
Όλα τα κτίσματα έχουν προσφέρει, το κάθε ένα με τη σειρά του, τον τρόπο της εξυπηρετήσεως τους στο θέμα της σαρκώσεως τού Θεού Λόγου. Εκείνο δε πού προσφέραμε εμείς, η ανθρώπινη φύση, ως αντιπροσφορά για το μέγιστο δώρο της θείας κενώσεως του Ιησού μας, το κατ’ εξοχήν τελειότατον των δώρων, είναι η Παναγία μητέρα Του και μητέρα όλων μας.
Έτσι εδώ έγινε κάτι το απερίγραπτο. Πώς ευρέθη η ικανότητα σε αυτήν την Κόρη, ούτως ώστε να μπορέσει να εξυπηρέτηση έναν τέτοιο σκοπό, όπου όλα τα υπόλοιπα κτίσματα δεν ήσαν πλέον ικανά να προσφέρουν αυτό πού έλειπε; Εάν ο άνθρωπος δεν είχε την δυνατότητα να προσφέρη την Παναγία ως δώρο, τότε θα μπορούσε να πή κανείς ότι έματαιώνετο το θέμα της θείας οικονομίας· έτσι η σωτηρία του ανθρώπου, η επιστροφή και επαναφορά των κτισμάτων στην θέση τους και η αποκατάσταση στην ισορροπία της διεφθαρμένης κτίσεως, δεν θα έγίνετο.
Αυτό το επίτευγμα πού η ανθρώπινη φύση κατόρθωσε, είναι το μεγαλύτερο πού έγινε και δεν πρόκειται ποτέ να επαναληφθή. Διεθέσαμε αυτό το μεγάλο δώρο στο να κολακεύσωμε, τρόπον τινά, τήν θείαν αγάπη για να μας πλησίαση.
Άπαξ δοθείσα η χαριτωμένη αυτή Κόρη, η οποία τώρα είναι Θεοτόκος, μένει πλέον στο διηνεκές να έχη ίδιαιτέραν θέση έναντι στον Θεό και σε ‘μάς. Μέσω της δικής της μεσολαβήσεως ο Υιός του Θεού απέκτησε την ανθρωπινή φύση και έγινε ταυτοχρόνως Θεάνθρωπος. Ο,τι είχε, αυτή του το έδωσε όλο, αφού του πρόσφερε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση της. Έτσι και Αυτός με την σειρά Του της μετέδωσε την θέωση, όσο μπορεί βέβαια να χωρέση η ανθρώπινη φύση. Διότι να την μεταβάλη σε κατά φύσιν Θεόν ήταν αδύνατο. Κατά Χάριν όμως την έθέωσε στο σημείο εκείνο πού, κατά τους θεολόγους της Εκκλησίας, να μην της λείπη τίποτα.
Με την προσφορά μας αυτή κατορθώσαμε και ανεβήκαμε και εμείς και πλησιάσαμε τον Θεό. Διότι έχομε από την δική μας φύση πλέον, τέτοιας μορφής συγγένεια, μέσω αυτής της Κόρης, πού απεκτήσαμε τον εναθρωπισμό σε τέτοιο αναφαίρετο και πλούσιο σημείο, ώστε να είμεθα όντως «κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Υιού Αύτού».
Γι’ αυτό και η Εκκλησία μας μετά τα Χριστούγεννα, πού εορτάζει την έξ αυτής άσπορο Γέννηση του Θεού Λόγου, εορτάζει την Σύναξη της. Την παρουσιάζει στην θέση της μητρότητος πλέον και τιμά την προσφορά της, πού συνήργησε σαν κανένας άλλος στο ύπέρτατον αυτό μυστήριο.
Και κοιτάξετε με ποιά σοφία η Θεία Πρόνοια αναμόρφωσε την «παλαιωθείσαν» εικόνα! Ο διάβολος κατόρθωσε να πλανέση το ένα έκ των δύο όντων πού έδημιούργησε ο Θεός. Επλάνεσε την γυναίκα και την έκανε όργανο απάτης και αφορμή καταστροφής. Η Θεία Πρόνοια οικονόμησε να συγκεντρωθή σ’ αυτή την άγνή Κόρη ολόκληρη η αρετή της ανθρώπινης τελειότητος, ούτως ώστε το όργανο της απωλείας και της απάτης να γίνη τώρα όργανο σωτηρίας και επιστροφής. Και όχι μόνο να γίνη, αλλά να παραμείνη στον αιώνα.
Στην θέση πού ευρίσκεται τώρα η Δέσποινα μας Θεοτόκος, θεωθείσα πλέον, απέκτησε και ολόκληρη την μητρότητα, διότι είναι η πηγή της πραγματικής και αδιάφθορου μητρότητος. Η πρώτη Εύα, σαν πρώτη μητέρα, απώλεσε την αξία της μητρότητος, έφ’ όσον μαζί με μας γέννησε και τον θάνατο και μαζί του την έχθρα, το μίσος, την φθορά, την καταστροφή. Δεν είχε πλέον προσωπικότητα μητρότητος. Η Δέσποινα μας Θεοτόκος με το άδιάφθορον της αγνότητας της, ολοκλήρωσε την μητρότητα στην εντέλεια. Όπως στον Θεό Πατέρα ευρίσκεται ολόκληρος η πατρική στοργή, ώστε «ουδέ του ιδίου Υιού να φεισθή», αλλά «υπέρ πάντων ημών» να παραδώση Αυτόν, έτσι και τώρα στα σπλάχνα της Δέσποινας μας Θεοτόκου, της Θεωθείσης αυτής Κόρης, ευρίσκεται ολόκληρος η προσωπικότης, ολόκλη¬ρος η θέση της τελείας μητρότητος.
Και τώρα μετά παρρησίας προσερχόμεθα σ’ αυτόν τον θρόνον της Χάριτος της μητρότητος και σαν υιοί προς την μανούλα μας την ίκετεύομε και είναι αδύνατο να μην μας άκούση. Είναι αδύνατον διότι πώς γίνεται στην τελειότητα της μητρότητος να κλείσουν τα σπλάχνα, όταν φωνάζουν και ζητούν τα παιδιά;
Δεν είναι δύσκολο να δανεισθούμε από την οικογενειακή μας πείρα, ζωντανά παραδείγματα της μητρικής ιδιότητος. Αντικρύσαμε κάποτε να μεταβάλλεται η στοργή και η αγάπη της μητέρας έξ αιτίας της αταξίας και σκληρότητος του παιδιού, ώστε να πάρη την θέση της αγάπης η απειλή. Όταν όμως το παιδί πόνεσε, ταπεινώθηκε και έκλαψε, μεταβλήθη αμέσως η όργή της μητέρας σε συμπάθεια και φίλτρο και όλο το δυσάρεστο το αντικατέστησε η μητρική αγκάλη. Εάν αυτά υπάρχουν μέσα στην ευτελή, την ατελή, την διαβεβλημένη, την ασθενή ανθρώπινη φύση, σε πόση έκταση ευρί¬σκονται αυτά μέσα στην τελειότητα της πνευματικής, της θεοπρεπούς μητρότητος;
Έχοντες αυτήν την μητέρα σαν εχέγγυο και ίσταμένην μεταξύ ημών και του Θεού, έχομε την τελεία ελπίδα ότι καμμιά προσδοκία μας, καμμιά επιθυμία μας έν Θεώ, κανένα αίτημα μας, αλλά και καμμιά ανάγκη τωρινή και μέλλουσα είναι δυνατόν να μην ικανοποιηθούν, Διότι, όταν τρέχωμε στην μητρικήν της αγάπη, δεν μπορεί να άρνηθή, δεν θέλει να το κάνη. Αρκεί φυσικά από μέρους μας να γίνεται η ελαχίστη προσπάθεια, να στεκώμεθα σαν λογικά όντα πάνω στην βάση του προορισμού μας. Και έτσι, έχοντας την Δέσποινα μας Θεοτόκο σαν εγγύηση, καθ’ ότι έγινε αφορμή της σωτηρίας μας, λύνομε κάθε πρόβλημα μας και στο παρόν και στο μέλλον.
