπέρ αυτού πάντως έσχε λόγον την εκλογήν του Ελλην. έθνους από της εμφανίσεώς του διά τον χριστιανισμόν. Πάντως το Ελλην. έθνος είχε κληθή ίνα εργασθή υπέρ του χριστιανισμού και διά τούτο η υπέρ αυτού πρόνοια προς γνώσιν της αποκαλυφθείσης αληθείας διά τε της φιλοσοφίας και της Αποκαλύψεως· ήδη δυνάμεθα να είπωμεν ότι η φιλοσοφία εποδηγέτει το Ελληνικόν εις Χριστόν όπως αναδείξη αυτό κατάλληλον όργανον προς διάδοσιν των θείων αυτού αρχών.


Και τοιαύτη η εμή πεποίθησις. Επειδή όμως ενδεχόμενον να υπάρχωσι τινές φρονούντες ότι η Ελληνική φιλοσοφία είναι η έκφρασις της ισχύος της ανθρωπίνης διανοίας και το τέλος και ο σκοπός των ενεργειών του πνευματικού βίου του ανθρώπου εν ω η πλήρωσις των πνευματικών αναγκών του ανθρώπου και το πλήρωμα των εγκαρδίων αυτού πόθων, το φέρον την ευδαιμονίαν και την μακαριότητα, επιχειρούμεν διά βραχέων να υποδείξωμεν τους λόγους δι' ους η Ελληνική φιλοσοφία δεν ηδύνατο να η σκοπός, αλλά συναίτιον αίτιον και ποδηγέτης προς τον σκοπόν.

Περί του ζητήματος τούτου ο Ιερός Κλήμης ιδού τι λέγει:
"Η φιλοσοφία ζήτησις ούσα της αληθείας προς κατάληψιν της αληθείας, συλλαμβάνεται ουκ αιτία ούσα καταλήψεως, αλλά συν τοις άλλοις (αιτίοις) αιτία και συνεργός, τάχα δε και συναίτιον αίτιον· ως δε ενός όντος του ευδαιμονείν αιτίαι τυγχάνουσιν αι αρεταί, πλείονες υπάρχουσαι... ούτω μιάς ούσης της αληθείας πολλά τα συλλαμβανόμενα προς ζήτησιν αυτής".

Αληθώς η Ελληνική φιλοσοφία ήτο συναίτιον αίτιον και συνεργός και αιτία καταλήξεως της αληθείας, ουχί δε αυτή η αλήθεια, ήτις

