Translate

Saturday, October 17, 2015

Οι διαφορές ανάμεσα στη Ορθοδοξία και τον παπισμό είναι πολλές και μεγάλες...


Οι διαφορές ανάμεσα στη Ορθοδοξία και τον παπισμό είναι πολλές και μεγάλες, παλαιές και νεότερες και αφορούν τόσο σε δογματικά ζητήματα όσο και σε θέματα εκκλησιαστικής εμπειρίας, λατρείας, τέχνης και γενικώτερα αντιλήψεων και βιοθεωρίας. Θα επιχειρήσουμε εδώ μία συνοπτική παρουσίασή τους αντλώντας από τα κείμενα των Αγίων Πατέρων και συγχρόνων θεολόγων, Μητροπολιτών και Γερόντων της Εκκλησίας μας, οι οποίοι με ενάργεια και ορθόδοξο φρόνημα αναδεικνύουν την παρεκτροπή από την ορθή πίστη και τις κακοδοξίες του παπισμού. Για την καλύτερη κατανόηση των διαφορών ορθοδοξίας και παπισμού είναι απαραίτητο να εξετάσουμε συνολικά τον εκκλησιαστικό, κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο της εποχής. Για τον σκοπό αυτό παραθέτουμε πολύ σύντομα κάποια ιστορικά γεγονότα που στάθηκαν σταθμοί στην γέννηση του παπισμού και στην πορεία του προς την διαίρεση και το σχίσμα.

Ιστορική αναφορά

Η αρχαία Ορθόδοξη Λατινική Εκκλησία της Δύσεως στην παλαιά Ρώμη είχε πάντοτε κοινωνία με την Ορθόδοξη Ανατολή και τα πατριαρχεία της. Το γεγονός που ανέτρεψε την αρμονική αυτή κοινωνία μεταξύ Ανατολής και Δύσεως είναι η κατάληψη της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους κατά την διάρκεια του 5ου και 6ου αι., όταν η Δυτική Ευρώπη ζει τον καταιγισμό των βαρβαρικών επιδρομών που μετέβαλαν ριζικά τα πολιτιστικά και θρησκευτικά δεδομένα της.
Οι Φράγκοι, λαός πρωτόγονος και απολίτιστος την εποχή εκείνη, από την πρώτη στιγμή του εκχριστιανισμού τους εξέλαβαν και αφομοίωσαν με λανθασμένο τρόπο την χριστιανική διδασκαλία. Η χριστολογία και η τριαδολογία τους υπήρξε ανέκαθεν προβληματική, καθώς οι αντιλήψεις τους για την Αγία Τριάδα ήταν έντονα επηρεασμένες από τον αρειανισμό.
Στην φραγκική Σύνοδο του Τολέδο το 589, παρά την φαινομενική καταδίκη του αρειανισμού, υιοθετούν μία άλλη μορφή λανθασμένης τριαδολογίας, την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος και εκ του Υιού, την οποία αργότερα προσέθεσαν και στο Σύμβολο της Πίστεως.
Τον 8ο αιώνα βασιλιάς των Φράγκων γίνεται ο Κάρολος ο Μέγας (Καρλομάγνος) ο οποίος υποτάσσει τους άλλους λαούς και τους ηγεμόνες της Ευρώπης και συγκροτεί την ενιαία Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο πολιτικός και θρησκευτικός προσανατολισμός της νέας δυτικής αυτοκρατορίας έχει έντονο το στίγμα της διαφοροποιήσεως και της αντιθέσεως προς την ανατολική αυτοκρατορία του Βυζαντίου. Αυτή η αντίθεση λαμβάνει διαστάσεις περιφρονήσεως και χλευασμού των Ελλήνων Βυζαντινών, που ήδη είχαν αρχίσει να αποκαλούνται υποτιμητικά από τους Φράγκους «αιρετικοί» και «Γραικοί» (=κλέφτες). Είναι χαρακτηριστικό ότι από τον 9ο έως τον 130 αιώνα συναντούμε επανειλημμένα στην Δύση συγγράμματα με τον τίτλο "Contres errors Graecorum" - «Κατά των πλανών των Ελλήνων». Ο πολιτισμός και η ορθόδοξη πίστη των Ελλήνων ήταν για τους απολίτιστους Φράγκους μέγεθος ακατανόητο και ασύλληπτο, αλλά και ταυτόχρονα απλησίαστο και ανέφικτο, για τον λόγο αυτό προτίμησαν να το προβάλουν ως πλάνη και αίρεση!
Από τον 9ο αιώνα οι Φράγκοι, αφού εξεδίωξαν τους Ρωμαίους ορθοδόξους επισκόπους, διόρισαν τους εαυτούς τους επισκόπους και ηγουμένους της Γαλλίας. Κατέλαβαν, επίσης, διά της βίας το Ορθόδοξο Λατινικό Πατριαρχείο της Ρώμης και από το 1009έως το 1046 αντικατέστησαν τους ορθοδόξους Πάπες της Ρώμης με Φράγκο- Λατίνους, ιδρύοντας τον σημερινό Παπισμό. «Επομένως, το λεγόμενο Σχίσμα μεταξύ των Εκκλησιών Δύσεως και Ανατολής δεν έγινε μεταξύ Δυτικών και Ανατολικών Ορθοδόξων Ρωμαίων, αλλά μεταξύ των Φράγκων κατακτητών των Δυτικών Ορθοδόξων Ρωμαίων (Πατριαρχείο Ρώμης) και των Ορθοδόξων Ρωμαίων της Ανατολής (Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως)». (π. Ιωάννης Ρωμανίδης, Τα αίτια του Σχίσματος).
Με την εκφράγκευση του Ορθοδόξου Πατριαρχείου της Ρώμης εισάγονται σ' αυτό οι κακοδοξίες και ο ανθελληνισμός των Φράγκων, στοιχεία που δεν έπαψαν έκτοτε να συνιστούν τα κύρια γνωρίσματα και την πεμπτουσία του παπισμού.

1. Filioque (και εκ του Υιού)


Πρόκειται για την αντίληψη της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος «και εκ του Υιού» (filioque) και όχι μόνον εκ του Πατρός. Η αντίληψη αυτή, που προστέθηκε και στο Σύμβολο της Πίστεως, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τα λόγια του ιδίου του Κυρίου μας στο Ευαγγέλιο όπου λέγει «όταν δε έλθη ο παράκλητος...,το Πνεύμα της αληθείας ό παρά του Πατρός εκπορεύεται» (Ιω. 15,26). Έρχεται, επίσης, σε πλήρη αντίθεση με τις αποφάσεις της Δεύτερης Οικουμενικής Συνόδου, που διετύπωσε το σχετικό άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως, αλλά και άλλων Συνόδων.
Η προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως συνιστά ουσιαστική και απροκάλυπτη αίρεση, αφού αντιβαίνει στο Ευαγγέλιο και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Και μόνον για την κακοδοξία τους αυτή οι παπικοί είναι αιρετικοί και όχι σχισματικοί, όπως λανθασμένα υποστηρίζεται από μερικούς, που τεχνηέντως ισχυρίζονται πως δεν υπάρχει Οικουμενική Σύνοδος που να καταδίκασε τον παπισμό ως αίρεση. Πρόκειται, βεβαίως, για αφελές επιχείρημα αφού ως γνωστόν οι Οικουμενικοί Σύνοδοι εδογμάτισαν και οριοθέτησαν την ορθή πίστη και κάθε απόκλιση από αυτή, κάθε θέση αντίθετη με τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων είναι αυτονόητο ότι συνιστά αίρεση. Δεν υπάρχει, άλλωστε, Οικουμενική Σύνοδος που να κατεδίκασε π.χ. τους Προτεστάντες, τους Πεντηκοστιανούς κ.ά, ως αιρετικούς χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν είναι.
Ο Μέγας Φώτιος, ο Φωστήρας αυτός και Μέγας Διδάσκαλος της Εκκλησίας μας καταδικάζει με χαρακτηριστικό τρόπο την παπική αίρεση του filioque: «Τις ου κλείσει τα ώτα προς την υπερβολήν της βλασφημίας ταύτης; Αύτη κατά των Ευαγγελίων ίσταται, προς τας αγίας παρατάσσεται Συνόδους, τους μακαρίους και αγίους παραγράφεται πατέρας, τον Μ. Αθανάσιον, τον εν θεολογία περιβόητον Γρηγόριον, την βασίλειον της Εκκλησίας στολήν, τον Μ. Βασίλειον, το χρυσούν της οικουμένης στόμα, το της σοφίας πέλαγος, τον ως αληθώς Χρυσόστομον. Και τι λέγω τον δείνα η τον δείνα; Κατά πάντων ομού των αγίων προφητών, αποστόλων, ιεραρχών, μαρτύρων και αυτών των δεσποτικών φωνών η βλάσφημος αύτη και θεομάχος φωνή εξοπλίζεται».
Με την προσθήκη του filioque είναι μία από τις βασικότερες και παλαιότερες δογματικές διαφορές μας με τους παπικούς, την οποία, όπως προαναφέραμε, την εισήγαγαν οι Φράγκοι και την επέβαλαν στο ορθόδοξο τότε Πατριαρχείο της Ρώμης. Είναι αυτή που, από την θέσπισή της ακόμη και σε όλη την μετέπειτα πορεία Ανατολής και Δύσεως, απετέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί ανυπέρβλητο χάσμα, καθώς υπήρξε μία από τις κυριότερες αιτίες που οδήγησε στο σχίσμα. «Το σχίσμα γέγονεν μάλιστα διά την εν τω Συμβόλω πρόσθεσιν και ότι καλώς απεστράφημεν τους Λατίνους διά την πρόσθεσιν αποστροφής ούσαν αξίαν». (Γεννάδιος Σχολάριος).
Έφθασαν μάλιστα οι παπικοί αιρετικοί να κατηγορούν εμάς τους ορθοδόξους ότι αφαιρέσαμε από το Σύμβολο της Πίστεως το filioque!!!Αυτή ήταν και η βασική κατηγορία που απέδωσε στους ορθοδόξους ο απεσταλμένος του Πάπα, Καρδινάλιος Ουμβέρτος, όταν στις 15 Ιουλίου του 1054 απέθεσε τον λίβελλο με τα αναθέματα του Πατριάρχου και όλων των Ορθοδόξων στην Αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας, ότι δήθεν δηλαδή οι ορθόδοξοι «ως Πνευματομάχοι η Θεομάχοι απέκοψαν από του Συμβόλου του αγίου Πνεύματος την εκπόρευσιν εκ του Υιού». Η εμμονή των παπικών στην αιρετική θέση του filioque τους κρατά αποκομμένους από την Εκκλησία και την αλήθεια και αποτελεί ουσιαστικό εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια επανόδου τους στην ορθόδοξη πίστη, παρά τις όποιες πρωτοβουλίες καλής θελήσεως, ακόμη και αυτής της άρσεως των αναθεμάτων.
Όπως εύστοχα διατυπώνει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος: «Μερικοί ισχυρίζονται ότι ήρθησαν αυτά τα αναθέματα και επομένως δεν υπάρχει πρόβλημα. Βεβαίως και υπάρχει πρόβλημα, γιατί με μία απλή πράξη ήρθησαν τα αναθέματα, αλλά δεν ήρθη η αίρεση του Filioque, η οποία μάλιστα ισχυροποιήθηκε ακόμη περισσότερο».