Άρα λοιπόν τί απόκειται σε ‘μάς; Να έρευνήσωμε βαθύτερα την υιϊκή μας πλέον κατάσταση απέναντι της, να την όγαπήσωμε ειλικρινέστερα, πιστότερα, υπολογίζοντες την πραγματική της θέση και να είμεθα βέβαιοι ότι το θέμα όλων μας των προβλημάτων είναι ήδη λελυμένο διότι, είναι μεσίτης μεταξύ ημών και του Υιού της, διότι, πλέον γι’ αυτήν ο Θεός, ο Σωτήρ του κόσμου, ο Χριστός, δεν είναι Κύριος και Θεός μόνον, αλλά είναι και ο κατά φύσιν Υιός της. Και δεν είναι δυνατόν, όπως έχομε πείρα, να πλησίαση η ιδανική μητέρα τον ίδανικόν υιόν ζητώντας του κάποια χάρη και αυτός να της άρνηθή. Αυτό δεν γίνεται.
Εκείνο το όποιο απομένει σε μας είναι να έρεθίσωμε μέσα μας ο,τιδήποτε υπάρχει έναντι της μητρικής της αγάπης και ο,τιδήποτε άφορα αυτό, στην υμνολογία της, στην ευχαριστία της, στην δοξολογία της, στην παράκληση της, στην επίκληση της, ακόμα και σε κάθε άλλο το οποίον ευρίσκεται και αρμόζει στον θεοπρεπή χαρακτήρα της.
Αυτή είναι κατάφορτη με όλες τις αρετές. Ιδιαίτερα όμως περισσεύει η ταπεινοφροσύνη και η άγνότης, γι’ αυτό λέγεται Αειπάρθενος. Δεν είναι μόνο Αειπάρθενος στο ότι πράγματι ήταν Παρθένος και δεν έγνώρισε ούτε καν την έννοια του ανδρός αλλά και μέσα στην αγνότατη της ύπαρξη δεν συνελήφθη η αμαρτία ούτε κατά διάνοιαν. Ούτε στον άγνό ψυχικό της κόσμο εισήλθε η φθορά και η αμαρτία. Και έτσι ακριβώς είναι και μένει Παναγία και Άειπάρθενος.
Στους νέους, στους άγαμους, στους μοναχούς, πού το κέντρο της ιδιότητος τους είναι η παρθενία απευθύνομαι. Όποιος θέλει να την τιμήση, ας κάνη περισσότερη προσφορά κρατώντας την αγνότητα του. Να πώς δοξάζεται αυτή.
Το δεύτερο στοιχείο πού την χαρακτηρίζει αν και είναι πλήρης από αρετές είναι ειδικά η ταπεινοφροσύνη. Όταν ήλθε ο Αρχάγγελος και της είπε καθαρά: «Χαίρε, Μαρία, εύρήκες χάριν από τον Θεό και σύ θα γίνης μητέρα του Θεού», δεν ύπερηφανεύθη και να σκεφθή· «ώστε λοιπόν, εγώ θα είμαι πλέον μητέρα του Θεού;» Άλλά απάντησε ταπεινά. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Αρπάζει την πρακτική ταπείνωση, ονομάζοντας τον εαυτό της «δούλην Κυρίου» και προσφέρει την απόλυτη υποταγή, «γένοιτο μοι κατά το ρήμα σου». Άμέσως τώρα, τί προστάζεις, Κύριε μου; Έτοιμη είμαι».
Βλέπετε με ποιό χειρισμό; Με δυο απλες λέξεις, με δυο απλες κινήσεις αυτό το τρυφερό κοριτσάκι, όπως ήτο τότε, προσέφερε όλη την δύναμη της τελειότητας της αρετής. Ταπείνωση και υποταγή. Αυτές οι αρετές είναι και για μας οι βάσεις. Διότι αυτές συγκροτούν το κεφάλαιο της ιδιότητος μας της πρακτικής για μας τουλάχιστον τους μοναχούς μέσω του οποίου και προσωπικά θα κρατήσωμε την μοναχική μας ιδιότητα, αλλά και στους συνανθρώπους μας και στην Εκκλησία θα φανούμε ποίοι είμεθα και θα δώσωμε το παράδειγμα και την γραμμή πλεύσεως στο υπόλοιπο χριστεπώνυμο πλήρωμα.
Όποιος λοιπόν θέλει να τιμήση την Πανάχραντο μας Δέσποινα και να την προκαλέση να σκορπίση πάνω του την μητρική της στοργή, θα καλλιεργήση αυτές τις αρετές, την ταπείνωση και την υποταγή. Όσο για την αγνότητα, δεν θα μιλήσω, διότι άλοίμονο αν δεν ύπάρχη στον μοναχό άγνότης! Τότε χάθηκαν όλα τα κεφάλαια!
Και σεις λοιπόν, εκεί πού εύρίσκεσθε, μπορείτε να πήτε έναν δικό της ύμνο. Ψάλλετε ένα τροπάριο δικό της. Φέρτε στα χείλη σας την εύωδία του ονόματος της.
Είδατε τί είπε μόνη της; Μόλις επλήσθη Πνεύματος Αγίου, άρχισε να προφητεύη για τον εαυτό της, ότι: «Ιδού γάρ από του νύν μακαριούσι με πάσαι αί γενεαί».
Αυτό της το φανέρωσε η Χάρις του Αγίου Πνεύματος πού κατοίκησε μέσα της μόνιμα. Την ανάγκασε να το πή. Εδανείσθη τα χείλη της η ένοικούσα σε αυτήν Χάρις του Αγίου Πνεύματος, σαν ενας μουσουργός πού κινεί τις χορδές για να παραγάγη μέλος. Και άρχισε να λέη μέσα της ταπεινά: «Ιδού γάρ από του νύν μακαριούσι με πάσαι αί γενεαί, ότι εποίησέ μοι μεγαλεία ο δυνατός».
