Translate

Thursday, April 9, 2015

Μεγάλη Παρασκευή Βράδυ: «Ώσπερ Πελεκάν» ( ἐπίσκοπος Αυγουστίνου Καντιώτη )



«Ὥσπερ πελεκὰν τετρωμένος τὴν πλευράν σου, Λόγε, σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς» (Ἐγκώμ. β΄ στάσις)
Στὴν ὑπέροχη ἀκολουθία τοῦ Ἐπιταφίου θρήνου, ἀγαπητοί μου, ποὺ ψάλλεται στὸν ὄρθρο τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἰδιαίτερη θέσι κατέχουν τὰ Ἐγκώμια. Τί εἶνε τὰ Ἐγκώμια; Εἶνε μία ὡραία συλλογὴ τροπαρίων, ποὺ ἔχει ὡς θέμα τὴν ταφὴ τοῦ Χριστοῦ.
Ὅλος ὁ Ἐπιτάφιος θρῆνος εἶνε γλυκυτάτη ἀκολουθία. Ἀρχίζει μὲ τὸ ἀπολυτίκιο «Ὁ εὐσχήμων Ἰωσὴφ ἀπὸ τοῦ ξύλου καθελών…» ,προχωρεῖ μὲ τὸν ἀνεπανάληπτο κανόνα «Κύματι θαλάσσης…» , κορυφώνεται μὲ τὰ ἐγκώμια, τὰ εὐλογητάρια καὶ τοὺς αἴνους, καὶ τέλος κλείνει μὲ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίουκαὶ τὰ ἀναγνώσματα, μεταξὺ τῶν ὁποίων διακρίνεται ἡ σπουδαία προφητεία τοῦ Ἰεζεκιήλ.
Τὰ Ἐγκώμια, παρ᾽ ὅλο ὅτι ἡ Ἐκκλησία πενθεῖ, δὲν μεταδίδουν φρίκη καὶ σπαραγμό· ἀποπνέουν τὴ γαλήνη καὶ τὸ θρίαμβο τοῦ Νικητοῦ τοῦ ᾅδου. Εἶνε μᾶλλον ἕνας παιὰν δόξης, ἕνα ἐμβατήριο νίκης, μὲ τὸ ὁποῖο συνοδεύουμε στὸν τάφο τὸν μεγάλο μας Νεκρὸ μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο, τὸν Ἰωσὴφ καὶ τὶς μυροφόρες γυναῖκες. «Στῶμεν καλῶς» λοιπόν.Ὁ ἐμπνευσμένος αὐτὸς ὕμνος ἀποτελεῖται ἀπὸ διακόσα περίπου τροπάρια.
Στὶς ἐνορίες μας βέβαια δὲν ψάλλονται ὅλα· χάριν συντομίας λέγονται τὰ μισὰ περίπου. Ὅλα τὰ τροπάρια μπορεῖ νὰ τ᾽ ἀκούσῃ κανεὶς κατανυκτικὰ στὸ Ἅγιο Ὄρος ἢ σὲ ἄλλα μοναστήρια, ὅπου οἱ μοναχοὶ ὑμνοῦν καὶ δοξάζουν τὸν ἐσταυρωμένο Λυτρωτὴ μέχρι τὶς πρωινὲς ὧρες χωρὶς περικοπὲς καὶ παραλείψεις. Ἐμεῖς οἱ κοσμικοὶ εἴμαστε βιαστικοί· θέλουμε νὰ τελειώσουμε τὸ συντομώτερο. Ἔτσι γίνονται δυστυχῶς ὑποχωρήσεις καὶ συμβιβασμοί.Τὰ Ἐγκώμια διαιροῦνται σὲ τρεῖς στάσεις ἢ ὁμάδες· ἡ πρώτη ἀρχίζει μὲ τὸ τροπάριο «Ἡ ζωὴ ἐν τάφῳ…» , ἡ δευτέρα μὲ τὸ «Ἄξιόν ἐστι…» ,καὶ ἡ τρίτη μὲ τὸ «Αἱ γενεαὶ πᾶσαι…» .Ποιός νά ᾽νε ἆραγε ὁ ποιητὴς τῶν Ἐγκωμίων; Δὲν γνωρίζουμε· εἶνε ἄγνωστος. Ἴσως καὶ νὰ εἶ νε ὄχι ἕνας μόνο ἀλλὰ περισσότεροι.Μεταξὺ αὐτῶν ἀναφέρεται καὶ τὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου. Δὲν ἔχουμε πάντως κάτι βέβαιο, ὅπως τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὸν ποιητὴ τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου.
Ὁ ποιητὴς τῶν Ἐγκωμίων καλεῖ ὅλη τὴ φύσι νὰ δοξάσῃ τὸ Χριστό· καὶ τὰ ἄνθη καὶ τὰ φυτὰ καὶ τὰ δέντρα καὶ τὰ βουνὰ καὶ οἱ πεδιάδεςκαὶ οἱ θάλασσες καὶ οἱ λίμνες καὶ τὰ ἄστρα καὶἡ σελήνη καὶ ὁ ἥλιος, ὅλα καλοῦνται νὰ τὸν ὑμνήσουν σὲ μία παναρμόνια συμφωνία.Ὅλα συγκινοῦνται σήμερα· καὶ μόνο ὁ ἄνθρωπος μένει δυστυχῶς ψυχρὸς καὶ ἀδιάφορος. Καὶ ἀπὸ μὲν τοὺς σταυρωτάς του τότε ἦταν ἀναμενόμενο νὰ μένουν ἀσυγκίνητοι ἢ νὰ στέκωνται ἐχθρικοὶ ἀπέναντί του· ἀλλὰ καὶ οἱ λεγόμενοι «χριστιανοὶ» σήμερα; Μιὰ φορὰ σταύρωσαν τὸ Χριστὸ οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ ῾Ρωμαῖοι, μὰ ἐμεῖς τὸν σταυρώνουμε συνεχῶς μὲ τὶς ἁμαρτίες μας.
Εἴμαστε ἀλήθεια χριστιανοί; Αὐτὰ τὰ πλήθη ποὺ ὀνομάζονται χριστιανοί,ποιά οὐσιαστικὴ σχέσι ἔχουν μὲ τὸ Χριστό; Ἂν γινόταν χωρισμὸς κράτους καὶ ἐκκλησίας, πόσοι ἆραγε θὰ ἔμεναν μὲ τὴν Ἐκκλησία;Λίγοι ἀσφαλῶς. Ἀλλὰ προτιμότερο λίγοι ποὺ νὰ λατρεύουν ἀληθινὰ τὸν Κύριο στὸ ναό, παρὰ ἕνα πλῆθος μέσα στὸ ὁποῖο ἄλλος νὰ μιλάῃ, ἄλλος νὰ γελάῃ, ἄλλος νὰ χαζεύῃ, ἄλλος νὰ βγαίνῃ ἔξω… Θά ᾽ρθῃ μέρα, ποὺ θὰ πέσῃ κόσκινο, θὰ κοσκινιστῇ αὐτὸς ὁ λαός, καὶ θὰ μείνουμε ἐλάχιστοι. Τί νὰ τὴν κάνῃς τὴν ποσότητα; Ἡ ἀξία ἑνὸς στρατοῦ δὲν βρίσκεται στὸπλῆθος ἀλλὰ στὴ γενναιότητα τῶν στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν· ἔτσι καὶ ἡ Ἐκκλησία μας πρέπει ν᾽ ἀποβλέπῃ στὴν ἁγιότητα τῶν μελῶν της. Σήμερα στὸν Ἐπιτάφιο ποιός προσεύχεται; ποιός δακρύζει; ποιός συγκινεῖται;
Ἀπὸ τὴ συλλογὴ τῶν Ἐγκωμίων ἂς πάρου-με ἕνα μόνο, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο λέει· «Ὥσπερ πελεκάν, τετρωμένος τὴν πλευράν σου, Λόγε,σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας, ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς» (Ἐγκωμ. στάσις β΄).
Τὸ ἐγκώμιο αὐτὸ μιλάει γιὰ τὸν πελεκᾶνο. Τί σχέσι ἔχει ὁ πελεκᾶνος μὲ τὸ γεγονὸς τῆς ἡμέρας; Εἴπαμε, ὅτι ὅλη ἡ φύσις καλεῖται νὰ τιμήσῃ τὴν ταφὴ τοῦ Χριστοῦ μας· καλεῖ λοιπὸν ὁ ποιητὴς καὶ τὸν πελεκᾶνο.