ηδύνατο να θεωρηθή το τέρμα των ενεργειών της ανθρωπότητος και το τέλος και ο σκοπός της δράσεως αυτής. Εν τη καρδία του ανθρώπου εναπελείπετο πάντοτε τι κενόν, όπερ η φιλοσοφία ηδυνάτει να πληρώση· η φιλοσοφία ου μόνον δεν εγίνετο πληρωτική του κενού της καρδίας, αλλά μάλλον εμεγέθυνε αυτό ανευρίσκουσα μεν τον Θεόν εν τοις δημιουργήμασι και αναπτύσσουσα εν τη καρδία τον προς αυτόν έρωτα, αδυνατούσα όμως να προσπελάση αυτώ και εγκολπωθή αυτόν· η φιλοσοφία, λέγει ο Κλήμης, έβλεπε την εικόνα της αληθείας ως εν εσόπτρω ως φαντασία καθοράται εν τοις ύδασιν, και διά διαφανών και διαυγών σωμάτων· η ανθρωπότης όμως ήθελε να ίδη καθαρώς, επεζήτει την μετά του θείου ένωσιν· η δε φιλοσοφία ηννόει μεν τον Θεόν εκ των θείων αυτού ιδιοτήτων, συνησθάνετο το άπειρον αυτού μεγαλείον, αλλ' έβλεπεν αυτόν ως εν εικόνι, ηδυνάτει δε να ενώση τον άνθρωπον μετά του θείου. Η διά της φιλοσοφίας νόησις των θείων ιδιοτήτων εδίδαξεν τον άνθρωπον τας ηθικάς αρετάς όπως δι' αυτών αφομοιωθή προς το θείον· αλλ' η διδασκαλία μόνη ηδυνάτει να ανυψώση τον άνθρωπον μέχρι τού θρόνου του Θεού προς ον επεθύμει να φθάση ίνα ίδη αυτόν πρόσωπον προς πρόσωπον· ηδυνάτει, διότι ηδυνάτει να άρη το μεσότειχον το ανεγερθέν υπό της αμαρτίας μεταξύ Θεού και ανθρώπων· ηδυνάτει, διότι ηδυνάτει να διαπλάση τον υπό της αμαρτίας διαφθαρέντα άνθρωπον στερουμένη θείας διαπλαστικής δυνάμεως· ηδυνάτει, διότι εστερείτο θείου κύρους· ηδυνάτει, διότι εστερείτο πίστεως πληροφορούσης μυστικώς την καρδίαν προς αποδοχήν της διδασκαλίας άνευ επιφυλάξεως· ηδυνάτει, διότι εστερείτο ελπίδος αϊδίου, αμειώτου, καθαράς παντός φόβου, πάσης μεταμελείας, ελπίδος εχούσης εν εαυτή το πλήρωμα της ευδαιμονίας· ηδυνάτει, διότι εστερείτο δυνάμεως προς ανακούφισιν των καρδιών της πασχούσης ανθρωπότητος· ηδυνάτει, διότι εστερείτο της ισχύος της Χριστιανικής αγάπης της αμειβομένης υπό της θείας αγάπης της δαψιλευούσης την ευδαιμονίαν και μακαριότητα· ηδυνάτει, διότι εστερείτο πίστεως πληροφορούσης την καρδίαν των οπαδών αυτής περί της απολύτου αληθείας των εαυτής αρχών· ηδυνάτει, διότι εστερείτο θείας δυνάμεως ελκούσης την ανθρωπότητα εις εαυτήν· ηδυνάτει, διότι εστερείτο δυνάμεως πειθούσης εν τε τοις λόγοις και τοις έργοις· ηδυνάτει, διότι εστερείτο της μεγαλουργού δυνάμεως της εκθαμβούσης και καταπληττούσης· ηδυνάτει, διότι εστερείτο των εκ των άνωθεν μαρτυρίων προς πίστωσιν της αληθείας των εαυτής λόγων· ηδυνάτει, διότι εστερείτο θείων χαρισμάτων δαψιλευομένων τοις οπαδοίς υπό του ουρανού· ηδυνάτει, διότι εστερείτο των καρπών της χάριτος του αγίου Πνεύματος· ηδυνάτει, διότι εστερείτο αγιασμού και της μεταδοτικής τούτου δυνάμεως· ηδυνάτει τέλος, διότι εστερείτο θείας αποκαλύψεως και θρησκευτικού κύρους επαναπαύοντος τας καρδίας των οπαδών αυτής. Τούτων δε απάντων εδέετο η ανθρωπότης όπως πεισθή, όπως βαδίση την ευθείαν οδόν, αποστή της πλάνης, αναπλασθή, και τύχη της μακαριότητος· η ένδεια αύτη της φιλοσοφίας καθίστα αυτήν ανίσχυρον ίνα αποβή ο σκοπός και το τέλος του πνευματικού του ανθρώπου βίου· εντεύθεν η πεποίθησις ημών ότι η φιλοσοφία εγένετο παιδαγωγός εις τον Χριστιανισμόν εν ω ευρίσκετο το πλήρωμα των ελλείψεων της φιλοσοφίας, και η τελεία ικανοποίησις των πόθων της καρδίας του ανθρώπου και ουχί σκοπός και τελικόν όριον.