2. Διδασκαλία περί της ακτίστου ουσίας και ακτίστου ενεργείας του Θεού.

Μία πολύ μεγάλη και βασική διαφορά ανάμεσα στην ορθοδοξία και τον παπισμό είναι το θέμα της ουσίας και των ενεργειών του Θεού. Η ορθή διδασκαλία σ' αυτό το ζήτημα είναι ότι αφού η ουσία του Θεού είναι άκτιστη, είναι άκτιστες και οι ενέργειές Του. Αντίθετα οι δυτικοί θεωρούν κτιστές τις ενέργειες και κτιστή την χάρη του Θεού.
Γράφει σχετικά ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης: «Μέχρι σήμερα οι Δυτικοί θεωρούν κτιστή την θεία Χάρι, την ενέργεια του Θεού. Είναι δυστυχώς και τούτο μία από τις πολλές διαφορές μας, που πρέπει να λαμβάνεται σοβαρώς υπ' όψιν στο θεολογικό διάλογο με τους Ρωμαιοκαθολικούς. Δεν είναι μόνο το filioque, το πρωτείο εξουσίας και το «αλάθητο» του πάπα, από τις βασικές διαφορές μεταξύ της Ορθοδόξου Εκκλησίας και των Παπικών. Είναι και τα ανωτέρω. Αν δεν δεχθούν οι Ρωμαιοκαθολικοί ότι η Χάρις του Θεού είναι άκτιστος, δεν μπορούμε να ενωθούμε μαζί τους, έστω κι' αν, δεχθούν όλα τα άλλα. Διότι ποιος θα ενεργήση την θέωσι, αν η θεία Χάρις είναι κτίσμα κι' όχι άκτιστος ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος;»

3. Το πρωτείο του Πάπα.


Μια από τις βασικές αιρετικές δοξασίες του παπισμού αποτελεί το «πρωτείο» του πάπα. Σύμφωνα με απόφαση της Α' Συνόδου του Βατικανού (1870), ο πάπας είναι τοποτηρητής του Χριστού και μοναδικός αντιπρόσωπός Του πάνω στη γη. Είναι ο αρχηγός και η ορατή κεφαλή της Εκκλησίας. Στο πρόσωπό του συνοψίζεται ολόκληρη η Εκκλησία. Αυτή η θέση, όμως, είναι καθαρά αιρετική, αφού «η αλήθεια είναι ότι μόνον ο Χριστός είναι Κεφαλή και αρχηγός της Εκκλησίας. Αυτό διαβάζουμε και στην επιστολή προς Εφεσίους του Απ. Παύλου (Εφεσ. α, 22-23), ότι δηλαδή ο ουράνιος Πατέρας ¨Αυτόν (τον Κύριον Ιησούν) έδωκε κεφαλήν υπέρ πάντα τη Εκκλησία, ήτις εστί το σώμα αυτού¨ Αυτόν κατέστησε κεφαλή, πάνω από όλους, στην Εκκλησία, η οποία είναι το σώμα Του», Αρχιμ. Γερβ. Ραπτοπούλου, Αιρέσεις στην Ελλάδα και οι κακοδοξίες του παπισμού, σελ. 153-154.

4. το αλάθητο του Πάπα.

Η Α' Σύνοδος του Βατικανού θέσπισε το δόγμα του αλάθητου του πάπα. Πρόκειται δηλαδή για την αλαζονική αντίληψη για το «εκ καθέδρας» αλάνθαστο του Πάπα. Σύμφωνα με το δόγμα αυτό ο πάπας είναι πάνω και από τις Οικουμενικές Συνόδους και έχει την πλήρη και υπέρτατη δικαιοδοσία να αποφαίνεται αλάθητα και τη διδασκαλία του είναι υποχρεωμένη να παραδεχτεί ολόκληρη η Εκκλησία. Όποιος τολμήσει να «αντείπη», να φέρει αντίρρηση στη διδασκαλία του, «ανάθεμα έστω» (κεφ. Δ' της Β' Βατικάνειας Συνόδου). Οι θεολόγοι μάλιστα της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας' φτάνουν στο σημείο να διακηρύττουν ότι και ψέμα να πει ο πάπας πρέπει αυτό να γίνει δεκτό από τους πιστούς σαν αλήθεια!
Η ανακήρυξη ενός και μόνου ανθρώπου σαν αλάθητου, όσο κι' αν αυτός κατέχει τον ανώτατο βαθμό της ιερωσύνης, είναι πράξη ξένη και αντίθετη προς την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Κατά τον Ορθόδοξο Ρώσο Θεολόγο Βουλγάκωφ «το αλάθητον ανήκει εις τη όλην Εκκλησίαν». Γι' αυτό και η από 6 Μαΐου 1848 εγκύκλιος των Ορθοδόξων Πατριαρχών της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας ορίζει ότι «ο φύλαξ της Ορθοδοξίας, το σώμα της Εκκλησίας, τούτ' έστιν ο λαός αυτός εστι». Η Εκκλησία στο σύνολό της, κλήρος και λαός μαζί, είναι η «πιστή φρουρός της Αποστολικής Παραδόσεως, φυλάττουσα αυτήν ως πεπιστευμένην ταύτη παρακαταθήκην».
(βλ. σχ. Αρχιμ. Γερβ. Ραπτοπούλου, ό. π. σελ. 163-166)
Ο Αρχιμ. Γεώργιος Καψάνης σημειώνει ότι «το αλάθητο επεκτάθηκε σε κάθε απόφαση του Πάπα. Δηλαδή, ενώ με την Α' Βατικάνειο Σύνοδο μόνον οι από καθέδρας και με την χρήση του όρου definimus (ορίζομεν) αποφάσεις του Πάπα ήσαν αλάθητοι, η Β' Βατικάνειος Σύνοδος αποφάνθηκε ότι ο Πάπας είναι αλάθητος όχι μόνον όταν αποφαίνεται επισήμως ως Πάπας, αλλά οσάκις αποφαίνεται. Είναι ακόμη φανερό από τα ανωτέρω ότι η οικουμενική σύνοδος γίνεται ένα συμβουλευτικό σωματείο των Παπών. Το αλάθητο στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν ανήκει στην οικουμενική σύνοδο, αλλά στον Πάπα. Ποιος όμως ανεκήρυξε τον Πάπα αλάθητο; Η λαθητή σύνοδος;
Με αυτόν τον τρόπο η συνοδική αρχή, η παραδοθείσα από τους αγίους Αποστόλους, αντικαθίσταται από την παποκεντρική αρχή. Ο «αλάθητος» Πάπας καθίσταται κέντρο και πηγή ενότητος της Εκκλησίας, που σημαίνει ότι η Εκκλησία έχει ανάγκη από έναν άνθρωπο για να την διατηρή σε ενότητα. Έτσι παραμερίζεται και υποβαθμίζεται η θέσις του Χριστού και του Αγίου Πνεύματος. Και ακόμη με την μεταφορά του αλάθητου από το Άγιο Πνεύμα στο πρόσωπο του Πάπα περιορίζεται η εσχατολογική προοπτική της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία και καθίσταται εγκοσμιοκρατική».