Τί εἶνε ὁ πελεκᾶνος; Εἶνε ἕνα πουλὶ ὑδρόβιο. Ζῇ συνήθως κοντὰ σὲ λίμνες καὶ ποτάμια.Οἱ πελεκᾶνοι εἶνε κυνηγοί, ψαρᾶδες καὶ ἄριστοι κολυμβηταί· κολυμποῦν θαυμάσια μέσ᾽στὶς λίμνες καὶ ψαρεύουν μὲ τόση ἐπιτυχίαμὲ ὅση κανένας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Στὴν περιφέρεια τῆς Φλωρίνης τὸ θέαμα πελεκάνων εἶνε συνηθισμένο. Ἔχουμε μάλιστα τὸπρονόμιο νὰ ζῇ στὴ λίμνη τῶν Πρεσπῶν ἕναεἶδος μικρῶν πελεκάνων.Τί λέει λοιπὸν τὸ ἐγκώμιο γιὰ τὸν πελεκᾶ-νο; Ὁ πελεκᾶνος εἶνε φιλόστοργο πουλί. Λένε ὅτι, ὅταν λείπει ἀπὸ τὴ φωλιά του, τὸ φίδι βρίσκει τὴν εὐκαιρία καὶ σέρνεται ὣς ἐκεῖ,βρίσκει τὰ μικρὰ τοῦ πελεκάνου μόνα τους,τὰ δαγκώνει, καὶ τὰ πουλάκια δηλητηριασμένα ἀπὸ τὸ φαρμάκι ναρκώνονται κ᾽ εἶνε ἕτοιμα νὰ πεθάνουν . Ὅταν ὁ πελεκᾶνος ἐπιστρέφει στὴ φωλιά, τὸ φίδι ἔχει φύγει, καὶ βρίσκει τὰ παιδιά του ἑτοιμοθάνατα. Τότε μὲ μία πρᾶξι συγκινητική, μία ἐνέργεια θεοκίνητη μποροῦμε νὰ ποῦμε, κάνει τὰ παιδιά του νὰ ζωογονηθοῦν.
Πῶς ζωογονοῦνται; Ὅπως γιὰ ἄλλα φαρμάκια ὑπάρχει ἀντίδοτο, ἔτσι καὶ γιὰ τὴ δηλητηρίασι τῶν πουλιῶν τοῦ πελεκάνου ἀπὸ φίδι ὑπάρχει ἀντίδοτο. Πῶς σῴζονται τὰ πουλιά; Λέει ἡ παράδοσις, ὅτι ὁ πελεκᾶνος σχίζει μὲ τὸ ῥάμφος τὸ στῆθος του, παίρνει ἀπὸ τὸ αἷμα του ποὺ τρέχει, ποτίζει μ᾽ αὐτὸτὰ παιδιά του, καὶ τότε αὐτὰ ζωντανεύουν!Αὐτὸ τὸ γεγονὸς παίρνει τώρα ὁ ποιητὴς καὶ τὸ ἀναφέρει στὸ Χριστό. Πελεκᾶνος, Πελεκᾶνος ὄχι μὲ πῖ μικρὸ ἀλλὰ μὲ Πῖ κεφαλαῖο,εἶνε ὁ Χριστός. (Γιατὶ ὅλα τὰ πράγματα εἶνε σκιὰ τοῦ Θεοῦ· ἥλιος μὲ ἦτα μικρὸ εἶνε ὁ φυσικὸς ἥλιος,
Ἥλιος μὲ ἦτα κεφαλαῖο εἶνε ὁ Χριστός· δέντρο μὲ δέλτα μικρὸ εἶνε τὸ φυσικό, Δέντρο μὲ δέλτα κεφαλαῖο εἶνε ὁ Χριστός· πηγὴ μὲ πῖ μικρὸ εἶνε αὐτὴ ποὺ μᾶς δίνει τὸ φυσικὸ νερό, Πηγὴ μὲ πῖ κεφαλαῖο εἶνε ὁ Χρι-στός). Πελεκάνος λοιπὸν μὲ Πῖ κεφαλαῖο εἶνεὁ Χριστός· αὐτὸς εἶνε ὁ πατέρας. Κ᾽ ἐμεῖς εἴ μαστε τὰ πουλιά του. Καὶ τὸ φίδι ποιό εἶνε; εἶνε ὁ σατανᾶς, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ διεισ-δύσῃ μέσ᾽ στὸν παράδεισο καὶ νὰ δηλητηριάσῃ τὸν ἄνθρωπο. Ἀπὸ τότε τὸ δηλητήριο τὸἔχουμε ὅλοι μέσα μας· τὸ δηλητήριο ποὺ μᾶςφαρμακώνει εἶνε ἡ ἁμαρτία, αὐτὴ εἶνε τὸ φοβερὸ φαρμάκι. Καὶ πῶς σῴζεται ὁ ἄνθρωπος;πῶς τὸ φαρμάκι αὐτὸ τῆς ἁμαρτίας ἐξουδετερώνεται καὶ φεύγει; Ἕνα εἶνε τὸ μέσο, αὐτὸ ποὺ ψάλλει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας· τὸ αἷ μα τοῦ Χριστοῦ , ποὺ ἔτρεξε ἀπὸ τὴν πλευρά του ὅταν τὴ λόγχισε ὁ στρατιώτης. Ὅπως λοιπὸν μὲ τὸ αἷμα ἀπὸ τὴν πλευρά του ὁ πελεκᾶνος σῴζει τὰ παιδιά του ἀπὸ τὸ φαρμάκι τοῦφιδιοῦ, ἔτσι –λέει ὁ ὕμνος μας–ὁ Χριστός, μὲτὸ αἷμα ἀπὸ τὴν πλευρά του ὡς ἀντίδοτο, σῴζει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία.Μεγάλες οἱ ἀλήθειες αὐτές, πολὺ μεγάλες·μὰ δὲν συγκινοῦν τὴν χοιρώδη κοινωνία μας,ἡ ὁποία μὲ ἄλλα πράγματα ἀσχολεῖται τώρα.
Ἄλλοτε, ὅταν ἀκουγόταν στὶς ἐκκλησίες τὸ ἐγκώμιο «Ὥσπερ πελεκὰν τετρωμένος τὴν πλευράν σου, Λόγε, σοὺς θανόντας παῖδας ἐζώωσας ἐπιστάξας ζωτικοὺς αὐτοῖς κρουνούς» ,δὲν ἔμενε μάτι ἀδάκρυτο. Ὁ πιστὸς λέει στὸΧριστό· «Μὲ τὴν πληγὴ στὴν πλευρά σου, Λόγε τοῦ Θεοῦ, ζωογόνησες σὰν πελεκᾶνος τὰ θανατωμένα παιδιά σου στάζοντάς τους (στὸ στόμα) ζωογόνους κρουνούς». Ἀκούγοντας τὸ τροπάριο αὐτό, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, νιώθει εὐγνωμοσύνη σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ ἔδωσε τὸ αἷματου γιὰ νὰ ζήσουμε ἐμεῖς τὴν αἰώνιο ζωή.
Γι᾽ αὐτό, ἀγαπητοί μου, σᾶς παρακαλῶ νὰ παρακολουθοῦμε μὲ ἄκρα ἡσυχία τὴν ἀκολουθία καὶ τὴν περιφορὰ τοῦ ἐπιταφίου. Χωρὶς ἄσκοπες μετακινήσεις, μὲ σιωπὴ καὶ μὲ κατάνυξι, ἂς ἀκοῦμε τὰ ἑκατὸ περίπου τροπάρια τῶν ἐγκωμίων, ποὺ ὅπως εἴπαμε εἶνε ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ σύνολο.Ἀλλοῦ οἱ ἄνθρωποι δὲν βαριοῦνται καὶ δὲν φεύγουν· στὰ νυχτερινὰ κέντρα κάθονται μέχρι τὶς πρωινὲς ὧρες· στὸ ναὸ τοῦ Θεοῦ δὲν ἔμαθαν δυστυχῶς νὰ μένουν καὶ νὰ λατρεύουν.Γιά σκεφτῆτε· Μεγάλη Παρασκευὴ καὶ νά ᾽νε ἀνοιχτὰ τὰ νυχτερινὰ κέντρα! Θεέ μου Θεέ μου, ἀστροπελέκια θὰ πέσουν, σφοδροὶ ἄνεμοι καὶ τυφῶνες θὰ σαρώσουν αὐτὸ τὸ ἁμαρτωλὸ κράτος. Στοὺς ναοὺς δὲν ἔρχονται· κι ἂν ἔρθουν,δὲ βλέπουν τὴν ὥρα πότε νὰ φύγουν. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ἡ ἐκκλησία συγκαταβαίνοντας στὴν ἀδυναμία τῶν ἀνθρώπων, τὰ ψάλλει συντομώτερα, γιὰ νὰ γίνῃ ἡ ἔξοδος τοῦ ἐπιταφίου.Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ ἐπικρατῇ τάξις.
(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος-
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης τὴν 28-4-1978.