Ότι η Ελληνική φιλοσοφία δεν ηδύνατο να είναι ο σκοπός και τελικόν όριον του πνευματικού βίου του ανθρώπου και το πλήρωμα των πόθων της καρδίας αυτού δείκνυται και εκ της αδυναμίας όπως λύση και τα εξής τρία σπουδαιότατα ζητήματα τα απασχολήσαντα απ' αιώνων το πνεύμα της ανθρωπότητος, και πείση αυτήν αδιστάκτως περί της αληθείας των εαυτής λόγων. Η ανθρωπότης επεθύμει να γνωρίση και πιστεύση τον αληθή Θεόν, διότι ησθάνετο την ανάγκην να προσπελάση αυτώ· επεθύμει να γνωρίση και πεισθή περί της αξίας εαυτού και της σχέσεως αυτού προς το θείον· και τρίτον επεθύμει να γνωρίση τα περί της αιωνιότητός του. Η φιλοσοφία ηδύνατο να αγάγη τους φιλοσοφούντας προς την αλήθειαν ως και να φανερώση αυτοίς την εικόνα της αληθείας ως εν εσόπτρω και διά σωμάτων διαυγών και διαφανών, αλλ' ηδυνάτει διδάσκουσα περί αυτών να πείση, και άρη το βάρος το επιβαρύνον τας καρδίας των ανθρώπων· προς τα ζητήματα ταύτα συνεδέετο άπας ο ηθικός και πνευματικός βίος του ανθρώπου, πάσα η εν τω βίω αυτού δράσις. Ο άνθρωπος επεθύμει να πληροφορηθή και βεβαιωθή όπως κανονίση τον ηθικόν αυτού βίον· διότι ουδείς επί αβεβαίων και σαλευομένων αρχών, αρχών μάλιστα στερουμένων θείου κύρους οικοδομεί στερρώς τον εαυτού ηθικόν βίον· η φιλοσοφία εδίδαξεν υγιείς θεωρίας, αλλ' ουδείς επείσθη να κανονίση τον εαυτού βίον προς τας καλάς θεωρίας διά την έλλειψιν θείου κύρους και ενδομύχου πληροφορίας· o άνθρωπος επεζήτει πληροφορίας εζήτει την απόδειξιν της αληθείας της διδασκαλίας της φιλοσοφίας· η δε απόδειξις έλειπεν. Η απαίτησις αύτη, απαίτησις του πνεύματος και της καρδίας του ανθρώπου, ούσα το προοίμιον της συγκαταθέσεως της καρδίας και του νου προς άσκησιν ηθικού βίου, ουχί δε και το μέσον προς κατόρθωσιν, διότι απητούντο πάντα, όσα ανωτέρω εδείξαμεν, υπήρξεν ο σκόπελος προς ον ευθύς εξ αρχής άμα αναγομένη πλησίστιος και εναυάγει προσαράσσουσα η φιλοσοφία. Η υπό της ιστορίας μαρτυρουμένη αδυναμία και ανικανότης προς ηθικοποίησιν της ανθρωπότητος και προς
ικανοποίησιν των ακορέστων πόθων της καρδίας και των απαιτήσεων του νου, δεικνύει το ανεπαρκές της φιλοσοφίας προς το μέγα έργον του φωτισμού και της διαπλάσεως της ανθρωπότητος. Η ανθρωπότης εζήτει θείαν αποκάλυψιν όπως μάθη την αλήθειαν και βεβαιωθή και πεισθή· η ανθρωπότης εδείτο θείου διαπλάστου· η δε φιλοσοφία εστερείτο τούτων. Η ανθρωπότης εύρεν ταύτα εν τω χριστιανισμώ προς ον εποδηγέτει η Ελληνική φιλοσοφία· αύτη η εμή περί του ζητήματος τούτου ταπεινή γνώμη.

Εν Αθήναις τη 17 Ιουνίου 1896.
Ο Πενταπόλεως ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ



http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/12/blog-post_8667.html