5. Η κατάργηση Ιερών Κανόνων

«Το Βατικανό προ πολλού ήδη απέρριψε τους πλείστους Ιερούς Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων και εμόρφωσεν ίδιον Κανονικόν Δίκαιον, διά να πορευθή ελεύθερον την οδόν την άγουσαν εις παν είδος καινοτομίας. Ο ουνίτης Π. Γρηγορίου ομολογεί εν προκειμένω: «Ανατολή και Δύσις διεφώνουν ωσαύτως επ' αυτών τούτων των πηγών του Κανονικού Δικαίου. Η Εκκλησία της Ρώμης, αποδεχθείσα επισήμως κατ' αρχάς μόνον τους κανόνας της εν Νικαία Α' Οικουμενικής Συνόδου(325) και της Σαρδικής (343), ηδιαφόρησεν ως προς την νομοθεσίαν εν σχέσει προς την εκκλησιαστικήν ευταξίαν και πειθαρχίαν των λοιπών Ανατολικών Συνόδων, Οικουμενικών ή τοπικών...
Όλως αυθερέτως, οι πάπαι, χάριν των κυριαρχικών βλέψεών των επί πάσης της Εκκλησίας, απέρριψαν του Ιερούς Κανόνας των έξ Οικουμενικών Συνόδων και τους κανόνας των τοπικών Συνόδων και των Πατέρων, οι οποίοι προσέλαβαν οικουμενικόν κύρος, εφ' όσον επεκυρώθησαν υπό του Β' κανόνος της ΣΤ' οικουμενικής Συνόδου. Ειδικότερον, το Βατικανόν απεχθάνεται τους Κανόνας της ΣΤ' Οικουμενικής Συνόδου, διότι τινές εξ αυτών στρέφονται κατά των καινοτομιών της παπικής Εκκλησίας (Β, ΙΓ, ΝΕ κ.λ.π.)» (Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, ό. π.,σελ.251,2).

6. Το παπικό κράτος.

Η άποψη ότι δεν μπορεί ο «αντιπρόσωπος του Θεού» στη γη να βρίσκεται υπό εξουσία κοσμικού βασιλιά(!) οδήγησε στην ίδρυση το 1929 (μετά από συμφωνία του Πάπα και του δικτάτορα Μουσολίνι) του σημερινού παπικού κράτους του Βατικανού, Έτσι, ο παπισμός κατήντησε κοσμικό κράτος που έχει στρατό, ασκεί διπλωματία και επηρεάζει την διεθνή οικονομία με την συμμετοχή του σε μεγάλες εταιρείες και επιχειρήσεις. Πρόκειται δηλαδή για μια ανθρωποκεντρική οργάνωση, για μια εκκοσμίκευση και μάλιστα θεσμοποιημένη εκκοσμίκευση. Αλλά η συνύπαρξη της κοσμικής εξουσίας με την ιερατική, επισκοπική εξουσία, είναι κάτι το ασυμβίβαστο, κάτι το οποίο είναι ξένο προς το πνεύμα του Ευαγγελίου, τους Κανόνες Συνόδων και την εν γένει παράδοση της Εκκλησίας.
«Είναι σημείο φοβεράς εκκοσμικεύσεως της Εκκλησίας η σύγχυσις των δύο εξουσιών, της πνευματικής και της κοσμικής, των δύο βασιλείων, του ουρανίου και του επιγείου. Έτσι η Εκκλησία υποκύπτει στον δεύτερο πειρασμό του Χριστού από τον διάβολο, που του ζήτησε να τον προσκυνήση, για να του δώση την εξουσία όλων των βασιλείων του κόσμου. Ο Κύριος τότε του απήντησε: "Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις"». (Αρχιμ' Γεωργίου Καψάνη, Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός (Παπισμός) (Κύριαι Διαφοραί) εκδ. Σταμούλης 2006).

7. Το καθαρτήριο πυρ - Οι αξιομισθίες των Αγίων.

«Σχετικά με την πτώση και τη σωτηρία του ανθρώπου υπάρχουν αξιοσημείωτες διαφορές. Ο Αδάμ, λέγει η Σύνοδος του Τριδέντου (1546), με την παράβασή του επέφερε την οργή και την αγανάκτηση του Θεού και για τούτο τον θάνατο'. Επομένως η σωτηρία του ανθρώπου απαιτεί την εξιλέωση της οργής του Θεού. Το αίμα του Χριστού εξαλείφει τις αιώνιες ποινές του αμαρτωλού ανθρώπου, οι οποίες έχουν την αιτία τους στις θανάσιμες αμαρτίες. Εκτός όμως από τις αμαρτίες αυτές, υπάρχουν οι βαριές και οι ελαφρές αμαρτίες, οι οποίες επιφέρουν πρόσκαιρες ποινές. Αυτές τις ποινές πρέπει ο άνθρωπος να τις εξοφλήσει με έργα μετανοίας, που επιβάλλονται από την Εκκλησία. Πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν πριν εξοφλήσουν αυτές τις ποινές και μεταβαίνουν στο λεγόμενο ‘καθαρτήριο πυρ', που υπάρχει ανάμεσα στον παράδεισο και την κόλαση, όπου καλούνται να εξαλείψουν το χρέος. Από εκεί, με τις προσευχές του Πάπα και των ζωντανών, οι ψυχές μεταβαίνουν στον παράδεισο. Όμως η «Εκκλησία» μπορεί να παραχωρήσει τη λύση των ποινών με βάση το ‘θησαυρό των αξιομισθιών των αγίων', τον οποίο διαχειρίζεται ο πάπας». (Αντ. Αλεβιζόπουλου, Ρωμαιοκαθολικισμός, Προτεσταντισμός και Ορθοδοξία, σελ. 16). Πιστεύουν, δηλαδή, πως οι Άγιοι έχουνε κάνει περισσότερα καλά έργα απ' όσα χρειάζονται για τη σωτηρία τους και τέτοιες «αξιομισθίες», που μ' αυτές μπορούν να σωθούν και άλλοι άνθρωποι. Πρόκειται για τις λεγόμενες αφέσεις η τα λυσίποινα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας.
Πουθενά ωστόσο, το Ευαγγέλιο δεν διδάσκει τέτοιο πράγμα, ούτε δέχεται «περισσεύουσες αξιομισθίες» στους ανθρώπους, όσο άγιοι κι' αν ήτανε στη ζωή τους. Όσον αφορά στο «καθαρτήριο πυρ», ο άγιος Νεκτάριος, στο βιβλίο του «Μελέτη περί της αθανασίας της ψυχής», σ. 168,9, Αθήνα, 1901, γράφει σχετικά: «Κατά την Ορθόδοξον Εκκλησίαν, μετά θάνατον ουδεμία υπάρχει μεσάζουσα τάξις μεταξύ των μεταβαινόντων εις Ουρανούς και των καταβαινόντων εις άδην». Δεν υπάρχει τόπος ειδικός, μεσάζων, ένθα ευρίσκονται αι ψυχαί των μετανοησάντων και μη ενεγκόντων καρπούς μετανοίας...»

8. Λατινική Μαριολογία η Μαριολατρία

Η παπική «Εκκλησία», παρεκκλίνοντας από την ορθή διδασκαλία των Πατέρων μας, οδηγήθηκε σε κακοδοξίες, καινοτομίες και εσφαλμένα δόγματα ως προς το πρόσωπο της Παναγίας. Έτσι το 1854 θεσπίστηκε το δόγμα της ασπίλου συλλήψεως της Θεοτόκου, που όριζε ότι «Η Παρθένος Μαρία από της πρώτης στιγμής της συλλήψεώς της διετηρήθη καθαρά παντός εκ του προπατορικού αμαρτήματος ρύπου».
Το 1950, ο πάπας Πίος ΙΒ', ανεκήρυξε σε δόγμα την ενσώματη μετάσταση της Θεοτόκου, σύμφωνα με το οποίο «η αειπάρθενος Θεομήτωρ μετά την επί γης ζωήν αυτής, μετέστη εν σώματι και ψυχή εις την ουράνιον δόξαν». Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται εκ μέρους των παπικών μιά έντονη τάση απόδοσης υπερβολικών τιμών στη Θεοτόκο, που φτάνει στα όρια της λατρείας. «Συλλυτρώτρια», «Μητέρα της Εκκλησίας», «Μεσίτρια πασών των χαρίτων» είναι κάποιοι από τους τιμητικούς τίτλους που αποδίδουν στην Παναγία, με εσφαλμένο και προβληματικό περιεχόμενο.
Σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία, το προπατορικό αμάρτημα μεταδίδεται σε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και σ΄ αυτούς που αποτελούν σκεύη εκλογής, όπως ήταν η Παναγία. Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, η Θεοτόκος ήταν «υποκείμενη εις το προπατορικό αμάρτημα μέχρι του Ευαγγελισμού. Τότε γαρ εκαθαρίσθη διά της επελεύσεως του Αγίου Πνεύματος». Όσον αφορά στην μετάσταση της Θεοτόκου, η ορθόδοξη παράδοση αναφέρεται στην μετά θάνατον μετάστασή της, χωρίς όμως αυτό να ανάγεται σε δόγμα, αφού δεν μαρτυρείται ούτε στην Αγία Γραφή ούτε στην αποστολική παράδοση.
Στην Ορθοδοξία η λατρεία ανήκει μόνο στον Τριαδικό Θεό, ενώ στους αγίους και την Παναγία αρμόζει η τιμητική προσκύνηση και η πρεσβευτική ιδιότητα προς τον μόνο Σωτήρα, τον Κύριόν μας Ιησούν Χριστόν. Με μεγάλη σαφήνεια η Ζ' Οικουμενική Σύνοδος (787) ορίζει: «τιμάν και μεγαλύνειν εμάθομεν πρώτον μεν και κυρίως και αληθώς την του Θεού Γεννήτριαν και τας αγίας και αγγελικάς Δυνάμεις και τους ενδόξους Μάρτυρας, αλλά και τους αγίους άνδρας, και τούτων αιτείν τας πρεσβείας», (βλ. σχ. Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, Ορθοδοξία και Παπισμός, εκδ. Ορθοδόξου τύπου, Αθήνα 1969, σελ. 164-191).