http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4947-megali-paraskevi-vrady-osper-pelekan.html

Wednesday, April 8, 2015

ΔΗΜ. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ - ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ







                                           


The Ceremony of the Washing of the Feet on the Holy Island of Patmos



Christ washing the feet of the Disciples: "I came not to be served, but to serve..."

The Ceremony of the Washing of the Feet (The Niptir) on the Holy Island of Patmos

For four hundred years now, on the pleasantly cool island of divine visions, holy little Patmos, on Great Thursday every year, there’s been a tradition of re-enacting the drama of the Last Supper, which neither time nor the years of subjugation to the Turks, Italians and Germans were able to expunge.
This re-enactment, a symbolic scene, is a celebration which involves a great deal of grandeur, religious feeling and picturesqueness. It takes place to this day in other places as well, including, in the Orthodox world, Jerusalem and Antioch.
It’s an important event in the holy days of Great Week, not only for the island of Patmos, but for the other islands in the area: Samos, Ikaria, Leros, Kalymnos, and, in former times, for the coastal towns and cities of Asia Minor on the opposite shore.
At the time of the Italian occupation, the number of pilgrims who came to the island to attend this wonderful ceremony was considerably fewer, but since the liberation, the ceremony of the Washing of the Feet has regained its former eminence so that, in the peaceful life of the island, it is, once more, a religious event of great significance.
There is evidence for this religious ceremony of the Washing of the Feet from the 4thcentury, to be precise after the synod of Elvira in about 300 A. D. It was performed in very many monasteries and bishoprics in the middle years. In particular, the Byzantine emperors in their palace, in imitation of the gentle Nazarene, washed the feet of twelve of the poor among their subjects and afterwards presented them with gifts.
The whole ceremony, or rather its symbolic re-enactment, is nothing more nor less than a recollection and replication of the practical teaching of the Lord, who wished simply, by His example of washing the feet of his disciples, to teach stark humility towards the other people who share the planet with us.
On Great Wednesday, in one of the two large squares in Hora (those of Xanthou and Patriarch Theofilos II) alternately, towards the evening, a large, wooden, squarish platform is erected by a construction team of the elders of the town. Around it, the child play wild games of hide and seek. Decorating begins in the very early hours of Great Thursday. Liturgical fans and silver crosses, at intervals, with arches of palms and myrtles and with valuable carpets on the ground make for a grand sight.
The entrance, the central arch, is made of the fragrant spring flowers of the island, dominated by the blossoms on the twigs of spikenard, with its faintest of scents. On the platform, twelve seats have been placed. Six on the right and six on the left. And in the centre, opposite the entrance a chair for the Abbot. In the centre, there’s a little table with a silver bowl on it.
The tall trees surrounding the square- Xanthou, that is- with their verdant foliage cast their protective shade on the congregation of the faithful, beneath the burning spring sun. In complete silence, with moving compunction, they follow the swift development of this religious performance by the monks, brothers of the monastery, who perform the role of the disciples in this re-enactment of the divine drama of the Last Supper.
Great Thursday. The time is eleven in the morning. In the monastery, the Divine Liturgy of Saint Basil the Great has ended, with the handing out of the antidoro, the blessed bread, the “pearl” which people on the island keep for difficult times, especially someone’s last moments. With the Abbot at their head, the monks of the monastery move down to the church of the community, that of the Great Mother of God, as if by ancient custom. All the priests are attired in the same, precious, purple and gold, Byzantine vestments, gifts to the monastery from the Byzantine era, which have survived wonderfully to this day, untouched by time.

Priests and Deacons proceeding to the town square for the service (

The great bells of the monastery toll gravely and slowly. The whole atmosphere of the island resounds sweetly to their deep peals. In the delighful natural environment of spring, everything is charming. With heightened religious emotions, with deep compunction, the island lives the holy Passion of Christ for the whole of this week in a unique way and with a special tone.
From the Great Mother of God, the priests, each one with the name of one of Jesus’ disciples, proceed in twos to the appointed square. Behind them comes the abbot in a purple robe, holding his staff- since he’s a Patriarchal Exarch- and a small, gilded Bible, flanked by four deacons. All of them, priests and Abbot, wear their monastic cowls, which lend gravity and a graphic tone to the measured proceedings. Before them walks an ordinary monk, holding a huge basin and the “water of the bowl” in a silver pot. The ecclesiarch brings up the rear. As the best chanter in the monastery, it’s his job to sing psalm 50, “Have mercy on me, God”. The disciples and the Teacher arrive at one of the two chapels- Saint Foteini or Saint George, depending on the square- where the ceremony will take place. The ecclesiarch takes his position first, opposite the platform, at a prominent point, from where he will read the appointed excerpts from the four Gospels.
The four deacons cense the approach and escort the priest-disciples, two by two, onto the platform, where they bow deeply to each other and then take their seats, beginning from the outside and working inwards. They follow that order as given in the Gospels, starting with the sons of Zebedee. And thus they continue until all twelve are seated. The last one is Judas. In former days, his role was assigned to an ordinary layman, who was rewarded with 50 small coins and a cottage cheese. Later, however, the role was given to a monk. Last comes the Abbot and the four deacons escort him onto the platform, standing at his side. In the meantime, the ecclesiarch chants the beautiful Byzantine melodies for “When the glorious disciples were enlightened at the washing of the feet at the supper” (dismissal hymn) and “United in the bond of love, the Apostles…” (katavasia, canticle five).
Once everyone is seated on the platform the whole drama of the Holy Last Supper begins to unfold.

The Abbot of the Monastery of St. John the Theologian in the role of Christ, before 12 Priests in the roles of the Disciples

It has been divided into three parts and in the first there is a wide-ranging lesson from the great teacher of love, concerning the phrase “love one another”, which is full of incident and divinely-inspired significance. After this, there follows the second part, which is the washing of the disciples’ feet as a practical demonstration of Christ’s humility. The third part is a reconstruction of Christ’s anguish at prayer on the Mount of Olives, when He’s tested as a person, finally triumphing as God.
From his prominent position, the reader, methodically and slowly reads excerpts from the Gospels of Matthew, Mark and John, referring to the dialogue conducted between the Teacher and His disciples. The first to be read is from Saint Mark: “At that time, Jesus took his twelve disciples and began to tell them what would happen to him”. Then follows a dialogue taken from John (4, 10-11), Mathew (20, 22-9) and Mark (10, 32-45), explaining to them what was to happen and urging them warmly to love one another.
Then, after this dialogue, comes the second part, the washing of the disciples’ feet: The reader’s text is from Saint John: “Knowing that the Father had given everything into his hands, Jesus arose from the supper and removed his outer garment. He took a towel and fastened it around his waist. Then he poured water into a basin and began to wash the disciples’ feet…”. At that moment, the Abbot ties a dark red, square, velvet vestment, the “towel”, round his waist and begins to pour water from the pot into the bowl. Beginning with Judas, he washes the disciples’ feet, in fact sprinkling them on their shins with rose water through an aspergillum. This is the most impressive part of the scene, together with the role of Saint Peter, who is rebuked for his initial refusal and then goes on to request that the Lord wash “not only my feet, but also my hands and head”.
“Then Jesus came with them to a place called Gethsemane, and said to the disciples, Sit here, while I go and pray over there. And he took with him Peter and the two sons of Zebedee, and began to be sorrowful and very troubled”. At this point, the Abbot, together with the three disciples mentioned, descends from the platform and proceeds towards the edge of the square, while the disciples kneel on cushions in front of the platform, obeying His command to “wait here and keep watch”.
This is when the third part of the Last Supper is played out. It is when Christ’s soul is sick unto death and when He cries aloud “not as I wish, but you”. But at the same time, the disciples’ devotion to their teacher is also tested, at the most difficult part of the drama. At the edge of the square, the Abbot prays before the icon of “The Coming One”, a large, very old icon from an iconostas, of rare Byzantine craftsmanship, one of the treasures of the monastery. It’s a symbolic depiction of the prayer of Christ on the Mount of Olives.

A photograph of the procession in prior years. The monks are carrying the historic icon of Christ "The Coming One"

“Father, if it is possible, let this cup pass”. And again: “Nevertheless, not as I wish, but you” (Math. 26, 40-42). Apprehension and sorrow weigh heavily on Him. And He repeats: “Is it not possible for this cup to pass?” When he turns to His disciples, He find then with drooping eyelids. He turns back to pray to His heavenly Father, strengthened now in the role He’s been ordered to shoulder for the salvation of the human race. He shouts to His disciples: “Let’s go. It’s time for the Son of Man to be betrayed in order that he may be glorified”, rousing them from their deep sleep when He approaches them for the third time.
The three get up from their knees and go back to the platform, together with the Abbot. The symbolic re-enactment of the Last Supper ends here. The Abbot takes up position near the platform and holds the Gospel and a small bunch of marjoram with which he will sprinkle the crowd with the blessed water from the basin. The laity kiss the Gospel and embrace, wishing each other “Many years”.
Finally, with the same good order and with the monastery bells tolling, the monks return to their place of abode, the grey Byzantine fortress which has been a sacred ark over many centuries.
And the people, inducted into divine matters and with souls exalted, disperse to their homes, in order to continue the rest of Great Week with the same depth of compunction, on the island of Patmos where Saint John the Evangelist had his divinely-inspired visions.