Βέβαια μεγαλεία! Έφ’ όσον κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς, τί άλλο μπορούσε να γίνη; Μία ακτίνα Χάριτος, μία μόνον ακτίνα εάν επιλάμψη σε ολόκληρη την κτίση, είναι ικανή αυτή και μόνη να την μεταφέρη σε θέση θεότητος, κατά Χάριν. Εδώ όμως, σ’ αυτήν δεν πήγε απλώς ακτίνα Χάριτος. Κατοίκησε μέσα της ολόκληρο το πλήρωμα της Θεότητος σωματικώς.
Αυτά ήθελα να ενθυμίσω σήμερα στην αγάπη σας και να σας κάνω θερμούς και φλογερούς απέναντι της δικής της αγάπης. Διότι έχομε και ένα ζωντανό παράδειγμα, του αειμνήστου μας Γέροντα, πού τόσο πολύ τον αγαπούσε, γιατί και αυτός την αγάπησε. Ήταν αδύνατον, αν ήταν εδώ ο αείμνηστος και άκουγε αυτά, να μην χύση άφθονα δάκρυα. Μόνο πού άκουγε το όνομα της, σκιρτούσε σαν μωρό! Άλλά του έδειξε τόσες φορές την αγάπη της αισθητά και τον αξίωσε να φύγη την ήμερα πού και αυτή έφυγε από τον κόσμον αυτόν.
Η Χάρις της και οι πρεσβείες της και πάντων των αγίων να ενισχύουν και ‘μάς. Αμήν.
Πηγή: Γέροντος Ιωσήφ, Αθωνικά μηνύματα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά,Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 1999.
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/09/blog-post_1310.html

Words of the recently reposed Elder Joseph of the Vatopedion Monastery:
“….Now then, today I am forced to speak about this matter also; it is a somewhat daring endeavour, but necessity has caused me to bring up the subject, when every day I hear men say “my wife is like this….my wife is like that….all women are devils…”.
So, I ask: “Excuse me dear fellow, but this woman you are referring to – weren’t you the one that married her?”
“Yes….”
“Well then, when you married her, didn’t you find every love, tenderness and happiness in her person?”
“Yes…”
“So, why have you changed now? She is the same person. Both when you married her, and now. Can you see that you are to blame?”
I met an elderly couple some years ago – quite elderly, in their eighties – who had so much bitterness between them that, if it were possible, they would kill each other. I felt sorry for them; I sat down next to them and began to search deeper and discovered that they had reached that point out of ignorance. They had no idea what Christianity was, or anything about morality – nothing whatsoever. When I sat down to talk to them, I saw that they were quite receptive and they would pay attention to whatever I told them…. Well ! After trying to briefly show them that mankind is descended from God and that it has eternity inside it, and that we will not be in this world forever, and that conjugality is not dissolved here but continues into eternity, they were both moved and they accepted all that they heard. I left them, and after some time, they sent me a letter in which they said: “Dear Elder, it is as though we are reliving the first month of our marriage…..” Imagine that – those who were ready to kill, to slaughter each other…. Can you see the evidence now?
I will tell you of another character, of a proper husband; one that we rarely encounter in our day. But we did encounter one such person. He was in every way a perfect character – a Christian, and a completely social sort of person. He married late, almost thirty years old, not because he was averse to marriage, but because he thought that was how it should be. So he said his prayers with faith, and found himself a young girl and married her. The girl was young – ten years younger than him. Soon after he married her, she began to get into mischief. He pretended not to notice; he regarded her as his daughter and himself as her father. However, they had important business interests overseas and they had to go there, even if only temporarily. So he took her and they went abroad. When they arrived, she became very obstinate, and would say to herself: “He did this on purpose, to estrange me from my environment. I will desert him.” So she just up and left him. She came back to Greece, and where do you think she went? To one of those “casino” places, and began to live the life of a free woman – one who is paid…”
The husband however, from the day that she left him, never stopped praying with tears and insisting – in fact extorting God: “Benevolent One, I will not retreat, I will not leave you alone; You were the One who gave me my wife. “By God is a woman suited to a man” (according to the Bible). I want my wife. If the young girl has strayed, must she be lost? Why did You come down to earth? Didn’t You come to find the lost ones, to heal the sick, to resurrect the dead? I will not budge. I will not let You rest. I want my wife. Bring her back to me.” He wept for two whole years.
His prayer was eventually heard and the young woman came to her senses. “Oh dear,” she confessed, “God will have to create another Hell, because this one is too small for me!”
So she sat down and wrote him a letter, saying: “I dare not address you; I have no such right. If I return, will you accept me as your servant?”
He replied: “My love, why did you mention that word and hurt my feelings? Wasn’t it me who sent you on a vacation and was waiting for my love to return, to my wide open arms?”
So, he went and waited for her at the airport, as they had arranged. When she arrived, she fell down and began to beat herself and cry. He took her in his arms.
“My love, why are you doing this and hurting my feelings? I was longing to see you again. Let’s go home now; we never parted – I was always with you.”
That young girl turned out to be a faithful wife after this….
And that is the stance that a man – a husband – should take. If husbands are like that one, then show me what woman is bad?”
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/09/should-man-send-his-wife-away-for.html
Excerpt from the Homily on the Archangels Michael and Gabriel by St. Nikodemos of the Holy Mountain (amateur translation)
...According to the Theologians, there are two foremost powers and special qualities and idioms of the holy God: the one being Righteousness, also called conferment and judgment, and the other is Goodness, also called faithfulness and compassion and mercy, as David says: “I will sing of Your mercy and judgment, O Lord.” With righteousness God judges and chastens men, when they sin, and do not keep His commandments, and with goodness He again shows mercy and compassion.
Now the Archangel Michel appears as the special Angel of the righteousness of God, for we see him utilized as a servant in order to chasten and to make continent the evil, and to protect those who take refuge in the good. This is clear from the many parts of the divine Scripture, and of course from the death of the first-born of the Egyptians worked by Michael, while the life of the first-born of the Hebrews was preserved.
The Archangel Gabriel appears as a special Angel of the goodness and compassion of God, for we see him utilized as a servant when there must be special compassion and mercy. This we also see many times, and of course from the good news which Gabriel offered to the world, of the great mercy by the coming of Christ.
Three are the special and greatest works which God performed: first, the creation of the noetic world, second, the creation of the sensible world, and third, the incarnate economy of God the Word. And in all three of these, first and foremost He utilizes Michael and Gabriel...
And therefore, Michael and Gabriel are the two brightest eyes of the all-perceiving God, with which He beholds and enlightens all of the visible and invisible world. Michael and Gabriel are the two strongest hands of the All-Governing One, with which He works all on heaven and earth. Michael and Gabriel are the two swiftest and thousand-winged feet of the Lord Who is everywhere present, with which He hastens everywhere and passes through not only the whole world, but even to the bodiless souls of men, even into the darkest abysses. Because of this in one instant you behold them to be found at one end of the earth and at the next instant to be found at the other end, here healing a barren woman, and there seizing one drowning in the abyss.