9. Μυστήρια

Μία γενική διαφορά η οποία απορρέει από το πρωτείο του Πάπα είναι η στάση των ιερέων στους λόγους των μυστηρίων, οι οποίοι φαίνεται να τα τελούν στο ...όνομά τους: «Εγώ σε βαπτίζω, εγώ σε συγχωρώ κ.λ.π.», σε αντίθεση με τα Ορθόδοξα Μυστήρια στα οποία ο ιερέας είναι απλός υπηρέτης: «Βαπτίζεται ο δούλος του Θεού εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Η χάρις του Παναγίου Πνεύματος διά της εμής ελαχιστότητος έχει σε λελυμένον και συγκεχωρημένον κ.λ.π.»

10. Το Βάπτισμα

Η ορθόδοξη Εκκλησία τελεί το Βάπτισμα με τριπλή κατάδυση στο νερό, η οποία συμβολίζει την τριήμερο ταφή και Ανάσταση του Κυρίου. Άλλωστε είναι σαφής η προτροπή του Κυρίου προς τους μαθητές Του να βαπτίζουν «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος». Από την άλλη μεριά, η παπική «Εκκλησία» καινοτομεί και εισάγει το διά επιχύσεως η ραντισμού βάπτισμα.

11. Χρίσμα

Η παπική «Εκκλησία καινοτομεί και το μυστήριο του Χρίσματος. Συνιστά να αναβάλλεται του μυστήριο του Χρίσματος στους βαπτιζομένους μέχρι το 7ο η κατ΄ άλλους το 14ο έτος της ηλικίας τους, οπότε και δεν κοινωνούν. Η αρχαία Εκκλησία παρείχε στα βαπτιζόμενα νήπια το Χρίσμα αμέσως μετά το Βάπτισμα, ακριβώς για να τα εισάγει από την πρώτη στιγμή στην ατμόσφαιρα της Χάριτος του Αγίου Πνεύματος, δεδομένου ότι για να στηριχθεί ο βαπτιζόμενος στην πνευματική ζωή έχει πάντοτε ανάγκη από τη ζωογόνο Θεία Χάρη. Αυτήν την παράδοση ακολουθεί μέχρι σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία τελεί το Χρίσμα με άγιο Μύρο, σε αντίθεση με τους παπικούς που το τελούν με την επίθεση των χειρών του Επισκόπου.

12. Μετάνοια

Ως προς το μυστήριο της μετανοίας, την Ιερά Εξομολόγηση, στους Ρωμαιοκαθολικούς γίνεται ως μια δίκη και η επικοινωνία είναι απρόσωπη. Ο εξομολογούμενος λέει τα αμαρτήματά του χωρισμένος και άγνωστος στον πνευματικό (στους ξύλινους θαλαμίσκους) και λαμβάνει τα επιτίμια και την άφεση. Δεν υπάρχει δηλαδή προσωπική ποιμαντική σχέση και εκκλησιαστική κοινωνία, αλλά νομική και απρόσωπη σχέση. Προέχει η νομική δικαίωση του αμαρτωλού και όχι η συγχώρηση, επάνοδος και αποκατάστασή του στο πατρικό σπίτι (Εκκλησία) και την πατρική αγκάλη.
Αντίθετα στην Ορθόδοξη Εκκλησία υπάρχει προσωπική επαφή του πιστού με τον ιερέα. Η άφεση των αμαρτιών πηγάζει από την Σταυρική θυσία του Κυρίου μας και όχι από τις μεσιτείες των αγίων η άλλους παράγοντες, όπως διδάσκουν οι παπικοί.

13. Θ. Ευχαριστία

Σε αυτό το Μυστήριο οι παπικοί έχουν εισάγει πολλές καινοτομίες: α) Χρησιμοποιούν βιομηχανοποιημένο άζυμο άρτο που λέγεται «όστια» και όχι ένζυμο που χρησιμοποιεί η ανατολική Εκκλησία στηριζόμενη στο επιχείρημα ότι ακολουθούν αρχαία συνήθεια. Αυτό, όμως, δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ο Μυστικός Δείπνος έγινε με ένζυμο και όχι με άζυμο άρτο. Στην πραγματικότητα τα άζυμα δεν αποτελούν αρχαία συνήθεια, αλλά επινοήθηκε από αιρετικούς τους πρώτους αιώνες.
β) Ο καθαγιασμός του άρτου και του οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού τελείται για την ορθόδοξη Εκκλησία με την επίκληση του Αγίου Πνεύματος. Αντιθέτως για τους παπικούς τελείται με την εκφώνηση των συστατικών του μυστηρίου λόγων του Κυρίου «Λάβετε φάγετε...» κ.λ.π.
γ) Οι παπικοί απέκοψαν τον λαό από την μετοχή στο Αίμα του Κυρίου, αφού κοινωνούν μόνο οι ιερωμένοι απ' αυτό, διότι πιστεύουν ότι αρκεί για την σωτηρία των πιστών η μετάληψις μόνο του Σώματος. Σε αντίθεση, η ορθόδοξη Εκκλησία μεταδίδει το Σώμα και το Αίμα Χριστού σε όλους τους πιστούς.
δ) Τα νήπια και τα παιδιά μέχρι το 10ο η 12ο έτος απέχουν από το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, διότι, σύμφωνα με την παπική διδασκαλία, δεν είναι ικανά να διακρίνουν το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου, αντίθετα με τους Ορθοδόξους που επιτρέπουν τη Θεία Κοινωνία στα βαπτισμένα νήπια.

14. Γάμος

Ο Κύριος τόνισε το αδιάλυτο του μυστηρίου του γάμου «παρεκτός λόγου πορνείας». Οι παπικοί δεν σεβάστηκαν αυτή την εξαίρεση και θέσπισαν το αδιάλυτο του γάμου χωρίς καμμία εξαίρεση.

15. Ιερωσύνη

Η παπική «Εκκλησία έχει αυθαίρετα καθιερώσει τη γενική αγαμία του κλήρου, στηριζόμενη σε αποστολικό χωρίο («...ο άγαμος μεριμνά τα του Κυρίου, πως αρέσει τω Κυρίω...» Α' Κορ. ζ, 32). Στην ουσία όμως η αγαμία οφείλεται στην στάση της Ρωμαιοκαθολικής «Εκκλησίας» που θέλει να εξάρει τον κλήρο υπέρ τους λαϊκούς, αποχωρίζοντάς τον από κάθε δεσμό με τις λαϊκές τάξεις και την κοινωνική ζωή, και κυρίως να καταδείξει την ανωτερότητα του δικού τους κλήρου έναντι των κληρικών της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η Α' Οικουμενική Σύνοδος αποδίδει το πνεύμα της Ανατολικής Εκκλησίας, την ελεύθερη δηλαδή εκλογή των κληρικών μεταξύ γάμου και αγαμίας. Η αγαμία είναι χάρισμα, ειδική χάρη του Θεού σε ορισμένα άτομα. Ωστόσο, στην υποχρεωτική αγαμία, που επέβαλε η Παπική Εκκλησία στον κλήρο της, δίνει την πρέπουσα απάντηση ο ασκητικότατος, ομολογητής, θαυματουργός, άγιος και επίσκοπος μέγας Πανφούτιος: «Μη βαρύνετε τον ζυγόν των ιερωμένων».

16. Ευχέλαιο

Στην Ορθόδοξη Εκκλησία το Μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου τελείται σε κάθε περίπτωση. Η προτροπή του Αδελφόθεου Ιακώβου είναι ρητή: «Ασθενεί τις εν υμίν; Προσκαλεσάσθω τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν επ' αυτόν αλείψαντες αυτόν ελαίω εν τω ονόματι Κυρίου...» (Ιακ. Ε, 14-15). Οι παπικοί αντίθετα και πάλι, χρησιμοποιούν το μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου μόνο μια φορά και μόνο στους ετοιμοθανάτους, σαν τελευταίο εφόδιο.

17. Το σημείο του Σταυρού

Παράδοση της Εκκλησίας είναι να κάνουμε το σημείο του Σταυρού με τα τρία δάκτυλα, που συμβολίζουν τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Οι παπικοί, αντιθέτως, τον κάνουν με τα τέσσερα δάκτυλα, γιατί κοντά στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, πρόσθεσαν και το πρόσωπο της Παναγίας, απόρροια της Μαριολατρείας. Επίσης, το σημείο του Σταυρού οι καθολικοί το κάνουν όχι από τα δεξιά προς τα αριστερά, αλλά από τα αριστερά προς τα δεξιά.

18. Θεία Λειτουργία

Αρχαία τάξη στην Εκκλησία είναι ο ιερέας να τελεί μια μόνο Θεία Λειτουργία την ημέρα και πάνω στην Αγία Τράπεζα να τελείται μόνο μια Θεία Λειτουργία καθημερινά. Η παπική «Εκκλησία», όμως, καθιέρωσε ο ιερέας να τελεί περισσότερες από μια Θείες Λειτουργίες και μάλιστα πάνω στην ίδια Τράπεζα.

19. Ναός

Οι παπικοί Ναοί δεν είναι στραμμένοι προς την Ανατολή, όπως είναι οι ορθόδοξοι, αλλά προς τη Δύση. Αυτό φαίνεται προκλητικότατα στο μεγάλο Ναό της Ρώμης, τον Άγιο Πέτρο
Ο Μ. Βασίλειος γράφει σχετικά: «Πάντες ορώμεν κατά ανατολάς επί των προσευχών, ότι την αρχαίαν επιζητούμεν πατρίδα, τον Παράδεισον, όν εφύτευσεν Αδάμ εν Εδέμ, κατά ανατολάς».