The Monastery of St. John the Theologian, Patmos

Through the prayers of our Holy Fathers, Lord Jesus Christ our God, have mercy on us and save us! Amen! 

source:http://full-of-grace-and-truth.blogspot.ca/2013/05/the-ceremony-of-washing-of-feet-on-holy.html

Μεγάλη Πέμπτη και θεία Κοινωνία


Το γεγονός ότι η Μεγάλη Πέμπτη είναι η ημέρα κατά την οποία παραδοσιακά όλος ο Ορθόδοξος κόσμος προσέρχεται να μεταλάβει των Αχράντων Μυστηρίων, οφείλεται στο γεγονός ότι σήμερα έγινε η παράδοση του φρικτού μυστηρίου της Ευχαριστίας κατά τον Μυστικό Δείπνο. Εκεί ο Χριστός, εν όψει του Πάσχα του εβραϊκού, σε ένα από τα προηγούμενα (όχι στο τελευταίο τελικό συμπόσιο του εβραϊκού Πάσχα που έθυαν τον αμνό τον ενιαύσιο) έφαγε με τους μαθητές Του· και αφού πήρε ψωμί στα χέρια Του, ευχαρίστησε, το ευλόγησε, και τους τόδωσε λέγοντάς τους: «Λάβετε, φάγε­τε, τούτο έστι το σώμα μου». Αυτό είναι το σώμα μου, που σας δίνω αυτήν την στιγμή, το οποίο «κλάται», «το υπέρ υμών κλώμενον» (το ρήμα είναι κλάω-κλω, από κει που βγαίνει και η λέξη των μαθηματικών: τα κλάσματα, όπως και η αρτοκλασία: η κλάσις του άρτου, κόβουμε τους άρτους και τους μοιράζουμε), για πολλούς, για όσους θέλουν να σωθούν. Κατόπιν πήρε ένα ποτήρι κρασί, το ευλόγησε, ευχαρίστησε τον Ουράνιο Πατέρα και το πρόσφερε στους μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο έστι το αίμα μου, το υπέρ υμών και πολλών έκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Να! το μυστήριο της Θειας Ευχαριστίας!
Πολλές φορές και κατ’ επανάληψιν αναφέρθηκε στη Γραφή ότι Αυτός είναι «ο Άρτος της Ζωής», «ο εκ του Ουρανού καταβάς». Και πάνω στο Σταυρό έρρευσε το άγιο αίμα Του, το οποίο έγινε το «καινόν πόμα», το καινούριο πιοτό, στο οποίο θα μας καλέσει ο θεσπέσιος ιερός Δαμασκηνός τη νύκτα της Αναστάσεως: «Δεύτε πόμα πίωμεν καινόν, ουκ εκ πέτρας αγόνου τερατουργούμενον», (όχι με το θαύμα που έκανε ο Μωϋσής στα παλιά τα χρόνια, σ’ ένα άγονο βράχο, κι έδωσε νερό σύνηθες, φυσικό νερό να πιούνε, αλλά είναι άλλου είδους πόμα αυτό, είναι το ποτό της Ζωής, το οποίο έρρευσε από την άχραντο πλευρά και από τις πληγές στα χέρια και στα πόδια του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού).
Από τότε η Ευχαριστία συνιστά την Εκκλησία. Για να ζήσουμε το γεγονός της Εκκλησίας, κάνουμε την Λειτουργία. Και όπως μαζεύτηκε το σιτάρι σπυρί-σπυρί από κάθε γωνιά του χωραφιού και αλέστηκε κι έγινε το ψωμί, έτσι μαζευόμαστε και μείς ένας-ένας από κάθε γωνιά, γύρω από τον προεστώτα της Ευχαριστίας, και αντιγράφοντας την πρακτική του Χριστού, κατά την εντολή Του: «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν» (αυτό να κάνετε για να με θυμάστε), «και όσες φορές θα τρώτε αυτόν τον άρτο και θα πίνετε αυτό το κρασί, θα καταγγέλλετε και θα μαρτυρείτε την Ανάστασή μου, την αλήθεια της Θεότητάς μου», κι εμείς συναζόμαστε και κάνουμε τη Λειτουργία, και έτσι συνιστούμε την Εκκλησία. Και είμαστε όλοι καλεσμένοι να μετάσχουμε αυτής της αθανάτου τραπέζης, αλλά υπό προϋποθέσεις. Όχι απαράσκευοι, όχι ακάθαρτοι, όχι αμετανόητοι όπως ό Ιούδας.
Λέει ένα πικρό λόγο, αλλά δυστυχώς αληθινό, ο απόστολος Παύλος: «Ανάμεσα σας, λέει, υπάρχουν ένα σωρό άρρωστοι και πεθαίνει πολύς κόσμος. Και αυτό, γιατί κοινωνείτε αναξίως», «εσθίετε και πίνετε αναξίως». Είναι πυρ καταναλίσκον η θεία Κοινωνία. Και ή θα καταναλώσει τις αμαρτίες μας, εάν προσερχόμαστε εν μετάνοια και τακτοποιημένοι, ή θα καταναλώσει και θα αφανίσει εμάς τους ίδιους. Χρειάζονται λοιπόν προϋποθέσεις, και όχι να την περνά κανείς ότι είναι ο πρωινός καφές που πρέπει να πάμε να τον πιούμε, επειδή έτσι συνηθίζουμε και έτσι λέει το πρωτόκολλο το εκκλησιαστικό ή το έθιμο της ημέρας και ούτω καθ’ εξής. Λέει ο Ιερός Χρυσόστομος: «Τον άξιο δεν τον κάνει η ήμερα, αλλά αυτός ο οποίος είναι άξιος, οποιαδήποτε ημέρα έχει εορτή, έχει Πάσχα, έχει Χριστούγεννα». Επειδή είναι έτοιμος και κοινωνεί αξίως.
Όσον άφορα την προσευχή, τί να πω εγώ σε σας, οι οποίοι είσθε οι βιούντες το μέγα μυστήριο της προσευχής; Είσθε οι καλλιεργητές της νοεράς και μονολογίστου προσευχής. Είσθε εσείς, οι οποίοι αγωνίζεσθε να τηρείτε το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» του αποστόλου Παύλου. Μόνο για τους αδελφούς μας τους προσκυνητές να πω, ότι ο Χριστός μας έδωσε υπόδειγμα προσευχής, και μάλιστα με αυτή την προσευχή την εναγώνιο κατά την ανθρωπινή Του φύση.
Η αγωνία ήταν στην ανθρωπινή φύση Του, για να μην περάσει κανενός η ιδέα, όπως αργότερα στους μονοφυσίτες, ότι ήταν «κατά δόκησιν άνθρωπος» και όχι τέλειος άνθρωπος. Γι’ αυτό φάνηκε η αγωνία κι έσταξε ο ίδρωτας ως θρόμβοι αίματος από το μέτωπό Του. Ήταν η ανθρωπινή φύση, η οποία βεβαίωνε την αλήθεια της εκείνη τη στιγμή, και όχι βεβαίως η θεία φύση, η οποία ουδέποτε είχε καμία αγωνία, διότι είναι απαθής ο Θεός, και ουδέποτε είχε καμία επιφύλαξη στο να πιει το ποτήριο το οποίο έδωσε ο Πατέρας, το να δεχθεί δηλαδή το Σταυρό, το Πάθος, το Θάνατο για τη σωτηρία των αδελφών Του, τη σωτηρία του κόσμου.
Αλλά μας έδωσε υπόδειγμα προσευχής. Να θυμίσω μόνον ένα λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, αν δεν κάνω λάθος: «μνημονευτέον Θεού μάλλον ή αναπνευστέον» (Είναι μεγαλύτερη ανάγκη να προσεύχεσαι και να επικαλείσαι το όνομα του Θεού από το να αναπνέεις). Πόση ώρα μπορεί να μείνει κανείς χωρίς να αναπνέει; Να κλείσει τη μύτη του, να μην παίρνει μέσα οξυγόνο; Κάποια λεπτά αντέχει το σώμα από την λεγομένη άδηλη αναπνοή, το οξυγόνο που εισπράττει μέσα από τους πόρους του σώματος. Αλλά πόσο; Μετά πεθαίνει ο άνθρωπος.

Πόσο θ’ αντέξει ο άνθρωπος, η ψυχή, χωρίς την προσευχή; Έχουμε μεγαλύτερη ανάγκη από την προσευχή παρά από το οξυγόνο. Ο άνθρωπος ο οποίος αποκόπηκε από την προσευχή και σταμάτησε να μνημονεύει του ονόματος του Θεού είναι νεκρός! Αυτός είναι για μνημόσυνα με πλερέζες και για κλάματα και θρήνους άνευ παραμυθίας. Η προσευχή είναι αυτή η οποία δείχνει ότι η καρδιά από μέσα κτυπά. Ότι υπάρχει ζωή, ότι ο άνθρωπος είναι ζωντανός.
Δεν θέλω να σας κουράσω περισσότερο. Μας τα είπε τόσο ωραία η ακολουθία. Θα μας τα πει περισσότερο η μεγάλη ακολουθία της αγρυπνίας το βράδυ, των Αχράντων Παθών, στην οποία ας έχουμε τεταμένη την προσοχή μας και ας αφήσουμε ανοιχτά τα χέρια του Θεού να δουλέψει η Χάρις Του μέσα μας αυτές τις ημέρες του Αχράντου Πάθους τη σωτηρία μας, όπως Εκείνος ξέρει και κατά το ποσοστό στο όποιο έχουμε ετοιμασθεί και είμαστε δεκτικοί όλοι μας. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.


http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/4717-m-pempti-kai-theia-koinonia.html

Tuesday, April 7, 2015

Hymn of Cassiane


The beautiful hymn written by Saint Cassianne who give voice to the sinful woman described in Luke's Gospel (7:36-50) who anointed Christ's feet with oil after washing them with her tears in repentance .