Michael, the Angel of divine fear; Gabriel, the Angel of divine grace. Michael, the chastening right hand of the Righteous One; Gabriel, the merciful right hand of the Lover-of-Man. Michael, who rests upon the strongest; Gabriel, who speaks from the ineffable. Michael, the stern eye of the Judge; Gabriel, the peaceful gaze of the Foreseer. Michael, the fearful voices and thunder and lightning and trumpets of the descent of God on Mount Sinai; Gabriel, the peaceful dawn, the calm embraces, the gladsome light and soft voice of He Who comes upon an ass [i.e. Christ's humble coming to Jerusalem] proclaiming the descent of God the Word to the womb of Mariam. Michael, the supreme servant of the Old Testament; Gabriel, the chosen servant of the new grace of the Gospel.
Michael had as a purpose the entrance of praxis, for he served the Law, as Paul said that we were under a custodian until Christ, while Gabriel has as a purpose the perfection of theoria, for he served the mystery of Christ, as he was the completion of the Law and the surpassing. Michael was the beginning and Gabriel the end. Michael was the fore-chastening, Gabriel the perfecting. Michael the Alpha and Gabriel the Omega. But they were not against each other or spoke against each other, of course not. But just as there is no praxis without theoria, neither is their theoria without praxis, according to the Fathers, in the same way, there is neither Michael without Gabriel, nor Gabriel without Michael. For as the Law springs the Gospels and the Gospel from the Law, in the same way, in Michael is found Gabriel and in Gabriel is found Michael, and the one and the other are united more than is the soul and the body. Because of this, wherever is Michael there is Gabriel, and wherever is Gabriel there is Michael. The two are always and everywhere inseparable. They are inseparable in Heaven, inseparable in the Old Testament, inseparable in the New. And in working wonders they are inseparable. And if Michael chastens the evil, he chastens towards continence, that they might fear the power and greatness of God and not neglect them due to His great goodness. And if Gabriel again shows them mercy, he does this that they might have hope and not come to despair from their great fear. And the two therefore have the same goal: the salvation of men and the fulfilling of the all-good will of God, as His good Gracious Angels...
But O most-glorious Michael and Gabriel, the sweetest among all the angels and men in reality and names, the Angels of the righteousness and goodness of God, the special servants of the special works of God, the two silver and golden-winged eagles, the two great Arch-soldiers of the life-creating Trinity, who with unflinching eyes behold the uncreated light of the three-sunned Godhead, the two arch-satraps and of the King of kings and Lord of lords, and first consultans and bodily protectors of the God-man Jesus Christ, the archangelic pair and beloved dyad desired-of to the world and by all, the adornment of all the Angels, the boasts of Christians, the excellent and special guides and protectors of the Monastic rank, who imitate your angelic way of life as much as possible: receive this offering which we all who have gathered today offer to doxology of the All-governing God Who loves man in honor of your holy gathering. Accept this as a gift and a smallest sign of thanksgiving for all that you continuously work for each of us, for you care for us, and in many ways save us from every evil. And we entreat you humbly to not abandon us of your fatherly providence, but, O most-sympathetic and most-compassionate, you approach us always and surround us, in order to fill us with holy theoria and spiritual minds, and to deliver us, by virtue of your approach, from all evil and obscene thoughts, and simply, all invisible and visible enemies which tempt us, because with grace like this, they are estranged if and when they approach. For St. Mark the Ascetic says: “When the holy Angels approach us, they fill us with spiritual theoria.” Similarly, Abba Issac says: “When the holy Angels approach you to surround you, all temptations hold back.” And because those who theologize say that to each man is granted one of the Angels in this preset life, you do not neglect, O divine Archangels, to grant to us this from you: first, to drive from our bodies and souls all those dangers which could accompany us externally or internally; and second, in order to compel us always towards the good, enlightening our nous with divine illumination, sweetening our desire and our heats with divine grace; third, to hinder from us the wiles and schemes of the demons; fourth, in order to offer our prayers to God, as the Angel Raphael offered the prayer of Tobit, and as the Angels in the Apocalypse offered the prayers of the Saints; fifth, to ever intercede to God on behalf of us; and sixth, to chasten us in a fatherly manner sometimes, when we stumble, not through vengeance, like the evil demons chasten us, but through correction and chastity, for this gift is granted to us.
And straightaway we entreat you: hearken unto our entreaties, O most-philanthropic Arch-soldiers of God, do not cease with your ineffable intercessions for us to to calm God's indignation, and to overlook, as the All-Compassionate One, all of our sins, whether committed in deed or in word or in thought, with which we embitter Him each day. Yea, we are sinners—we confess this—and have transgressed His holy commandments, but we know no other God but Him. Make us worthy, O Virgins and guardians of virgins, O Archangels, to pass through this life of ours in chastity and virginity, as we have planned, when we wear this Angelic Schema. Be for us protectors and sleepless guardians, for all of us who celebrate your all-holy Synaxis. And throughout this passing life, drive away from us the scandals, and machinations of all visible and invisible enemies, and at the hour of death, stand by us sinners as helpers, from the right and the other from the left, covering us with your golden wings, that our soul not behold the terrible sight of the evil demons. And taking us up, lead us unto the eternal and bright dwelling-place of the heavenly Kingdom, that we might ever glorify with you one Godhead in Trinity, to Whom belong all glory, honor and worship unto the ages of ages. Amen.
Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen!
source : http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2012/11/excerpt-from-homily-on-archangels.html

Τότε, εν έτει 1951, η Συνοδεία του Οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή αποφάσισε να μεταφερθεί στα ησυχαστικά κελιά της Νέας Σκήτης, κοντά στον Πύργο, όπου το κλίμα ήταν ηπιότερο και οι αχθοφορίες μικρότερης κλίμακας και έντασης.
Ο μοναχός Ιωσήφ έμεινε 12 χρόνια κοντά στο μακάριο Γέροντα Ιωσήφ τον Ησυχαστή μέχρι την οσιακή κοίμηση του δεύτερου ανήμερα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου το 1959. Στο διάστημα αυτό ήρθαν ακόμη και συγκαταριθμήθηκαν στη συνοδεία τους ο γέροντας Χαράλαμπος, μετέπειτα Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Διονυσίου, ο γέροντας Εφραίμ, μετέπειτα Ηγούμενος της Μονής Φιλόθεου, ο οποίος επάνδρωσε τις Μονές Καρακάλου, Κωσταμονίτου, Ξηροποτάμου με Ηγουμένους, δικά του πνευματικά παιδιά και ο οποίος σήμερα είναι πνευματικός πατέρας των Ηγουμένων των προαναφερόμενων Μονών και έχει ιδρύσει 20 περίπου Μονές στην Αμερική. Ο μοναχός Ιωσήφ ξανασυναντήθηκε με τους προστάτες του Αγίους Αναργύρους στο ομώνυμο κελί της Νέας Σκήτης, συνασκούμενος με τον π. Θεοφύλακτο από το 1951 έως το 1959.