20. Εκκλησιαστικές τέχνες

Η τέχνη της Δύσεως, η μουσική, η αρχιτεκτονική και η αγιογραφία, έχει καθαρά ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, σε αντίθεση με αυτήν της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στην δυτική ζωγραφική παράσταση ο Χριστός φαίνεται ως άνθρωπος και η Θεοτόκος και οι άγιοι ως κοινοί, μη μεταμορφωθέντες άνθρωποι. Και η φύση παρουσιάζεται «νατουραλιστικά», χωρίς μετοχή στο άκτιστο φως. Αντίθετα, η Ορθόδοξη εικόνα εικονίζει τον Θεάνθρωπο Χριστό και τα μεταμορφωμένα πρόσωπα της Θεοτόκου και των Αγίων μέσα στον επίσης μεταμορφωμένο από την Άκτιστη Χάρη κτιστό κόσμο.
Στους Ναούς τους οι δυτικοί έχουν αγάλματα αντί για εικόνες και στις «ακολουθίες» τους χρησιμοποιούν μουσικά όργανα, κάτι που δεν είναι σύμφωνο με την παράδοση της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

21. Νηστεία

«Χαλαραί αντιλήψεις επεκράτησαν παρά τη ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και ως προς τον ιερόν θεσμόν της νηστείας. Ο Σπυρίδων Μακρής γράφει περί των νηστειών των Λατίνων: «Αι νηστείαι της Δυτικής Εκκλησίας είναι ελαφρότεραι των της Ανατολικής, απαγορεύουσαι κυρίως το κρέας μόνον, οι δε κατά τόπους επίσκοποι έχουν το δικαίωμα της ρυθμίσεως των νηστειών». Ο ουνίτης επίσκοπος Υάκινθος, αναφερόμενος εις τον νόμον της λατινικής νηστείας, γράφει: «Ο νόμος της νηστείας επιτρέπει εν μόνο γεύμα την ημέραν, κατά το οποίον δύναταί τις να φάγη όσον θέλει και ό,τι θέλει. Αρκεί να μη διαρκέση το γεύμα περισσότερον από δυο ώρας»...Η νηστεία παύει πατά τοις ρωμαιοκαθολικοίς να αποτελή πνευματικόν όπλον προς καθαίρεσιν των σκιρτημάτων της σαρκός και μέσον άριστον γενικώτερον προς εγκράτειαν. Υλιστικόν νεωτερισμόν αποτελεί η ουσιαστική κατάργησις του ιερού θεσμού της νηστείας υπό της παπικής Εκκλησίας. Ο Μ> Βασίλειος ελέγχει πάντα επιχειρούντα την κατάργησιν της νηστείας: «Αρχαίον δώρον η νηστεία, ου παλαιούμενον και γηράσκων, αλλ' ανανεούμενον αεί...νηστεία εν παραδείσω ενομοθετήθη. Την πρώτην εντολήν έλαβεν Αδάμ, Από του ξύλου του γινώσκειν καλόν και πονηρόν ου φαγείσθε. Το δε, ου φάγεσθε, νηστείας εστί και εγκρατείας νομοθεσία...» (Αρχιμ. Σπ. Μπιλάλη, Ορθοδοξία και Παπισμός, σελ. 250,1).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

«Συνέπεια όλων των ανωτέρω είναι ότι στον Παπισμό έχουμε απόκλιση από την ορθόδοξη Εκκλησιολογία. Ενώ στην Ορθόδοξη Εκκλησία δίνεται μεγάλη σημασία στη θέωση που συνίσταται στην κοινωνία με τον Θεό, δια της οράσεως του ακτίστου Φωτός, οπότε οι θεούμενοι συνέρχονται σε Οικουμενική Σύνοδο και οριοθετούν ασφαλώς την αποκαλυπτική αλήθεια σε περιπτώσεις συγχύσεως, εν τούτοις στον Παπισμό δίνεται μεγάλη σημασία στον θεσμό του Πάπα, ο οποίος Πάπας υπέρκειται ακόμη και από αυτές τις Οικουμενικές Συνόδους. Σύμφωνα με την λατινική θεολογία ‘η αυθεντία της Εκκλησίας υπάρχει τότε μόνον όταν στηρίζεται και εναρμονίζεται με την θέληση του Πάπα. Σε αντίθετη περίπτωση εκμηδενίζεται'...
Υπάρχουν μεγάλες θεολογικές διαφορές, οι οποίες καταδικάσθηκαν από την Σύνοδο επί Μεγάλου Φωτίου και στην Σύνοδο επί αγίου Γρηγορίου του Παλαμά, όπως φαίνεται και στο ‘Συνοδικό της Ορθοδοξίας'. Επί πλέον και οι Πατέρες της Εκκλησίας και οι Τοπικές Σύνοδοι μέχρι τον 19ο αιώνα καταδίκαζαν όλες τις πλάνες του Παπισμού. Το πράγμα δεν θεραπεύεται ούτε βελτιώνεται από κάποια τυπική συγγνώμη που θα δώση ο Πάπας για ένα ιστορικό λάθος, όταν οι θεολογικές απόψεις του είναι εκτός Αποκαλύψεως και η Εκκλησιολογία κινείται σε εσφαλμένο δρόμο, αφού μάλιστα ο Πάπας παρουσιάζεται ως ηγέτης του Χριστιανικού κόσμου, ως διάδοχος του Αποστόλου Πέτρου και βικάριος-αντιπρόσωπος του Χριστού πάνω στη γη, ωσάν ο Χριστός να έδωσε την εξουσία του στον Πάπα και Εκείνος αναπαύεται ευδαίμων στους Ουρανούς». (Σεβ. Μητροπολίτου Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιεροθέου, Βασικά σημεία διαφοράς μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας και Παπισμού, εφ. Παρέμβαση, Απρίλιος 2001.

Μετά από όσα παρατέθηκαν, αντιλαμβανόμαστε ότι ο Δυτικός Χριστιανισμός (Παπισμός - Προτεσταντισμός) είναι ένας εντελώς διαφορετικός κόσμος. ‘Άλλη θεολογία, άλλη κοσμολογία, άλλη ανθρωπολογία, οι οποίες οδηγούν σε διαφορετική βιοθεωρία, διαφορετική κουλτούρα διαφορετικό πολιτισμό και επομένως σε μια εντελώς διαφοροποιημένη νοοτροπία που καταλήγει σε μια ξένη, ως προς την ορθόδοξη, πνευματικότητα και καθημερινότητα του ανθρώπου.
Σε μία εποχή που όλοι τείνουν σε ενοποιήσεις και πολύς λόγος γίνεται για το αύριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, οι λόγοι του μακαριστού π. Ιουστίνου Πόποβιτς ηχούν στα αυτιά μας ως προφητικό κάλεσμα επαγρυπνήσεως και εγρηγόρσεως:
«Όλοι οι ευρωπαϊκοί ουμανισμοί, από τους προ της Αναγεννήσεως, της Αναγεννήσεως και περαιτέρω, οι προτεσταντικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί, κοινωνικοί, επιστημονικοί, πολιτιστικοί και πολιτικοί επεδίωκαν εν γνώσει η εν αγνοία και αδιακόπως επιδιώκουν, ένα πράγμα: να αντικαταστήσουν την πίστιν εις τον Θεάνθρωπον με την πίστιν εις τον άνθρωπον, να αντικαταστήσουν το ευαγγέλιον του Θεανθρώπου με το ευαγγέλιον κατ' άνθρωπον, την φιλοσοφίαν κατά Θεάνθρωπον με την φιλοσοφίαν κατ' άνθρωπον, την κουλτούραν κατά Θεάνθρωπον με την κουλτούραν κατ' άνθρωπον. Με μιαν λέξιν, να αντικαταστήσουν την ζωήν κατά Θεάνθρωπον με την ζωήν κατ' άνθρωπον. Και ταύτα συνέβαινον επί αιώνας, έως ότου τον παρελθόντα αιώνα, το 1870, εις την Α' Σύνοδον του Βατικανού, όλα αυτά συνεκεφαλαιώθησαν εις το δόγμα του αλάθητου του Πάπα. Έκτοτε το δόγμα αυτό απέβη το κεντρικό δόγμα του παπισμού. Δια τούτο επί των ημερών μας εις την Β' Σύνοδον του Βατικανού τόσον επιμόνως και επιδεξίως συνεζητήθη και υπεστηρίχθη το απαραβίαστον και το αναλλοίωτον αυτού του δόγματος.
Το δόγμα τούτο έχει κοσμοϊστορικήν σημασίαν δι' όλην την τύχην της Ευρώπης, μάλιστα δε δια τους αποκαλυπτικούς καιρούς της, εις τους οποίους έχει ΄δη εισέλθει Διά του δόγματος αυτού όλοι οι ευρωπαϊκοί ανθρωπισμοί απέκτησαν το ιδεώδες και το είδωλόν των: ο άνθρωπος ανεκηρύχθη υπερτάτη θεότης, πανθεότης. Το ευρωπαϊκόν ουμανιστικόν πάνθεον απέκτησε τον Δία του» (Ι. Πόποβιτς, Άνθρωπος και Θεάνθρωπος, εκδ. Αστήρ, ε' έκδοσις, 1987, σελ. 149 - 150)