The woman who had fallen into many sins, perceiving Your divinity, O Lord, Received the dignity of a myrrh-bearer, For with lamentation she brought fragrant myrrh to You before Your burial. And she cried: Woe is me, for love of sin and stings of lustful passion envelop me as the night, dark and moonless. As You cause the clouds to drop down the waters of the sea, accept the fountain of my tears. As by Your indescribable condescension You bowed down the heavens, so incline to the groaning of my heart. I shall kiss Your most pure feet and wipe them with the hair of my head, Those same feet whose sound Eve heard at dusk in Paradise when she hid herself in fear. Who can count the multitude of my sins? Who can measure the depths of Your judgements, O Saviour of my soul? Do not turn away from me, Your servant, for You have immeasurable mercy.

Άφησε τα πράγματα στο Θεό ( Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )




Θέλεις να μάθεις τη σημασία της αρετής; Τα εξής παραγγέλλει ο Θεός στους ανθρώπους: «Κανείς από σας ας μη διατηρεί στην καρδιά του κακία για τον αδελφό του» και «κανείς ας μη συλλογίζεται την κακίαν του άλλου».

Βλέπεις; Δεν λέει μόνο, συγχώρεσε το κακό του άλλου, αλλά μην το έχεις ούτε στη σκέψη σου, μη το συλλογίζεσαι, άφησε όλη την οργή, εξαφάνισε την πληγή. Νομίζεις, βεβαίως, ότι με την εκδικητικότητα τιμωρείς εκείνον που σε έβλαψε. Γιατί εσύ ο ίδιος σαν άλλο δήμιο εγκατέστησες μέσα σου το θυμό και καταξεσκίζεις τα ίδια σου τα σπλάχνα.

Έχεις αδικηθεί πολύ και στερήθηκες πολλά εξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες και ζημιώθηκες σε πολλά σοβαρά θέματά σου και γι αυτό θέλεις να δεις να τιμωρείται ο αδελφός σου; Και εδώ πάλι σου είναι χρήσιμο να τον συγχωρήσεις.

Γιατί, εάν θελήσεις, εσύ ο ίδιος να εκδικηθείς και να επιτεθείς εναντίον του είτε με τα λόγια σου, είτε με κάποια ενέργειά σου, η με την κατάρα σου, ο Θεός όχι μόνο δεν θα επέμβει κατ αυτού -εφόσον εσύ ανέλαβες την τιμωρία του- αλλά επιπλέον θα σε τιμωρήσει ως θεομάχο.

Άφησε τα πράγματα στο Θεό. Αυτός θα τα τακτοποιήσει πολύ καλύτερα απ' ότι εσύ θέλεις. Σε σένα έδωσε μόνο την εντολή να προσεύχεσαι για τον άνθρωπο που σε λύπησε...

Εμάλωσες με κάποιον και κρατάς μέσα σου κακία,. Μην προσέλθεις στη Θεία Κοινωνία!


Θέλεις να προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρώτα και τότε να έλθεις να εγγίσεις τα Άχραντα Μυστήρια!

Αυτά δεν τα λέγω εγώ, αλλά ο ίδιος ο Κύριος. Αυτός για να σε συμφιλιώσει με τον Πατέρα, δεν αρνήθηκε ούτε να σφαγιασθεί, ούτε το αίμα Του να χύσει. Και συ, για να συμφιλιωθείς με τον συνάνθρωπό σου, ούτε μια λέξη δεν καταδέχεσαι να βγάλεις από το στόμα σου; Και διστάζεις να τρέξεις πρώτος;

Άκουσε τι λέει για όσους κρατούν τη στάση αυτή: «Αν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί θυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι εναντίον σου... πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδερφό σου».

Αν έβλεπες ένα μέλος του σώματός σου αποκομμένο, δεν θα έκανες τα πάντα για να το ενώσεις με το σώμα σου; Αυτό κάνε και για τους αδελφούς σου. Όταν τους δεις να έχουν αποκοπεί από την αγάπη σου, τρέξε γρήγορα και περιμάζεψέ τους. Μην περιμένεις εκείνους να έλθουν, σπεύσε εσύ πρώτος, για να λάβεις τα βραβεία!

Ένα μόνο εχθρό διαταχθήκαμε να έχουμε, τον διάβολο. Με αυτόν να μη συμφιλιωθείς ποτέ, προς τον αδελφό σου όμως ποτέ να μην έχεις βαριά καρδιά.

Κι αν ακόμη συμβεί κάποια μικροψυχία, ας είναι παροδική, ας μην υπερβαίνει το διάστημα της ημέρας. «Η δύση του ηλίου να μη σας προφθάσει οργισμένους», λέει ο Απόστολος.

«... Άφες ημείν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».

Βλέπεις; Ο Θεός εσέ τον ίδιο έκανε κριτή της συγχωρήσεως των αμαρτημάτων σου.

Αν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θα σου συγχωρηθούν.

Αν συγχωρήσεις πολλά, θα σου συγχωρηθούν πολλά. Αν τα συγχωρήσείς με ειλικρίνεια και με όλη σου την καρδιά, με τον ίδιο τρόπο θα συγχωρήσει και τα δικά σου ο Θεός.

Αν, μετά τη συγχώρηση, κάνεις και φίλο σου τον εχθρό σου, έτσι θα διάκειται και ο Θεός απέναντί σου.

Ποίας, λοιπόν, τιμωρίας δεν είναι άξιος εκείνος, που ενώ πρόκειται να κερδίσει δέκα χιλιάδες τάλαντα, εάν χάσει εκατό μόνο δηνάρια, ούτε και τα λίγα και μικρά δεν συγχωρεί, αλλά στρέφει εναντίον σου τα ίδια τα λόγια της προσευχής;

Γιατί όταν λες στο Θεό «συγχώρεσέ μας όπως και εμείς συγχωρούμε τους εχθρούς μας» και κατόπιν εσύ δεν συγχωρείς, για τίποτε άλλο δεν παρακαλείς το Θεό, παρά να σε στερήσει από κάθε απολογία και συγγνώμη...



Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/04/blog-post_3050.html

Monday, April 6, 2015

ΑΠΟΣΤΙΧΑ ΙΔΙΟΜΕΛΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ


«Σήμερον ὁ Χριστός παραγίνεται ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ Φαρισαίου καί γυνή ἁμαρτωλός προσελθοῦσα τοῖς ποσίν ἐκυλινδοῦτο βοῶσα· Ἴδε τήν βεβυθισμένην τῇ ἁμαρτίᾳ, τήν ἀπηλπισμένην διά τάς πράξεις, τήν μή βδελυχθεῖσαν παρά τῆς σῆς ἀγαθότητος· καί δός μοι, Κύριε, τήν ἄφεσιν τῶν κακῶν καί σῶσόν με».

Σήμερον ὁ Χριστός ἔρχεται στήν οἰκία τοῦ Φαρισαίου καί γυναίκα ἁμαρτωλή, προσελθοῦσα, κυλιόταν στά πόδια του, λέγουσα: Κοίταξε, Κύριε, αὐτή πού εἶναι βυθισμένη στήν ἁμαρτία, τήν ἀπελπισμένη γιά τ᾽ἁμαρτωλά ἔργα της, τήν ὁποία ὅμως δέ βδελύχτηκε ἡ ἀγαθότητά σου· καί δῶσε μου τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτημάτων μου καί σῶσε με.

Συνεχίζεται ἡ περιγραφή τοῦ συγκινητικοῦ δράματος τῆς πόρνης γυναίκας, ἡ ὁποία, εἰσελθούσα στήν οἰκία, κυλιόταν στά πόδια τοῦ Χριστοῦ, φωνάζοντας: Λυπήσου, Κύριε, τό πλάσμα σου, πού εἶναι βυθισμένο στήν ἁμαρτία, στή ζωή μακριά ἀπό τό φῶς καί τή χάρη σου, καί εἶναι ἀπελπισμένο γιά τά πολλά καί ἀναίσχυντα ἔργα του, καί παρά ταῦτα δέν τό βδελύχτηκε ἡ ἄπειρή σου ἀγαθότητα. Δῶσε μου, Κύριε, τήν ἄφεση τῶν παραπτωμάτων μου καί σῶσε με.

«Ἥπλωσεν ἡ πόρνη τάς τρίχας σοι τῷ Δεσπότῃ, ἥπλωσεν Ἰούδας τάς χεῖρας τοῖς παρανόμοις· ἡ μέν λαβεῖν τήν ἄφεσιν· ὁ δέ λαβεῖν ἀργύρια. Διό σοι βοῶμεν τῷ πραθέντι καί ἐλευθερώσαντι ἡμᾶς· Κύριε, δόξα σοι».

Ἅπλωσε ἡ πόρνη τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς της σ᾽ ἐσένα τό Δεσπότη καί ὁ Ἰούδας ἅπλωσε τά χέρια του στούς παρανόμους. Καί αὐτή μέν (τά ἅπλωσε) γιά νά λάβει τήν ἄφεση, αὐτός ὅμως, γιά νά λάβει ἀργύρια. Γι᾽ αὐτό φωνάζουμε δυνατά σ᾽ ἐσένα, Κύριε, πού πουλήθηκες γιά νά μᾶς ἐλευθερώσεις (ἀπό τή δυναστεία τοῦ διαβόλου): Κύριε, δόξα σοι.