Εκείνη την περίοδο, λόγω της επιδείνωσης της υγείας του και των συνεχών αιμοπτύσεων πήγε στη Θεσσαλονίκη ώστε να υποβληθεί σε σχετικές με το πρόβλημα του, ιατρικές εξετάσεις. Παρενθετικά και προκειμένου να επιχειρηθεί μία αντικειμενικότερη προσέγγιση της σκληρής δοκιμασίας υγειάς με την οποία αναμετριόταν καθημερινά ο μοναχός Ιωσήφ, θα αντλήσουμε γνώση απευθυνόμενοι στην ιατρική επιστήμη η οποία αποσαφηνίζει ότι, η γαστρορραγία είναι παθολογική κατάσταση, που χαρακτηρίζεται από αιμορραγία στομάχου και στις περισσότερες περιπτώσεις απαιτεί επιθετική ενδονοσοκομειακή αγωγή.
Η παθολογική αυτή κατάσταση είναι συχνά σιωπηλή, αλλά άμεσα απειλητική για την ζωή του ασθενούς, λόγω της ραγδαίας πτώσης του αιματοκρίτη, της πίεσης του αίματος, της αιμάτωσης ζωτικών οργάνων. Πόνος στην κοιλιά, καφέ, καφεοειδής ή κόκκινος έμετος, μαύρα κόπρανα είναι συμπτώματα της γαστρορραγίας ενώ δεν είναι σπάνιο το φαινόμενο, η γαστρορραγία να έχει ως μόνο σύμπτωμα τα μαύρα κόπρανα (μέλαινες κενώσεις)
Η επιστροφή του, λοιπόν, συνοδευόταν και από την κατηγορηματική γνωμάτευση των γιατρών ότι, το πρόβλημα της υγείας του έχρηζε χειρουργικής επέμβασης. Παρόλα αυτά, όπου ο Θεός βούλεται νικάτε φύσεως τάξις και η εξέλιξη της δοκιμασίας αυτής έλαβε ξεχωριστή και θαυμαστή τροπή: «Για μένα, ο Γέρων Θεοφύλακτος, όταν έπασχε το στομάχι μου, παρεκάλεσε πολύ τον άγιο Παντελεήμονα και τον είδε στο ναό του, και του είπε ότι θα γίνω καλά και να μη κάμω εγχείρηση την οποίαν είχαν αποφασίσει οι θεράποντες ιατροί μου. Είχα έλκος προχωρημένης μορφής και καμία δίαιτα ούτε φάρμακο μου πρόσφερε τίποτε. Μετά από την αποχή από όλα όσα με έβλαπταν περισσότερο από δυο χρόνια δεν υπήρχε άλλη λύση από την εκτομή. Τότε επενέβη ο ένδοξος μεγαλομάρτυρας του Χριστού, ο συμπαθέστατος Παντελεήμων, και παράγγειλε στον γέροντα Θεοφύλακτο να μου πει επιτακτικά να μη κάμω εγχείρηση, άλλα να το αφήσω στην πρόνοια της Παναγίας μας. Αμέσως θεραπεύθηκα τελείως, για να το διαπιστώσω δε και πρακτικά επισκέφθηκα τους θεράποντες ιατρούς μου, οι οποίοι γνώριζαν την ασθένειά μου σε όλη της την έκταση για να μου πουν τώρα σε ποιά κατάσταση βρίσκομαι. Μου έκαμανακτινοσκόπηση και δεν βρήκαν απολύτως τίποτε, παρά μόνο μικρή ουλή παλιάς επουλωμένης πληγής». Ο Γέροντας έτρεφε ιδιαίτερη αγάπη και ευλάβεια στον Άγιο και Ιαματικό Παντελεήμονα, του οποίου είχε φιλοτεχνήσει και εικόνα, δηλώνοντας μάλιστα ότι ο Άγιος ήταν προστάτης και της οικογένειάς του. Κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στο παρελθόν, θα αναφέρουμε ένα γεγονός που αποδεικνύει με εναργέστατο τρόπο ότι, η Θεία παρουσία και τα θαυμαστά γεγονότα δεν έλειψαν ποτέ από τη ζωή τόσο του γέροντα όσο και της οικογένειάς του.
ΠΗΓΗ.Γ.Τασούδη.Μακαριστός Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός.
Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» τα λέει όλα.
Τον παρακάλεσα μία ημέρα να μου υποδείξει ένα τρόπο προσευχής και, εάν ήταν δυνατόν, να μου εμπιστευθεί το δικό του τρόπο προσευχής. Και η απάντηση ήταν άμεση και πληρωμένη…
- Και τι την πέρασες την προσευχή, για φαγητό που προσφέρεται κατά παραγγελιών ή φάρμακο που χορηγείται με συνταγή; Εγώ σου έχω πει να ζητάς μόνο τη σωτηρία της ψυχής. Να ζητάς δηλαδή να καταστείς κληρονόμος της αιωνίου Βασιλείας των Ουρανών. Και όλα τ’ άλλα να τ’ αφήνεις στην κρίση του Θεού. Σου υπενθυμίζω, για μία ακόμη φορά, το«Ζητείτε πρώτον την Βασιλείαν των Ουρανών». Αυτό δεν σου αρκεί; Εάν δε σου αρκεί; Εάν δεν σου αρκεί αυτό ή δε σε ικανοποιεί απόλυτα περιορίσου στη νοερά προσευχή. Για μένα το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» τα λέει όλα. Και οπωσδήποτε περισσότερα από αυτά που λες εσύ. Αρκεί να το λες με πίστη και αφοσίωση. Και μάλιστα την ώρα εκείνη να φαντάζεσαι ότι έχεις μπροστά σου τον εσταυρωμένο Ιησού. Και άκου. Την ώρα που θα το λες, θα στρέψεις το νου σου εδώ, προς εμένα. Και εγώ θα συλλαμβάνω τη σκέψη σου και θα προσεύχομαι μαζί σου για σένα. Αυτό είναι το καλύτερο. Και αυτό σου συνιστώ να κάνεις.
- Ναι, παππούλη μου, αλλά δεν το λέτε σωστά.
- Εγώ σωστά το λέω. Εσύ το εννοείς λανθασμένα. Και ξέρεις γιατί; Γιατί ξεχωρίζεις τον εαυτό σου από τον υπόλοιπο κόσμο. Και αυτό δεν είναι καθόλου σωστό. Όπως αγαπάμε τον εαυτό μας, έτσι πρέπει να αγαπάμε και τον πλησίον μας. Εγώ αγαπώ όλον τον κόσμο σαν τον εαυτό μου. Γι’ αυτό δε βλέπω τον λόγο γιατί να λέω: Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, ελέησόν μας και όχι ελέησόν με. Αφού εγώ και ο κόσμος είμαστε ένα και το αυτό! Έτσι θα το λες και εσύ: Ελέησόν με.
http://agiameteora.net/index.php/paterika/6923-geron-porfyrios-etsi-tha-to-les-kai-esy-kyrie-iisoy-xriste-eleison-me.html

Νά προσέξουμε πολύ τά έκ προθέσεως σφάλματα, γιατί αυτό πού θά εξετάση ό Θεός είναι ή πρόθεση μας. Τά σφάλματα πού κάνουμε από απροσεξία είναι ελαφρότερα. Μερικές αμαρτίες είναι αμαρτίες, αλλά έχουν καί ελαφρυντικά.