«Για όλους αυτούς τους λόγους η ένωσις δεν είναι υπόθεσις συμφωνίας μόνο σε κάποια δόγματα, αλλά αποδοχής του ορθοδόξου, θεανθρωποκεντρικού, χριστοκεντρικού, τριαδοκεντρικού πνεύματος στα δόγματα, στην ευσέβεια, στην εκκλησιολογία, στο κανονικό δίκαιο, στην ποιμαντική, στην τέχνη, στην άσκησι.
Για να γίνει αληθινή ένωσις θα πρέπει η εμείς να παρατηθούμε από τον Ορθόδοξο θεανθρωποκεντρισμό μας η οι Παπικοί από τον δικό τους ανθρωποκεντρισμό. Το πρώτο είναι αδύνατο να συμβή με την Χάρι του Κυρίου μας, διότι αυτό θα ήταν προδοσία στο Ευαγγέλιο του Χριστού μας. Αλλά και το δεύτερο είναι δύσκολο να συμβή. Όμως «τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστίν».
Πιστεύουμε ότι δεν συμφέρει και στους μη Ορθοδόξους να παραιτηθούμε εμείς από την Ορθοδοξία μας. Όσο υπάρχει η Ορθοδοξία, σώζεται η ακαινοτόμητος ευαγγελική πίστις, η «άπαξ παραδοθείσα τοις Αγίοις». Υπάρχει ζωντανή η μαρτυρία της πραγματικής κοινωνίας του Θεού με τον άνθρωπο, η αλήθεια της Εκκλησίας ως θεανθρωπίνης κοινωνίας. Έτσι ακόμη και οι ετερόδοξοι που την έχασαν, γνωρίζουν ότι κάπου υπάρχει. Ελπίζουν. Ίσως κάποτε την αναζητήσουν μεμονωμένα η συλλογικά. Θα την βρουν και θα αναπαυθούν. Ας κρατήσουμε αυτήν την αγία πίστι όχι μόνο για μας αλλά και για όλους τους αδελφούς ετεροδόξους και για όλο τον κόσμο. Η θεωρία περί δύο πνευμόνων, διά των οποίων αναπνέει η Εκκλησία, δηλαδή του Παπισμού και της Ορθοδοξίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή από Ορθοδόξου πλευράς, διότι ο ένας πνεύμων (ο Παπισμός) δεν ορθοδοξεί και το γε νυν έχον νοσεί ανιάτως.
Ευχαριστούμε την Παναγία και Ζωαρχική Τριάδα για το μεγάλο δώρο Της, την αγία Ορθόδοξο Πίστι μας και για τους ευσεβείς προγόνους, διδασκάλους, ιερείς και αρχιερείς και πνευματικούς μας πατέρας, που μας εδίδαξαν και παρέδωσαν αυτήν την αγία Πίστι.
Ομολογούμε, ότι δεν θα αναπαυόμασταν σε μια Εκκλησία που εν πολλοίς υποκαθιστά τον Θεάνθρωπο Χριστό με τον «αλάθητο» άνθρωπο «πάπα» η «προτεστάντη».
Πιστεύουμε ότι η Εκκλησία μας είναι Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, που έχει το πλήρωμα της Αληθείας και της Χάριτος. Λυπούμεθα, γιατί οι ετερόδοξοι Χριστιανοί δεν ημπορούν να χαρούν αυτό το πλήρωμα, και μάλιστα κάποτε προσπαθούν και να παρασύρουν και προσηλυτίσουν τους Ορθοδόξους στις κοινότητές τους, όπου μόνον μια μερική, αποσπασματική και διαστρεβλωμένη άποψι της αληθείας έχουν. Εκτιμούμε την όση αγάπη έχουν για το Χριστό και όσα καλά έργα κάνουν, αλλά δεν ημπορούμε να δεχθούμε ότι η ερμηνεία που δίδουν στο Ευαγγέλιο του Χριστού είναι σύμφωνη με την διδασκαλία του Χριστού, των αγίων Αποστόλων, των αγίων Πατέρων και των αγίων Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων.
Προσευχόμεθα ο αρχιποιμήν Χριστός, ο μόνος αλάθητος Αρχηγός και Κεφαλή της Εκκλησίας, εκείνους μεν να οδηγήση στην Αγία Ορθόδοξο Εκκλησία, που είναι το πατρικό τους σπίτι, από το οποίο κάποτε απεσκίρτησαν, εμάς δε τους Ορθοδόξους να φωτίση, ώστε να παραμείνουμε άχρι θανάτου πιστοί στην αγία και ακαινοτόμητο Πίστι μας, όλο και περισσότερο στερεούμενοι και εμβαθύνοντες σ' αυτήν, «μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του Υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». «Αμήν». 


(Αρχιμ. Γεωργίου Καψάνη, Ορθοδοξία και Ρωμαιοκαθολικισμός (Παπισμός) (Κύριαι Διαφοραί), εκδ. Σταμούλης 2006) 

http://www.impantokratoros.gr/papismos-kakodoxies.el.aspx

Friday, October 16, 2015

Buddhism and Eastern Asceticism Compared to Orthodox Christian Asceticism ( Archimandrite Zacharias of Essex )



It is unfortunate that there is widespread confusion, not to mention delusion, in the inexperienced, whereby the Jesus Prayer is thought to be equivalent to yoga in Buddhism, or 'transcendental meditation', and other such Eastern exotica. Any similarity, however, is mostly external, and any inner convergence does not rise beyond the natural 'anatomy' of the human soul. The fundamental difference between Christianity and other beliefs and practices lies in the fact that the Jesus Prayer is based on the revelation of the One true living and personal God as Holy Trinity No other path admits any possibility of a living relationship between God and the person who prays.

Eastern asceticism aims at divesting the mind of all that is relative and transitory, so that man may identify with the impersonal Absolute. This Absolute is believed to be man's original 'nature', which suffered degradation and degeneration by entering a multiform and ever-changing earth-bound life. Ascetic practice like this is, above all, centered upon the self, and is totally dependent on man's will. Its intellectual character betrays the fullness of human nature, in that it takes no account of the heart. Man's main struggle is to return to the anonymous Supra-personal Absolute and to be dissolved in it. He must therefore aspire to efface the soul (Atman) in order to be one with this anonymous ocean of the Suprapersonal Absolute, and in this lies its basically negative purpose.

In his struggle to divest himself of all suffering and instability connected with transient life, the eastern ascetic immerses himself in the abstract and intellectual sphere of so-called pure Existence, a negative and impersonal sphere in which no vision of God is possible, only man's vision of himself. There is no place for the heart in this practice. Progress in this form of asceticism depends only on one's individual will to succeed. The Upanishads do not say anywhere that pride is an obstacle to spiritual progress, or that humility is a virtue. The positive dimension of Christian asceticism, in which self-denial leads to one's clothing with the heavenly man, to the assumption of a supernatural form of life, the Source of which is the One True, Self-revealing God, is obviously and totally absent. Even in its more noble expressions, the self-denial in Buddhism is only the insignificant half of the picture. In the mind's desire to return to its merely 'natural' self, it beholds its own nakedness in a 'cloud of divestiture'. But at this point there is a grave risk of obsession with itself, of its marvelling at its own luminous but created beauty, and worshipping the creature more than the Creator (Rom. 1:25). The mind has by now begun to deify or idolize its self and then, according to the words of the Lord, 'the last state of that man is worse than the first' (Matt. 12:45).

Such are the limits of Eastern styles of contemplation, which do not claim to be the contemplation of God, and are in fact man's contemplation of himself. This does not go beyond the boundaries of created being, nor does it draw anywhere near to the Truth of primordial Being, to the uncreated living God Who has revealed Himself to man. This kind of practice may well afford some relaxation or sharpen man's psychological and intellectual functions, yet 'that which is born of the flesh is flesh' (John 3:6) and 'they that are in the flesh cannot please God' (Rom. 8:8).

In order to be authentic, any divestiture of the mind from its passionate attachments to the visible and transitory elements of this life must be linked to the truth about man. When man sees himself as he is in the sight of God, his only response is one of repentance. Such repentance is itself a gift of God, and it generates a certain pain of the heart which not only detaches the mind from corruptible things, but also unites it to the unseen and eternal things of God. In other words, divestiture as an end in itself is only half the matter, and it consists of human effort operating on the level of Created being. Christianity on the other hand, enjoins the ascetic to strive in the hope and expectation that his soul will be clothed, invested, with the grace of God, which leads him into the fullness of the immortal life for which he knows he has been created.

Many admire Buddha and compare him to Christ. Buddha is particularly attractive because of his compassionate understanding of man's condition and his eloquent teaching on freedom from suffering. But the Christian knows that Christ, the Only begotten Son of God, by His Passion, Cross, Death and Resurrection, willingly and sinlessly entered into the totality of human pain, transforming it into an expression of His perfect love. He thereby healed His creature from the mortal wound inflicted by the ancestral sin, and made it 'a new creation' unto eternal life. Pain of heart is therefore of great value in the practice of prayer, for its presence is a sign that the ascetic is not far from the true and holy path of love for God. If God, through suffering, showed His perfect love for us, similarly, man has the possibility, through suffering, to return his love to God.

Consequently, prayer is a matter of love. Man expresses love through prayer, and if we pray, it is an indication that we love God. If we do not pray, this indicates that we do not love God, for the measure of our prayer is the measure of our love for God. St. Silouan identifies love for God with prayer, and the Holy Fathers say that forgetfulness of God is the greatest of all passions, for it is the only passion that will not be fought by prayer through the Name of God. If we humble ourselves and invoke God's help, trusting in His love, we are given the strength to conquer any passion; but when we are unmindful of God, the enemy is free to slay us.

The title was added for publication on this site. The untitled excerpt is from Chapter 5, "The Building Up of the Heart by Vigilance and Prayer".

From The Hidden Man of the Heart: The Cultivation of the Heart in Orthodox Christian Anthropology, by Archimandrite Zacharias (Waymart, PA: Mount Thabor Publishing, 2008), pp. 66-68. Copyright 2008, The Stavropegic Monastery of St John the Baptist, Essex, UK. Posted on 8/9/2008 with the permission of the publisher.

Archimandrite Zacharias


Source-www.pravoslavie.ru/english

Ο π. Σίμων Αγιορείτης μιλά για τον Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη (μέρος β´)






Ο π. Σίμων Αγιορείτης μιλά για τον Γέροντα Ευμένιο Σαριδάκη (μέρος α´)






Monday, October 12, 2015

Αγιος Παϊσιος για τα άρρωστα παιδάκια που πάσχουν απο λευχαιμία και Μεσογιακή αναιμία.