Πόρνη καί Ἰούδας σέ ἕνα θλιβερό ἀντιθετικό παραλληλισμό. Ἐκείνη ἅπλωσε τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς της στό Δεσπότη· αὐτός ἅπλωσε τά χέρια του στούς παρανόμους. Τά ἅπλωσαν καί οἱ δύο, γιά διαφορετικούς ὅμως λόγους ὁ καθένας. Ἐκείνη, πού γιά πολλά χρόνια ἅπλωνε τά χέρια στούς πελάτες της γιά νά λάβει τά χρήματα τῶν αἰσχρῶν ὑπηρεσιῶν της τώρα, μετανιωμένη, ἁπλώνει τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς της, γιά νά πάρει ἀπό τό Δεσπότη ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν της. Ἀντίθετα, αὐτός πού ἐπί τριετία ἅπλωνε τά χέρια του νά πάρει τά χρήματα τοῦ οἰκονομικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν Ἀποστόλων (ἦταν ὁ ταμίας καί ὁ διαχειριστής τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κύκλου τῶν μαθητῶν), τώρα ἅπλωσε τά χέρια του γιά νά λάβει ἀπό τούς παρανόμους τά ἀργύρια τῆς προδοσίας. Μπροστά στά φαινόμενα αὐτά, συντετριμένοι οἱ πιστοί φωνάζουμε: Κύριε, ἐσύ πού τόσο φρικτά πουλήθηκες ἀπό τό μαθητή σου, γιά νά ἐλευθερώσεις ἐμᾶς, πού πουληθήκαμε στό διάβολο δόξα σοι.

«Προσῆλθε γυνή δυσώδης καί βεβορβορωμένη, δάκρυα προχέουσα ποσί σου, Σωτήρ, τό πάθος καταγγέλουσα· Πῶς ἀτενίσω σοι τῷ Δεσπότῃ; αὐτός γάρ ἐλήλυθας σῶσαι πόρνην. Ἐκ βυθοῦ θανοῦσάν με ἀνάστησον, ὁ τόν Λάζαρον ἐγείρας ἐκ τάφου τετραήμερον. Δέξαι με τήν τάλαιναν, Κύριε, καί σῶσόν με».

Προσῆλθε γυναίκα ἀκάθαρτη καί καλυμμένη ἀπό βόρβορο, χύνουσα δάκρυα στά πόδια σου, Σωτήρα, φανερώνουσα τό πάθος (στό ὁποῖο δούλευαν ἡ ψυχή καί τό σῶμα της). Πῶς νά σέ ἀτενίσω τόν κυρίαρχο Δεσπότη; (Σέ κοιτάζω) γιατί ἐσύ ἔχεις ἔλθει (στόν κόσμο), γιά νά σώσεις ἐμένα τήν πόρνη. Ἀναστησέ με ἀπό τό βυθό τοῦ θανάτου (τῆς ἁμαρτίας), ἐσύ πού ἀνέστησες τό Λάζαρο τήν τρίτη ἡμέρα ἀπό τοῦ θανάτου του. Δέξε με τήν ταλαίπωρη, Κύριε, καί σῶσε με.

Πολύ σπαρακτική ἡ παράσταση τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας στό θεῖο Διδάσκαλο. Ἀναδίδουσα τήν κακοσμία τοῦ αἰσχροῦ βίου της καί ἀποστάζουσα τό βόρβορο τῶν σαρκικῶν παθῶν της, μπῆκε στό σπίτι τοῦ φαρισαίου καί ἄφηνε τά δάκρυά της σάν ποτάμι νά πέφτουν στά πόδια τοῦ Διδασκάλου. Τήν ἴδια στιγμή φανέρωνε στό Σωτήρα της καί Σωτήρα ὅλου τοῦ κόσμου, ὅλο τό περιεχόμενο τῆς ἀκάθαρτης ζωῆς της. Εἶχε ὅμως μετανιώσει τό ἐλεεινό ἐκεῖνο πλάσμα. Μίσησε τά ἔργα καί τό βίο της καί θέλησε ν᾽ ἀλλάξει πορεία καί νά χαράξει νέους προσανατολισμούς. Αὐτό εἶναι τό μεγάλο θαῦμα τῆς μετάνοιας. Χορηγεῖ παρρησία στόν ἁμαρτωλό. Τό ἴδιο δέν ἔκανε καί ὁ μεγάλος ἐκεῖνος ἄσωτος τῆς παραβολῆς; Δέ θάρρησε στήν πατρική ἀγάπη καί συγνώμη, γιά νά πάρει τήν ἀλλοτινή θέση του κοντά στόν πατέρα, τό ὄνομα τοῦ ὁποίου τόσο βάναυσα διέσυρε διά τῆς ἀποστασίας του; Καί ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα θάρρησε στήν ἀγάπη καί τή συγνώμη τοῦ Θεοῦ της. Κύριε, ἔλεγε, τολμῶ νά σέ ἀτενίσω ὡς Σωτήρα μου, γιατί μέ ἀγαπᾶς τόσο, πού ἦλθες ἐδῶ στή γῆ γιά νά σώσεις μιά πόρνη σάν κι ἐμένα. Ἐσύ μοῦ δίνεις τό θάρρος νά σέ πλησιάσω, νά πλύνω τά πόδια σου, νά ζητήσω τή δύναμή σου, τή γιατρειά μου ἀπό τήν αἰσχρότητα τῆς ἁμαρτίας μου. Σύρε με, Κύριε ἀπό τό βυθό τοῦ πνευματικοῦ θανάτου μου, ἐσύ πού μέ μιά σου προσταγή ἀνέσυρες ζωντανό ἔξω ἀπό τόν τάφο τόν τετραήμερο Λάζαρο. Δέξε με κοντά σου Κύριε, ἐπιστρέφουσα ἀπό τή χώρα τῆς ἁμαρτίας, καί σῶσε με.

«Ἡ ἀπεγνωσμένη διά τόν βίον καί ἐπεγνωσμένη διά τόν τρόπον τό μύρον βαστάζουσα προσῆλθέ σοι, βοῶσα· Μή με τήν πόρνην ἀποῤῥίψῃς, ὁ τεχθείς ἐκ Παρθένου· μή μου τά δάκρυα παρίδῃς, ἡ χαρά τῶν ἀγγέλων· ἀλλά δέξαι με μετανοοῦσαν, ἥν οὐκ ἀπώσω ἁμαρτάνουσαν, Κύριε, διά τό μέγα σου ἔλεος».

Αὐτή, πού ἦταν ἀπελπισμένη γιά τόν αἰσχρό βίο της καί στιγματισμένη ἀπ᾽ ὅλους γιά τόν ἁμαρτωλό τρόπο τῆς ζωῆς της, ἦλθε κοντά σου, βαστάζοντας τό μύρο, καί φώναζε: Μή μέ διώξεις μακριά σου τήν ἐλεεινή πόρνη, ἐσύ πού γεννήθηκες ἀπό Παρθένο· μή παραβλέψεις τά δάκρυά μου, ἐσύ πού εἶσαι ἡ χαρά τῶν Ἀγγέλων· ἀλλά δέξε με μετανοούσα, αὐτήν πού δέν ἀπώθησες ἁμαρτάνουσα, Κύριε, γιά τό μέγα σου ἔλεος.

Ἀνεβαίνουν συνεχῶς οἱ τόνοι τοῦ ψυχικοῦ σπαραγμοῦ τῆς μετανιωμένης πόρνης. Ἦταν ἀπελπισμένη γιά τόν ἁμαρτωλό βίο της. Ποιός τάχα ἁμαρτωλός δέ ζεῖ ψυχικά στή μαύρη αὐτή ἀπελπισία, ἔστω κι ἄν οἱ ἡδονές καί οἱ περισπασμοί τοῦ βίου σκεπάζουν τόν πόνο καί τή δυστυχία του; Μπορεῖ νά εἶναι κανείς σέ ἀναμμένο καμίνι, χωρίς νά νιώθει τόν πόνο τῆς φωτιᾶς; Ἤ νά εἶναι κλεισμένος στή φυλακή, χωρίς νά νιώθει τό βάρος τῆς ἐρημιᾶς καί τῆς μονώσεως, τή στέρηση τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας του; Ἀλλά καί ἡ ἁμαρτία εἶναι φωτιά καί φυλακή, ἔστω καί ἄν φαινομενικά δέν τίς ἀντιλαμβανόμαστε.