Ύστερα, όταν σφάλουμε χωρίς νά τό θέλουμε, ό Θεός οικονομάει έτσι τά πράγματα, ώστε νά χρησιμοποιηθή τό σφάλμα μας γιά καλό. Δηλαδή, όχι ότι έπρεπε νά σφάλουμε, γιά νά γίνη αυτό τό καλό, άλλα αφού σφάλαμε χωρίς νά τό Θέλουμε, ό Θεός αξιοποιεί τό σφάλμα μας και βγαίνει καλό. Όταν όμως κάνουμε ένα σφάλμα εν γνώσει μας και έπειτα μετανοιώσουμε, νά ευχηθούμε νά μη γίνη κακό άπό τις συνέπειες του σφάλματος μας.
- Γέροντα, εκείνος ό μοναχός πού αναφέρει ό Ευεργετινός ότι δέκα χρόνια έπεφτε σε κάποια αμαρτία κάθε μέρα, άλλα και κάθε μέρα μετανοούσε, πώς σώθηκε;
- Εκείνος ήταν κατά κάποιον τρόπο κυριευμένος, αιχμαλωτισμένος από την αμαρτία. Δεν είχε κακή διάθεση, άλλα δέν είχε βοηθηθή, σπρώχτηκε στό κακό, γι' αυτό δικαιούτο τήν θεία βοήθεια. Πάλευε, πονούσε, είχε μετάνοια ειλικρινή, και ό Θεός τελικά τόν έσωσε. Βλέπεις, ένας μπορεί νά έχη καλή διάθεση‡ αν όμως δέν βοηθηθή από μικρός και παρασυρθή στό κακό, είναι δύσκολο μετά νά σηκωθή.
Κάνει μιά προσπάθεια, πάλι πέφτει, πάλι σηκώνεται‡ παλεύει δηλαδή. Ό Θεός αυτόν τόν άνθρωπο δέν θά τόν αφήση, γιατί ό καημένος κάνει τήν μικρή του προσπάθεια, ζητάει καί τήν θεία βοήθεια και δέν αμαρτάνει έν ψυχρώ.
Κάποιος λ.χ. ξεκινάει νά πάη κάπου, χωρίς νά έχη σκοπό νά αμαρτήση, άλλα πηγαίνοντας του συμβαίνει ένας πειρασμός καί πέφτει σέ κάποια αμαρτία. Μετανοεί, κάνει μιά προσπάθεια, του στήνουν πάλι μιά παγίδα καί, ενώ δέν έχει διάθεση νά κάνη κάτι κακό, ό καημένος ξαναπέφτει καί πάλι μετανοεί. Αυτός έχει ελαφρυντικά, γιατί δέν θέλει νά κάνη τό κακό, άλλα παρασύρεται στό κακό καί ύστερα μετανοεί.
Όποιος όμως λέει: «γιά νά πετύχω εκείνο, πρέπει νά κάνω αυτήν τήν αδικία‡ γιά νά πετύχω τό άλλο, πρέπει νά κάνω εκείνη τήν πονηριά» κ.λπ., αυτός αμαρτάνει εσκεμμένως καί έν γνώσει του. Καταστρώνει δηλαδή τό αμαρτωλό του σχέδιο και βάζει πρόγραμμα μέ τον διάβολο τί αμαρτία θά κάνη. Αυτό είναι πολύ κακό, επειδή είναι προμελετημένο.
Δέν είναι ότι πέφτει σέ πειρασμό, άλλα ξεκινάει να κάνη κάτι μαζί μέ τον πειρασμό. Ένας τέτοιος άνθρωπος δέν πρόκειται ποτέ νά βοηθηθή, γιατί δέν δικαιούται την θεία βοήθεια, και τελικά πεθαίνει αμετανόητος. Άλλα και όσοι λένε ότι θά μετανοιώσουν, όταν γεράσουν, πώς είναι σίγουροι ότι θά προλάβουν νά μετανοιώσουν και δέν θά πάνε από αιφνίδιο θάνατο;
Έλεγε κάποιος εργολάβος: «όταν γεράσω, θά πάω στά Ιεροσόλυμα, θά βαπτισθώ στον Ιορδάνη ποταμό, οπότε θά εξαλειφθούν όλες οι αμαρτίες μου», και συνέχιζε νά ζή αμαρτωλά.
Τελικά, όταν πλέον δέν είχε άλλο κουράγιο, ίσα-ίσα πού μόλις περπατούσε, αποφάσισε νά πάη. Λέει σέ έναν μάστορα του: «Μάστορα, αποφάσισα νά πάω στά Ιεροσόλυμα, γιά νά βαπτισθώ στον Ιορδάνη ποταμό». «Ά, αφεντικό, τού λέει εκείνος, άν είσαι καθαρός, θά πάς‡ αν δέν είσαι καθαρός, στον δρόμο θά μείνης!».
Λές και προφήτευσε! Μόλις πήγε στην Αθήνα νά βγάλη τά χαρτιά του, πέθανε! Τού πήραν όλα τά χρήματα οί άλλοι, τον πήγαν σέ ένα γραφείο κηδειών και από εκεί τον έστειλαν μέ το φέρετρο πίσω στον τόπο του.
Αγιος Παισιος
" All these evil things come from within and defile a man." Jesus Christ (Mark 7:23)
Maintaing attention is a central part of prayer. Watchfulness is essential. We find our mind is continually influenced by thoughts which pollute our heart. These are not necessarily temptations that come from our external environment but are our reactions to external factors. The thing that we need to gain control over is our inward reactions that generate thoughts and bound up our heart
Saint Theophan says,
"The mind's thoughts are all directed toward this earth, and there is no way to raise them to heaven. Their object is vain, sensual, sinful. You have seen how fog drifts along the valley. This is a precise picture of our thoughts. They all crawl and drift along the earth. In addition to this downward drifting, they constantly seethe, not standing still in a single place; they jostle each other, like a swarm of mosquitoes in the summer. In addition, they are always in motion.
Beneath these there lies the heart. It is from the thoughts that blows are continually struck in the heart and corresponding actions of the heart. from this is joy, anger, envy, fear, hope, pride, despair––they arise in the heart one after the other. There is no stopping them; just as with the thoughts, there is no order whatsoever. The heart continually trembles from the emotions like an aspen leaf."
Our challenge in prayer is to cut off these thoughts.
Elder Nikodim says,
"When the mind is pure, then the heart will be pure. And when the heart is pure, then the mind will also be pure."
When we have mastered this we will find the mind becomes a true partner in our prayer.
Fr. Sophrony says
"The mind becomes all ears and eyes, and sees and hears every extrinsic thought approaching from without, before it can invade the heart. Praying the while, the mind not only refuses to admit extraneious thoughts into the heart but positively throusts them aside and preserves itself from association with them."
Knowing the interaction between the mind and the heart is an important discovery to make about our inner life.
See Christ the Eternal Tao pp 363-365.