 

- Γέροντα, αυτό το άρρωστο παιδάκι, που έφεραν σήμερα οι γονείς του, πολύ ταλαιπωρείται.
 

- Ε, σιγά-σιγά θα ξεπεράση την αρρώστια του, αλλά θα του μείνη μια ευαισθησία, για να
θυμάται την αρρώστια του, και αυτή η ευαισθησία θα το βοηθάη πνευματικά.

- Και τα παιδάκια, Γέροντα, που έχουν λευχαιμία πολύ υποφέρουν.
-Αυτά πολύ τα βοηθάει η Θεία Κοινωνία. Πολλά παιδάκια ξεπέρασαν την αρρώστια τους με την Θεία Κοινωνία. Όταν διαβάζουμε τον 145ο Ψαλμό, με τον οποίο παρακαλούμε τον Θεό
να σταματήσουν οι αιμορραγίες, να προσευχώμασε να βοηθήση ο Θεός τα παιδάκια που έχουν λευχαιμία, αλλά και να υπάρχη αίμα στα νοσοκομεία για τα παιδιά που έχουν μεσογειακή αναιμία. Τα παιδιά αυτά περνούν μαρτύριο μεγαλύτερο και από το μαρτύριο των παιδιών που έσφαξε ο Ηρώδης. Τα παιδάκια έχουν καθαρό μισθό από την ταλαιπωρία της αρρώστιας, γιατί δεν έχουν αμαρτίες. 


Πόσα μικρούτσικα παιδιά θα δούμε στην άλλη ζωή να είναι με το μαρτυρικό, το αγγελικό, τάγμα εκείνων των νηπίων! Μωρά δύο μηνών, να τα εγχειρήζουν, να τους βάζουν ενέσεις, ορούς! Που να βρουν φλέβα στα καημένα! Τα τρυπούν από ‘δώ – από ‘κεί... Να βλέπης παιδάκι να έχη όγκο στο κεφάλι και να του κάνουν ακτίνες, να
βάζουν κάτι καλώδια σε ένα τόσο δα κεφαλάκι. Εδώ ένας μεγάλος δεν μπορεί να αντέξη, που να
αντέξουν τα παιδάκια!
- Αυτά τα παιδάκια, Γέροντα, τελικά θεραπεύονται ή πεθαίνουν;
- Ε, πολλά φυσικά πεθαίνουν, αλλά και οι γονείς πως να τα αφήσουν.
- Γέροντα, αξίζει τον κόπο οι παιδίατροι να προσπαθούν να διατηρήσουν στην ζωή τα
πρόωρα βρέφη;
- Οι γιατροί πρέπει να κάνουν ό,τι μπορούν και παράλληλα να προσεύχωνται γι’ αυτά.
«Θεέ μου, να λένε, αν είναι αυτό το παιδί να ζήση και να υποφέρη σε όλη του την ζωή, τότε, Σε
παρακαλώ, να το πάρης». Να φροντίζουν όμως να βαπτίζωνται τα βρέφη, και τότε θα τους
προϋπαντήσουν στον Παράδεισο με αναμμένη λαμπάδα.
Και όταν είναι μεγαλύτερα τα παιδιά, πρέπει οι γιατροί πολύ να προσέξουν πως θα πουν την διάγνωση. Οκτώ χρονών παιδάκι του είπε ο γιατρός: «Θα τυφλωθής». Έρχεται και μου λέει
και ο πατέρας μπροστά στο παιδί: «Το πήγαμε στο εξωτερικό για εξετάσεις και μας είπαν ότι θα
τυφλωθή». Και καλά να είναι το παιδί, η στενοχώρια μπορεί να το χτυπήση όπου έχει
ευαισθησία, πόσο μάλλον αν είναι άρρωστο! 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/10/blog-post_9866.html

Prophecies Of St Seraphim Of Vyritsa (1866-1949)


The Elder said that a time will come (it is already coming!) when the debauchery and moral decline of the young will reach their ultimate point. Virtually no-one will remain uncorrupted. Seeing their impunity, the young will consider that everything is permitted them for the satisfaction of their whims and lusts. They will begin to gather in groups and gangs, stealing and debauching themselves. But a time will come when the voice of God will be heard, when the young will understand that it is not possible to go on living in that way. They will come to the faith in various ways, drawn ever more strongly to the ascetic life. Those who before were sinners and drunkards will fill the churches and greatly thirst for spiritual life. Many of them will become monks. Monasteries will open, churches will be filled with the faithful. Then young people will go on pilgrimages. It will be a glorious time! The repentance of those that sin now will be all the more ardent...

The storm will pass over the Russian land,
The Lord will forgive the Russian people their sins.
And in Divine and Holy beauty the Cross
Will shine brightly above the Church of God once more.
And the ringing of bells will awaken
All our Holy Rus to salvation from the slumber of sin.
Holy monasteries will open anew, And faith in God will unite all.

The salvation of the world is from Russia. St Petersburg will become the spiritual centre of the country. There will be more great events in Russia - the opening and glorification of holy relics in St Petersburg - a great joy for the whole world...

The Orient will be baptized in Russia. The whole heavenly world is praying for the enlightenment of the Orient.

A time will come when there will be a spiritual flowering in Russia. Many churches and monasteries will open, even those of other faiths will come to us in ships to be baptized. But this will not last long - for about fifteen years, then Antichrist will come ...

The time will come when there will be no persecution, but money and the attractions of this world will draw people away from God and many more souls will perish than during the period of open militant atheism. On the one hand, they will raise up crosses and gild cupolas, but on the other hand, the kingdom of lies and evil will come. The True Church will always be persecuted. Salvation will only be possible through sorrows and illness, persecutions will take on a very refined and unpredictable character. It will be terrible to live to those times.

A time will come when Russia will be torn apart. First they will split her up, then they will start to plunder her wealth. The West will in every way try to further Russia’s destruction and hand over her eastern part to China. The Far East will fall into the hands of the Japanese. Siberia will fall to the Chinese, who will start to settle in Russia, marry Russians and eventually, through cunning and craft, occupy all Siberia as far as the Urals. When China tries to go further, the West will oppose it.

Many countries will fall on Russia, but she will survive, though losing a great part of her territory. That war, foretold by the Holy Scriptures, will bring about the unity of mankind. People will understand that it will be impossible to go on, otherwise every living thing will die. They will elect a single government – this will be the antichamber for the reign of Antichrist. Then the persecution of Christians will begin...

Among the disciples of St Seraphim, there were two eldresses, Pulcheria and Alexandra. Both had the gift of clairvoyance and the same gift of prophecy as their spiritual father. Of the future they said the following:

Much blood will be shed inside our country during a war with peoples of the Caucasus. A time will come when they will take away the red flags…the rule of the House of Romanov will not come all at once, there will a time of transition. Then Russia will be ungovernable, there will be a power struggle in Russia. At a difficult time for Russia someone who has been miraculously saved from the House of Romanov will come to power...

Sunday, October 11, 2015

Keeping our soul clean ( Abba Dorotheos )


             
Penetrate mentally, O brethren, into the nature of things, and beware lest you be negligent, for even a small negligence subjects us to great dangers. I went not long ago to one brother, and finding him completely worn out from illness, I conversed with him and learned that he had been in a fever for only seven days, but then another forty days had passed and he still had not recovered his strength. So you see, O brethren, how a man suffers when he falls into a condition which is not natural to him. Another may never take care of his body's minor disorders, not realizing that if his body were to suffer even a slight illness, especially if he is weak, much time and labor will be needed for him to completely recover. This humble monk was sick for seven days, and see how many days passed and he still finds no comfort and cannot regain his strength.

Thus it happens also with the soul: one person sins a little, but what a great amount of time he later spends shedding his blood to correct himself! However, physical ailments are prolonged for many reasons—either the physician is unskilled and gives one medicine when he should have given another, or the patient does not conduct himself properly and does not follow the prescriptions of the physician. But with regard to the soul it is different. We cannot call the physician unskilled, and say that he does not give the right medicine. For the physician of souls is Christ, Who knows everything and gives a fitting treatment for every passion. Against vainglory He has given the commandment of the humility of wisdom, against love of pleasure the commandment of continence, against love of silver the commandment of almsgiving, and in short, every passion has as its treatment a corresponding commandment, so that no one can say that the physician is unskilled, or that the medicines are old and therefore ineffective; for the commandments of Christ never grow old—to the contrary, the more they are fulfilled, the more they renew themselves. Therefore nothing hinders the health of the soul but its own lawlessness.

And so let us pay heed to ourselves O brethren, let us labor while we have time. Why do we not take a care for ourselves? Let us do at least something good so as to find help in the time of temptation! Why do we ruin our own lives? We hear so much, yet we do not take a care for ourselves, and we disdain everything. We see how our brethren are taken from our midst, yet we do not pay heed to ourselves, although we know that we too draw ever nearer to death. See, from the time we have sat down to converse up till now, we have passed two to three hours of our lives and have drawn closer to death, and although we see that we are losing time, we have no fear. How is it that we do not remember the words of the elder who said, "If someone looses gold or silver he can find some other to replace it; but if we lose time by living in idleness and sloth, we will not be able to find any other time in place of what was lost—verily we will seek even a single hour of this time and will not find it. How many men are there who desire to hear the word of God but do not receive what they desire, and we hear so much yet disdain it, and do not wake up! God knows, I am astonished at the insensitivity of our souls—that we could be saved yet we do not want to be. For we could cut off our passions while they are still young, but we do not concern ourselves with this, and allow them to gain strength against us so that we might come to a worse end. For it is one thing, as I have many times said to you, to uproot a small blade of grass, because it is easily pulled out; but it is another thing to uproot a great tree.