Ἡ γυναίκα ὅμως ἦταν στιγματισμένη. Τίς ὅμοιές της ἡ κοινωνία τίς διασύρει καί τίς ποδοπατεῖ, κυρίως οἱ καθωσπρέπει ὑποκριτές. Αὐτοί πού θέλησαν νά λιθολήσουν τή μοιχαλίδα, ἔμειναν μέ τίς πέτρες στά χέρια ὅταν ὁ Κύριος ἄρχισε νά γράφει στή γῆ τά ἁμαρτήματά τους, μερικά τῶν ὁποίων ἦταν μεγαλύτερα τῆς μοιχείας! Ὁ ἄνθρωπος δυστυχῶς εἶναι ζῶο κακότροπο καί μοχθηρό. Κοιτάζει τίς κακίες τῶν ἄλλων, τούς ὁποίους ἐπικρίνει καί ξεφτελίζει, καί παραβλέπει τά δικά του παραπτώματα. Σ᾽ αὐτό μοιάζει μέ τό διάβολο. Τρώγει τό συνάνθρωπο!

Ἡ πόρνη, βαστάζουσα τό μύρο, προσῆλθε στόν Κύριο, κράζοντας: Μή μέ ἀπορρίψεις, ὅπως ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, Κύριε, ἐσύ πού μόνος μπορεῖς νά τό κάνεις, ὁ μόνος καθαρός καί ἀνειπίληπτος. Ἐσύ, πού δέ γεννήθηκες ἀπό σπορά ἀνδρική, ἀλλά ἀπό παρθένο Μητέρα, μέ τή δύναμη τοῦ παναγίου Πνεύματος. Καί ὅπως ἔδιωξες τούς ὑποκριτές λιθοβολητές τῆς μοιχαλίδας, κι ἐσύ, ὁ μόνος πού μποροῦσες νά τή λιθοβολήσεις, δέν τό ἔκανες, ἀλλά τή δέχτηκες στήν ἀγάπη σου, ἔτσι κι ἐμένα μή μέ ἀπορρίψεις, ἀλλά δέξε με σάν κι ἐκείνη, γιά νά χαροῦν οἱ ἄγγελοί σου στόν οὐρανό. Συγχώρησέ με καί σῶσε με, Κύριε, γιά τό μέγα σου ἔλεος.

«Κύριε,ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τήν σήν αἰσθομένη Θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν, ὀδυρομένη μύρα σοι πρό τοῦ ἐνταφιασμοῦ κομίζει. Οἴμοι! λέγουσα, ὅτι νύξ μοι ὑπάρχει, οἶστρος ἀκολασίας, ζοφώδης τε καί ἀσέληνος, ἔρως τῆς ἁμαρτίας. Δέξαι μου τάς πηγάς τῶν δακρύων, ὁ νεφέλαις διεξάγων τῆς θαλάσσης τό ὕδωρ· κάμφθητί μοι πρός τούς στεναγμούς τῆς καρδίας, ὁ κλίνας τούς οὐρανούς τῇ ἀφάτῳ σου κενώσει. Καταφιλήσω τούς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δέ πάλιν τοῖς τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοις· ὧν ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τό δειλινόν κρότον τοῖς ὠσίν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη. Ἁμαρτιῶν μου τά πλήθη καί κριμάτων σου ἀβύσσους τίς ἐξιχνιάσει, ψυχοσῶστα Σωτήρ μου; Μή μέ τήν σήν δούλην παρίδῃς, ὁ ἀμέτρητον ἔχων τό ἔλεος».

Κύριε, ἡ γυναίκα πού ἔπεσε σέ πολλές ἁμαρτίες, ἀφοῦ συναισθάνθηκε τή Θεότητά σου, ἀναλαμβάνει τάξη (ἔργο) μυροφόρου καί, κλαίοντας, σοῦ προσφέρει μύρα πρό τοῦ ἐνταφιασμοῦ σου. Ἀλίμονο σέ μένα, λέγουσα, ὅτι ζῶ σέ μιά νύχτα ζοφερή καί ἀσέληνη, ὅτι μέ τρυπᾶ τό κεντρί ἀκολασίας, μέ πνίγει ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας. Δέξε, Κύριε, τίς πηγές τῶν δακρύων μου, ἐσύ πού ἀνυψώνεις σέ νεφέλες τό θαλάσσιο ὕδωρ. Λύγισε πρός τούς στεναγμούς τῆς καρδιᾶς μου, ἐσύ πού μέ τήν ἄφατή σου κένωση (ταπείνωση), ἔκανες ν᾽ ἀνοίξουν οἱ οὐρανοί (γιά νά κατέβεις στή γῆ). Θά γεμίσω τά ἄχραντα πόδια σου μέ φιλιά, κατόπιν θά τά σκουπίσω μέ τίς κυματοειδεῖς τρίχες τῆς κεφαλῆς μου (τά πόδια σου). Τόν κρότο τῶν ὁποίων ἡ Εὔα, ἀφοῦ ἄκουσε τό δειλινό στόν παράδεισο, ἀπό τό φόβο της κρύφτηκε. Τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μου καί τίς ἀβύσσους τῶν κρίσεών σου, ποιός μπορεῖ νά ἐξιχνιάσει, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μή μέ τή δούλη σου παραβλέψεις, ἐσύ πού ἔχεις ἀμέτρητο ἔλεος.

Ἡ περιγραφή τοῦ λυτρωτικοῦ δράματος τῆς ἁμαρτωλῆς γυναίκας ἀγγίζει, στό τροπάριο αὐτό, τήν ἀποκορύφωσή του. Τό τροπάριο εἶναι ἔργο τῆς διάσημης ποιήτριας τοῦ Βυζαντίου, λογίας καί εὐσεβοῦς μοναχῆς Κασσιανῆς. Πολλοί ταυτίζουν κακῶς τό πρόσωπο τῆς ποιήτριας μέ τήν πόρνη, πού ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Πῶς μπορεῖ νά εἶναι δυνατή ἡ ταύτιση αὐτή, καθ᾽ ἥν στιγμή ἡ πόρνη ἔζησε στίς ἡμέρες τοῦ Χριστοῦ, ἀπό τόν ὁποῖο ἔλαβε ἄφεση ἁμαρτιῶν, ἡ δέ Κασσιανή ἔζησε πολλούς αἰῶνες μετά; Ἁπλά ἡ Κασσιανή στό ποίημά της ἐξιστορεῖ τή μετάνοια τῆς ἁμαρτωλῆς ἐκείνης γυναίκας καί τή μεταστροφή της στό Χριστό.

Πρόκειται περί ἑνός ἀληθινοῦ ἀριστουργήματος, πού εἶναι ἀπό τά ὡραιότερα ποιητικά κομμάτια τῆς βυζαντινῆς ὑμνογραφίας μας. Διακρίνεται γιά τήν ὑψηγόρο θεολογική του ἔμπνευση, τό ἀπαράμιλλο κάλλος τῆς ἐκφράσεως, τήν ὀμορφιά τοῦ στίχου καί τήν ἱεροπρέπεια τοῦ βιώματος πού ἀναδύεται ἀπό τίς γραμμές του, πού πηγάζει ἀπό μιά χριστοποιημένη καρδιά, ἡ ὁποία πάσχει τό ἀλλοιωμένο πάθος τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ. Στό τροπάριο αὐτό πάλλει περίσεμνη ἡ ψυχή τῆς Ὀρθοδοξίας· δικαίως τό ὀρθόδοξο πλήρωμα ἰδιαίτερα τό ἀγαπᾶ καί τό ἀκούει μέ κατάνυξη.