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/03/interaction-of-heart-and-mind-in-prayer.html

Το κέντρο της ζωής μας είναι η απασχόλησί μας με τον πνευματικό νόμο. Αυτός είναι και ο λόγος πού αρνηθήκαμε τον κόσμο και εγκαταλείψαμε τον οικογενειακό βίο, ο οποίος δεν είναι αμαρτωλός. Τον εγκαταλείψαμε, επειδή θελήσαμε να εκφράσωμε με ένα ιδιαίτερο τρόπο την αγάπη μας προς τον Θεό, τηρούντες έτσι με ακρίβεια την πρώτη εντολή.
Κληθέντες από τον Θεό, ακολουθήσαμε την φωνή Του για να εφαρμόσωμε αυτή την εντολή. Και για να εύρωμε τον κατάλληλο χρόνο, τον απερίσπαστο μάλλον, εβγήκαμε έξω από την κοινωνία και αρνηθήκαμε τους οικογενείς μας, ασχολούμενοι λεπτομερώς με την εσωστρέφεια, ελέγχοντες τα νοήματα των πραγμάτων. Και αυτό τον τρόπο, να ημπορέσωμε να νικήσωμε όχι μόνο την πρακτική μορφή της αμαρτίας, αλλά να την αφανίσωμε από την γέννησί της. Όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε πρακτικά, αλλά ούτε κατά διάνοια να έχωμε συνεργασία με το κακό. Και με αυτό τον τρόπο φθάναμε στον μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Ο Ιησούς μας ανέφερε ότι: «Τα έξωθεν εισερχόμενα ου κοινούσι τον άνθρωπο», δηλαδή δεν τον μολύνουν.
Εκείνα πού εξέρχονται από μέσα τον κάνουν ακάθαρτο. «Εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι». (Ματθ. 15,18). Αυτά είναι τα περισσεύματα της ακαθάρτου καρδίας τα όποια κινούμενα από μέσα προς το έξω, δημιουργούν το σώμα της περιεκτικής κακοηθείας.
Και τότε καταρακώνεται η ελευθερία της προσωπικότητας του ανθρώπου, και από ευγενής και «κατ' εικόνα και ομοίωσιν» πλασμένος πού είναι, γίνεται πονηρός και διεφθαρμένος. Επειδή μετέχομε και εμείς αυτής της αρρωστημένης καταστάσεως, εξήλθαμε από τον κόσμο ακριβώς γι' αυτό τον λόγο. Κόσμο όταν λέμε δεν εννοούμε τους ανθρώπους. Κόσμος είναι το σύστημα του παλαιού ανθρώπου, πού κατά τον Παύλο είναι τα πάθη και οι επιθυμίες. Και κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η «επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου», η αφροσύνη και γενικά η ματαιοφροσύνη.
Ευρισκόμενοι τώρα εδώ, προσέχαμε ακριβώς στο να γίνωμε «καθαροί τη καρδία», γιατί μονό έτσι θα ίδωμε τον Θεό, όσο επιτρέπεται βέβαια στην ανθρώπινη φύσι να έχη εμπειρία της οράσεως του Θεού. Το θέμα της παλιγγενεσίας δεν είναι η μεταφορά των ανθρώπων εις ένα ευδαιμονισμό. Αυτά τα παραδέχονται οι ξένες ομολογίες: Ο άνθρωπος μετά την παρουσία του Θεού Λόγου, δεν μεταφέρεται εις ένα ευδαιμονισμό, ούτε επανέρχεται από μία εξορία σε μια καλύτερη ζωή. Αυτά δεν είναι της Εκκλησίας μας γεννήματα, αλλά πεπλανημένες ιδέες.
Η κένωσι του Θεού Λόγου, μετέφερε στην ανθρώπινη φύσι την θέωσι. Έτσι ο άνθρωπος μεταφέρεται δια της Χάριτος - εάν αρχίσει από εδώ να πειθαρχή στο Θείο θέλημα- υποστατικά στην ένωσί του με τον Θεό. Όπως μετέχει το θετό παιδί στην περιουσία, στο όνομα και στην προσωπικότητα του πατέρα του, ενώ δεν είναι φυσικό παιδί, έτσι και εμείς.
Αν και δεν γεννηθήκαμε τρόπον τινά, από τον Θεό, με την υιοθεσία όμως απεκτήσαμε την ίδια θέσι, πού έχει ένα φυσικό παιδί. Αυτό για μας λέγεται θεανθρωπισμός.
Αυτό μας έφερε στη γη ο Θεός Λόγος. Όπως είπε ο ίδιος: «Εγώ πάτερ, εν αυτοίς και συ εν εμοί» και «την δόξαν ην δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς», και άλλου «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ' εμού,ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν», και πάλι «υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν ουκέτι υμάς λέγω δούλους». Και όταν του εζήτησαν να τους μάθη να προσεύχονται, κατ' ευθείαν τους είπε: «Πάτερ, ημών ο εν τοις ουρανοίς».
Για να επιτευχθή όμως αυτό και να εισέλθωμε στους κόλπους της υιοθεσίας, πρέπει να προσέξωμε, όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε, αλλά να κτυπήσωμε την ρίζα της αμαρτωλότητος, ώστε και μέσα στην διάνοια μας να μην έχη θέσι. Όταν καθαρίση η καρδιά από τις ενέργειες των παθών, πού είναι ο παλαιός άνθρωπος, έρχεται τότε το Άγιο Πνεύμα και κατοικεί. Προσέξετε πώς ο Ιησούς μας το αναφέρει. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ' Αυτώ ποιήσομεν».
Κοιτάξετε τι λέει, «μονήν»· δεν λέει ότι θα έλθωμε να σας επισκεφθούμε, όπως κάνομε εμείς μια επίσκεψι, αλλά λέει ότι θά κάνωμε διαμονή. Αυτός είναι ο Θεανθρωπισμός.
Η απαλλαγή μας όμως από την αμαρτία δεν γίνεται αυτομάτως αλλά σταδιακά, όπως γίνεται η σωματική αύξησι. Με την εμμονή μας, σιγά-σιγά επιτελείται δια της Χάριτος μυστηριωδώς η κάθαρσι της καρδιάς. Καθαρίζη πρώτα ο νους και φωτίζεται, και έτσι συλλαμβάνει καλά τα νοήματα και δεν πλανάται. Μετά την σωστή χρήσι των νοημάτων και την τήρησι της ακριβείας των εντολών, καθαρίζεται και η καρδιά. Τότε εισέρχεται η Θεία Χάρις μόνιμα και κάνει τον άνθρωπο αληθινά θεοφόρο. Και ο άνθρωπος αυτός ενώ είναι ζωντανός, μεταφέρθη «εκ του θανάτου εις την ζωή». Αυτό είναι ο αγιασμός . Τότε εις αυτόν δεν λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι. Κοινωνεί μόνιμα με την θεία Χάρι και εισέρχεται στο υπέρ φύσι, ούτως ώστε να έχη το διορατικό ή το προφητικό χάρισμα. Δεν φοβάται τις ασθένειες, τους κινδύνους, διότι μεταφερόμενος στη θέσι της υιοθεσίας τον σκεπάζει η θεία Χάρις· και όταν κάποτε θα φύγη από τον κόσμο αυτό, θα κερδίση τις άξιες των επαγγελιών, πού μας υπεσχέθη ο Χριστός μας.