Κύριε, ἡ γυναίκα πού ἔπεσε σέ πολλές ἁμαρτίες, ἔνιωσε ξαφνικά στά πόδια σου τό μυστήριο τῆς θεότητάς σου. Εἶδε στόν Υἱό τῆς Παρθένου νά κρύβεται ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος κατέβηκε στή γῆ νά διακονήσει τόν πεσόντα στήν ἁμαρτία ἄνθρωπο, νά τόν σώσει ἀπό τή δυνάστευση τῶν πονηρῶν πνευμάτων καί νά τόν ὁδηγήσει πίσω στόν παράδεισο τῆς χαρᾶς καί τῆς τρυφῆς. Ἄνοιξε ἀμέσως τήν καρδιά της στό Θεό, γιατί κατάλαβε ὅτι αὐτή εἶναι τό πρόβατο, πού ξεστράτησε ἀπό τή μάντρα τοῦ οὐρανοῦ, τό ὁποῖο ἦλθε στή γῆ νά βρεῖ καί νά σώσει ὁ στοργικότατος ποιμένας. Πῆρε τάξη μυροφόρου, ὅπως ἔκαναν κατόπιν οἱ εὐσεβεῖς γυναῖκες καί μαθήτριες τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖες ἀκολούθησαν τό νεκρό Διδάσκαλο στό μνῆμα, γιά νά μυρίσουν τό πανακήρατο σῶμα του. Ἔτσι κι αὐτή, μέ κλάματα, πρίν ἀκόμα ἐνταφιαστεῖ ὁ Χριστός προσφέρει μύρα ἀγάπης καί ἀφοσιώσεως στό ζωντανό σῶμα του, στήν οἰκία Σίμωνα τοῦ φαρισαίου. Ἀλίμονο ἔκραζε· Τί ἐπιχειρῶ, νά κάνω ἐγώ πού ζῶ σέ μιά βαθιά σκοτεινή νύχτα, ἀπό τήν ὁποία ἀπουσιάζει τό φῶς τῆς σελήνης, μιά νύχτα ντυμένη στά σκοτάδια τῆς παρανομίας πού κεντρίζει τό σῶμα μου οἶστρος τῆς ἀκολασίας καί πυρώνει τήν καρδία μου ὁ ἔρωτας τῆς ἁμαρτίας; Ναί, Κύριε, δέν μπορῶ ἐγώ, ἡ ἀκάθαρτη, νά διακονήσω ἐσένα τόν καθαρότατο Κύριο τῆς δόξης. Κι ὅμως, Κύριε, τολμῶ νά τό κάνω, γιατί ξέρω ὅτι ἀγαπᾶς τούς ἁμαρτωλούς, ἡ μετάνοια τῶν ὁποίων λυγίζει τήν ἄπειρη εὐσπλαχνία σου, νικᾶ τήν ἀγαθοσύνη καί τό μέγα σου ἔλεος. Εἶμαι δική σου τώρα, Σωτήρα μου, ἦλθες καί μέ πῆρες ἀπό τά καταγώγιά μου γιά νά μ᾽ ἀνεβάσεις στή θεία δόξα σου. Δέξε, λοιπόν, τίς πηγές τῶν δακρύων μου, ἐσύ, ὁ παντοδύναμος Θεός, πού τά νερά τῆς θάλασσας τά ἀνυψώνεις καί τά κάνεις σύννεφα. Λύγισε στούς στεναγμούς, πού βγαίνουν ἀπό τήν πληγωμένη καρδιά μου σάν φωτιά μετάνοιας, ἐσύ ὁ Θεός μου πού, γιά νά μέ σώσεις, λύγισες τούς οὐρανούς μέ τήν ἄφατή σου κένωση, μπαίνοντας στό δικό της κόσμο τῆς ταπείνωσης, τῆς φτώχιας καί τοῦ μαρτυρικοῦ πόνου. Κι ἐγώ, Κύριε, ἕνα τιποτένιο πλάσμα, πού δέν μπορῶ ν᾽ ἀνταποκριθῶ στό ὕψος τῆς ἀγάπης σου, θά κάνω ἐκεῖνο πού μπορῶ: Θά καταφιλήσω τά ἄχραντα πόδια σου, τά πόδια σου, τά ὁποῖα μέ κυνηγᾶγε νά μέ σώσουν, θά τά σκουπίσω μέ τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς μου. Θά φιλήσω τά ἴδια ἐκεῖνα πόδια, πού ἄκουσε ἡ Εὔα τό δειλινό στόν παράδεισο, ὅταν κατέβαινες ἐκεῖ νά συνομιλήσεις μαζί της. Ἐκείνη, ὅμως, ἔχοντας ἔνοχη τή συνείδηση ἀπό τήν παρακοή στό πρόσταγμά σου, κρύφτηκε ἀπό φόβο γιά νά μή σέ ἀτενίσει. Ἐγώ ὅμως ἀγαπῶ τά πόδια σου καί τά πνίγω στά φιλιά μου. Ποιός μπορεῖ τάχα, Σωτήρα μου, νά μετρήσει τό πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μου καί νά ἐξιχνιάσει τήν ἄβυσσο τῶν κρίσεων σου; Κανένας, Κύριε, ἀπό τά πλάσματά σου. Ἐσύ μονάχα γνωρίζεις τίς ἄπειρες βουλές σου. Γι᾽ αὐτό μήν παραβλέψεις τήν κάκωση καί τόν πόνο τῆς καρδιᾶς μου, ἐσύ πού ἔχεις ἀμέτρητο ἔλεος καί ἀγαθοσύνη ἀπύθμενη!


http://agiameteora.net/index.php/megalis-evdomadas/1384-apostixa-idiomela-megalis-tritis.html

Sunday, April 5, 2015

Kathisma from the Matins of Holy Monday



Kathisma from the Matins of Holy Monday
Tone 8. The Wisdom and Word.

The present day is resplendent with the first fruits of the Lord’s sufferings. Come then, lovers of feasts, let us meet it with songs; for the Creator is coming to accept Cross, afflictions and scourges, as he is judged by Pilate; therefore too, struck on the face by a slave, he endures all that he may save humankind. And so let us cry aloud to him: Lover of humankind, Christ our God, grant forgiveness of offences to those who with faith worship your most pure sufferings.

Elder Ephraim of Arizona on Holy Week


Let us now strive more, my children, and the benefits will be great. No one finds Grace without toil. If the farmer does not farm his field, he will not see the results. When our fasting coexists, is strengthened and is encompassed with prayer, with contemplation, with watchfulness, with church attendance, with Confession, with Holy Communion, with good works and charity giving, then is fulfilled the beauty of the souls preparation for the reception of Holy Week.

 Then we will feel the Holy and Honorable Passion of Christ more profoundly, because our hearts will soften, and they will alter and recognize how boundless the love of God is for man. Then the Holy Resurrection will be alive within us with great strength, we will feast in a divinely-fitting manner and celebrate together with the angels the Holy Pascha. Amen.

http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/04/elder-ephraim-of-arizona-on-holy-week.html

Saturday, April 4, 2015

Meaning of the "Bridegroom"


 

During the first three nights of Holy Week we are reminded of the Second Coming of Christ. These are called the Bridegroom services. Why the Bridegroom?
“The kingdom of heaven is like a king, who gave a wedding feast for his son” (Matt. 22:2).

A wedding is traditionally celebrated with a grand feast and a most joyous time. Christ is the Bridegroom and we are His bride. He invites us all to a great feast in His kingdom of heaven. When the Bride accept one in marriage the Bridegroom pledges His inheritance and glory. It is a union where two become one. As we join with Him as His bride we become one just like the bride and groom become one in the marriage ceremony. But with this invitation comes a warning. In the words of the King, “The wedding is ready, but those who were invited were not worthy” (Matt. 22:8).
It is us who are not worthy? Will we be accep[ted in His Kingdom. Will we become His bride? On one of several occasions, the Lord was asked why His disciples did not observe the prescribed fasting periods of the Jewish faith, Christ responded, "Can you make wedding guests fast, when the bridegroom is with them (Luke 5:34)?" And He went on to say, "The days will come when the bridegroom will be taken away from them... (Luke 5:35)."
In the Bridegroom services celebrated on Sunday, Monday and Tuesday evenings we sing this hymn:
Behold, the Bridegroom comes in the middle of the night, and blessed is the servant He shall find vigilant; but unworthy is he whom he shall find neglectful. Beware therefore, O my soul, lest you be weighed down by sleep, lest you be given over to death and be closed out from the kingdom; but rise up crying out: "Holy! Holy! Holy are You our God; through the intercessions of the Theotokos, have mercy on us." Its a warning. We are reminded that we must be ever ready as we do not know when the time will come when we will be called to join with Him in eternal life. Will we be properly clothed for the wedding banquet? Will we even be invited.

On Sunday night the icon is brought onto the Solea in a procession and after the Gospel is read, we sing:
I see Thy Bridal Chamber adorned, O Saviour, and I have no wedding garment that I may enter therein; What is this wedding garment? It is our purity of heart demonstrated by the fruit we bear.

One of the Gospels lessons (Matthew 21:18-20) of these services is the lesson is about the barren fig tree, which Christ cursed and withered because it bore no fruit. The fig tree is a parable of those who have heard God's word, but who fail to bear the fruit of obedience. Originally the withering of the fig tree was a testimony against those Jews who rejected God's word and His Messiah. However, it is also a warning to all people, in all times, of the importance of not only hearing the God's word, but putting it into action. Those who belong to Christ ought to live and walk in the Spirit; and the Spirit will bear fruit in them: love, joy, peace, patience, kindness, goodness, faithfulness, gentleness, self-control (Galatians 5:22-25).

These services set the important tone of repentance which we all need to be accepted in His kingdom. Its a sobering message in preparation for the Passion of Christ where the services dramatically lead us though the incredible suffering He went through for us. It demonstrates His extreme humility which he expects us to also have as our wedding garment.
This icon is the focus of the service.


The icon depicts Christ as the Bridegroom of the Church, bearing the marks of his suffering, yet preparing the way for a marriage feast in his Kingdom. It portrays Christ during His Passion, particularly during the period when our Lord was mocked and tortured by the soldiers who crowned Him with thorns, dressed Him in purple and placed a reed in His Hands, jeering Him as the "King of the Jews." . The crown of thorns is a symbol of his marriage to the Church and His suffering. The rope around His hands is a symbol of bondage to sin, death and corruption which was loosed with Christ's death on the Cross. And the reed is a symbol of his humility; God rules his kingdom with humility. The imagery connotes the final union of the Lover and the beloved. The title Bridegroom also suggest the Parousia.
He invites us to become His Bride and to be properly prepared.
Here is a final thought by Elder Ephraim:
In this life that we live, man labors to become rich, to become educated, to have an easy life, to become great; but unfortunately, death comes and foils everything. Then what he labored for all his life is taken by others, while he leaves life with a guilty conscience and a soiled soul. Who is wise and will understand these things and will renounce them and follow Christ the Bridegroom, so that all the works he will do will be recompensed infinitely in His kingdom?Always, my daughter, remember death and the judgment of God which we will unavoidably undergo. Bear them in mind to have more fear of God, and weep for your sins, because tears console the soul of him who weeps.