Και αυτές τις ήμερες, αν είστε λίγο προσεκτικοί, θα αισθανθήτε περισσότερο την επίδρασι της Χάριτος, διότι όπως έλεγε ο αείμνηστος Γέροντας μας, ο Χριστός χαρίζει πλουσιότερα τα δώρα Του στις μεγάλες εορτές, σαν μια ιδιαίτερη ευλογία. Αλλά υπάρχει λόγος στο να μην είμεθα και να μην γίνωμε προσεκτικοί; Αφού αυτό είναι το κέντρο του στόχου μας! Πώς να μην γίνωμε ευλαβείς, ζηλωταί, προσεκτικοί, πραγματικοί λάτρεις του Χριστού μας, ο οποίος πιστεύομε ότι μας εκάλεσε αφού μας προώρισε και μας εδικαίωσε και απομένει μόνο η ελεημοσύνη Του να μας δοξάση στην εσχάτη εκείνη ώρα, όταν θα φύγωμε από τον κόσμο αυτό;
Και να τώρα θα εισέλθωμε στα «ταμεία» μας, και αποκλείομε την θύρα μας και προσευχόμεθα και εξομολογούμεθα και προσπίπτομε στον Χριστό μας και με όλη την ψυχή και την καρδία και διάνοια και θέλησι και πρόθεσι και δράσι αποδίδαμε τάς ευχάς μας ενώπιόν Του, πού έχει υποσχεθεί στους αμαρτωλούς. Με πραότητα, με ταπείνωσι και καλοσύνη να προσπίπτετε με τον τρόπο αυτό. Είναι ο μυστικότερος τρόπος της μεταβολής του χαρακτήρας, πού προκαλεί τις πνευματικές εξάρσεις και αλλοιώσεις: «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Αλλοίωσι πού μεταβάλλει τον πήλινο άνθρωπο, τον αμαρτωλό, τον περικείμενο τους δερμάτινους χιτώνας. Τον μεταβάλλει σε πνευματικό όν, πού το περιτριγυρίζουν και επιθυμούν οι Άγγελοι να παρακύψουν. Βλέπουν τις καλές αυτές διάνοιες, πού προσπαθούν να ξεπεράσουν τον νόμο της βαρύτητας και να μεταφερθούν στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, εκεί όπου «πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Χριστός, εις τα Αγια αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Έβρ. 9,12).
Όσα δεν αφορούν τον ουρανό, ξεχάστε τα. Εκεί είναι το πολίτευμα μας. Εκεί μας αναμένει ο Ιησούς μας. «Εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν,ίνα οπού ειμί εγώ και υμείς ήτε». Ποιά καρδιά, αισθανόμενη αυτά τα ρήματα, δεν θά ραγίση, ακόμη και αν είναι από γρανίτη κατασκευασμένη; Η ανερμήνευτος παναγάπη Του δεν ετελείωσε με την θεία Του κένωσι και την παραμονή Του μαζί μας στην γη αυτή, όπου ενεδύθη την ιδική μας ταπείνωσι και πτώχεια. Αλλά και στους πατρώους κόλπους αναπαυόμενος «εν πάση τη δόξη Αυτού», πάλι μας ενθυμείται και «ουκ εάσει ημάς ορφανούς πώποτε, αλλά, μεθ' ημών εστί πάσας τάς ημέρας».
Όλοι πρόθυμοι τώρα ξεκινείστε με άμιλλα πνευματική, να φιλοδοξήτε να πέραση ο ένας τον άλλο. Και αυτό ακριβώς είναι το αξιέπαινο. «Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον».
ΕΡΩΤΗΣΗ - ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ερ.: Γέροντα, πρέπει να προσευχώμαστε για όποιον μας ζήτα ή για τους αδελφούς της συνοδείας μας, πού λείπουν έξω στον κόσμο;
Απ.: Για τα μέλη της συνοδείας μας έχομε χρέος να προσευχόμαστε, διότι ανήκομε όλοι στο ίδιο σώμα. Όταν δε ευρίσκεται κανείς έξω από το περιβάλλο του, δεν ημπορεί να έχη την ίδια προσοχή και αίσθησι Χάριτος και κατάστασι πού έχει όταν είναι στην φωλιά του. Εις αυτές τις περιστάσεις, πού ευρίσκεται κάποιος έξω από την μάνδρα, δεν ξέρομε τι ημπορεί ο διάβολος να επινόηση εις βάρος του, διότι είμεθα άνθρωποι και ποιος έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του; Με μια στροφή του νου προς τον Χριστό μας, να επικαλήσθε την θεία βοήθεια, την θεία Χάρι για την επιτυχία του σκοπού για τον οποίο εξήλθε ο αδελφός· και με μια μικρή προσευχή, να γίνεται αφορμή να σκεπάζεται οποιοσδήποτε απουσιάζη από τη συνοδεία, διότι ευρίσκεται σε ανοικτό μέτωπο και δεν γνωρίζομε από πού θα δεχθή την κρούσι.
Για τους άλλους τώρα σύμφωνα με την Πατερική παράδοσι, οι νέοι, οι αρχάριοι, δεν ωφελούνται όταν εύχονται για άλλα πρόσωπα, διότι είναι και αυτή μια πρόφασι από τα δεξιά για να δημιουργή σκορπισμό.
Φυσικά όπως και άλλοτε σας ερμήνευσα, δεν φιλοδοξούμε να ευχόμεθα για τον καθένα, όχι διότι μισούμε τον πλησίο μας, μη γένοιτο, αλλά γνωρίζοντες ότι είμεθα αδύνατοι και δεν έχομε παρρησία είμεθα λίγο συνεσταλμένοι και ο Θεός βλέποντας το ταπεινό φρόνημα, ότι δηλαδή απέχομε γι' αυτό τον σκοπό, συμπληρώνει η αγαθότης Του την πρόθεσι της καρδίας και την πρόθεσι της αγάπης πού αισθανόμεθα απέναντι του καθενός.
http://agapienxristou.blogspot.ca/2012/12/blog-post_3249.html

Do you know the Devil's tactics? You really need to know it. When the Devil knows that some man has a sin more or less serious, he tries to prevent him from repentance. To this end, he belittles the severity of the sin in any way, suggesting the following thoughts: "It does not matter, God will forgive this to you" - and so on.
And the demon even tries to make a man forget about this sin. But when this man manages to confess the sin to his spiritual father in the confession, the Devil in every way increases the severity of sin, suggesting that this sin is so great that God will never forgive it. And he tries to bring a person into depression and despair. You see how cunning the enemy is.
He knows that the sins are washed away in the confession, and therefore he does not admit people to confession, and if a man confesses, the enemy embarrasses him in every way.
Saint Barsanuphius of Optina