One great elder was walking with his disciple in a certain place where there were several cypresses, great and small. The elder told one of his disciples, "Uproot this cypress. The cypress was small, and the brother immediately pulled it out with one hand. Then the elder pointed to a second which was larger than the first and said, "Uproot this one too." The brother pulled it this way and that with both hands and finally pulled it out. Again the elder showed him yet a larger tree, and with great labor he uprooted that one also. Then he showed him a yet larger one, the brother with the greatest labor at first pulled it back and forth, labored and sweated, and finally he pulled out this one also. Then the elder showed him one that was even larger, but although the brother labored sweated much over it, he still could not uproot it. When the elder saw that he did not have the strength to do this, he commanded another brother to stand and help him; and together they barely managed to uproot it. Then the elder said to the brethren, "And so it is with the passions, brethren; while they are small, if we want we can easily uproot them; but if we are negligent about them because they are insignificant, they will become strong, and the stronger they are the greater labor will be demanded of us. And when they become very strong in us, then even with great effort we will not be able to uproot them ourselves, without the aid of the saints who help us according to God."

Do you see how significant are the words of the early elders? The prophet teaches us this same thing, in the psalm, O daughter of Babylon, thou wretched one, blessed shall he be who shall reward thee wherewith thou hast rewarded us. Blessed shall he be who shall seize and dash thine infants against the rock (Ps. 136:11,12). Let us examine what has been said in order. Babylon he calls joining or disturbance—this is what that word signifies, being derived from the word Babel, which means also Sichem. The daughter of Babylon signifies enmity; for the soul at first is disturbed and then gives birth to sin. He calls her wretched because, as I have told you before, evil has no existence in itself, but receives its existence from our negligence, and in turn is uprooted and destroyed by our striving for virtue. Then St. David speaks as it were to her, Blessed shall he be who shall reward thee wherewith thou has rewarded us. Let us see what we have given, what we have accepted and what we would like to give? We gave our will and received sin. This passage calls blessed those who give to her, and "to give" here means: no longer to perform sin. Then he adds, Blessed shall he be who shall seize and dash thine infants against the rock; blessed is he who from the very beginning does not at all accept what is born of you, that is, evil thoughts, and gives them no room to grow in himself and bring evil into action; but swiftly, while they are still small and before they have grown strong and risen up against him, he takes them and crushes them against the rock, which is Christ (I Cor. 10:4), and destroys them, hastening to Christ. Behold how both the elders and the Holy Scripture are in agreement between themselves, and how they glorify those who labor to cut off their passions while they are still young, before experiencing the misfortune and bitterness they bring.

And so let us strive, O brethren, to receive mercy; let us labor a little and find great repose. The Fathers have told us how a man should gradually purify himself: every evening he should examine himself as to how he spent the day, and again in the morning how he spent the night, and repent before God for however he may have sinned. In truth, since we sin much, we need, because of our forgetfulness, to examine ourselves even after the passing of six hours as to how we spent the time and in what we have sinned. And each one of us should say to himself, "Did I not say something which angered my brother? When I saw him occupied with some work did I not judge him? Did I not belittle him and speak evil against him? Did I not ask something from the cellarer, and when he did not give it to me, did I not judge him and murmur against him? If the food was not good did I not say something about it? Or being embittered, did I not murmur against my own self?" For if someone should murmur even against himself, this is a sin. We should likewise say to ourselves, "Did the canonarch or some other brother say some unpleasant word to me and I did not endure it but talked back to him?" In this way we should daily probe ourselves as to how we spent the day. And in the same way each one should test himself how he spent the night: Did he arise with fervor for the Vigil? Or did he murmur against the one who woke him up? Or was he fainthearted against him? We should know that the one who awakens us for the Vigil show us a great benefaction and is for us the cause of great good things, for he awakens us in order that we might converse with God, pray for our sins, be enlightened and receive benefit of soul. How should we not give thanks to such a benefactor? In truth we should revere him just as if through him we receive salvation.

I will relate to you something miraculous which I heard concerning a great and clairvoyant elder. Standing in the church he saw that when the brethren began the psalmody, a certain light-bearing being came out of the altar, bearing what appeared to be a little case with myrrh and a brush. He moistened the brush in the case and went about all the brethren, placing a sign on each of them and on the places of certain of those who were absent, but he passed by the places of other ones who were absent. Toward the end of the divine service, they again saw that he came out of the altar and did the same thing. Once the elder stopped him and fell to his feet, entreating him to explain to him what he was doing and who he was. That light-bearing man replied to him, "I am an angel of God, and it has been commanded me to seal with this sign those who come to church at the beginning of the psalmody and remain to the end of it, for their zeal, striving, and good will." The elder asked him, "But why do you make the sign on the places of certain of those who are absent?" In reply to this the Holy Angel said to him, "Those of the brethren who are zealous and have a good will have left church because of extreme exhaustion, with the blessing of the fathers, or likewise by some command, being occupied with their obedience and therefore they are not here, so that although they are not in church, they still receive their blessing, for by their good will they are present together with those who sing. Only to those who could be in church and do not come out of laziness it is commanded not to give the sign, inasmuch as these make themselves unworthy of it." Do you see what gifts the brother who awakens you for the church rule is the cause of? Strive then O brethren never to be deprived of the sign of the holy angel; if it happens sometime that you be lazy and that others should remind you of this, you should not be indignant, but, having in view the benefit of such a reminder, you should give thanks to the one who reminds, whoever he might be.

When I was living in coenobitism, the Abbot, at the advice of the elders, made me the receiver of visitors, while not long before this I had had a severe illness. And thus it happened that visitors would come in the evening and I would spend the evening with them; then camel-drivers would come, and I would serve them; and often after I had gone to sleep, another need would arise, and they would wake me up, and meanwhile the hour of the Vigil would also be approaching. Hardly would I have fallen asleep when the canonarch would wake me up; but from labor or from illness I would be exhausted, and sleep would again take such possession of me that, weakened by fever, I would not remember myself and would answer through sleep: "Very well, my lord, may God remember your love and reward you; you have commanded, I will come, O lord." Then when he went out, I would again fall asleep and be very sad that I was late in going to church. And since the canonarch couldn't wait for me, I begged two brethren, one to wake me up, and the other not to let me doze at the Vigil; and believe me, brethren, I revered them as if through them my salvation was accomplished, and maintained toward them great piety. So you also should act with regard to those who rouse you to the church rule and to every good deed. Therefore each of us, as we have said, should test himself as to how he spent the day and night—did he stand with attention at psalmody and prayer, or was he distracted by passionate thoughts? Did he listen to the divine reading diligently, or, leaving the psalmody did he depart from church with his mind distracted? If one constantly tests himself in this way, he repents over his sins and strives to be corrected—then he will begin to lessen the evil within himself. And if he has made nine mistakes, he will in the future make only eight, and thus, advancing gradually with God's help, he will not allow the passions to grow strong in him. For it is a great misfortune for someone to fall into the habit of passion, because as we have said, although he might wish to repent, he will not be able to overcome the passion by himself if he does not receive help from the saints.

Would you like me to tell you about a certain brother for whom a passion was converted into a habit? Listen to something which deserves much lamentation. When I lived in the coenobium, the brethren in their simplicity, I think, confessed to me their thoughts, and the Abbot at the advice of the Elders commanded me to take this concern upon myself. Once there came to me one of the brothers who said to me, "Forgive me father and pray for me: I steal and eat." I asked him, "Why? Are you hungry?" He replied, "Yes, I do not get enough at the brothers' trapeza and I cannot ask." I told him, "Why don't you go and tell the Abbot?" He replied to me, "I am ashamed." I said to him again, "Do you wish me to go and tell him?" He said, "As it is pleasing to you, O master." And so I went and informed the Abbot of this. He said to me, "Show love and take care of him as you know how." Then I took him and said to the cellarer in his presence, "Show your love—when this brother will come to you give him as much as he wishes and do not refuse him in anything." Doing this the cellarer replied to me, "As you have ordered so will I fulfill it." Spending several days in this way the brother again came in and said to me, "Forgive me father, again I have begun to steal." I said to him, "But why? Doesn't the cellarer give you what you wish?" He replied to me, "Yes, forgive me, he gives me what I want, but I am ashamed before him." I said to him, "Are you ashamed also before me?" He replied, "No." Then I said to him, "Then whenever you wish come and take from me, but do not steal," for at that time I had the responsibility of being in the infirmary, and he came and took what he wished. But several days later he began again to steal, and he came with sorrow and told me, "Again I am stealing." I asked him, "Why my brother? Do I not give you what you want?" He replied, "Yes, you give me what I want." I said to him, "Then what is it, are you ashamed to take from me? He replied, "No." I said to him, "Then why do you steal?" He replied, "Forgive me, I myself do not know why; but I simply steal." Then I said to him, "At least tell me truthfully what you do with what you steal? He replied, "I give it to the donkey." And indeed it turned out that this brother stole pieces of bread, dates, figs, onions, and in general everything that he found, and hid it, some things under his bed, other things in different places, and finally not knowing where to use all this and seeing that it was spoiling, he brought it out and threw it away or gave it to the irrational creatures.

And so you see what it means to turn a passion into a habit? Do you see how pitiable this is, and what suffering it is? He knew that this was evil, he knew that he was doing wrong and he grieved and wept; however he was enticed, the poor wretch, by a bad habit which was formed in him because of his previous negligence. Abba Nisteroe has well said, "If someone is enticed by a passion he will be the slave of a passion." May the good God deliver us from evil habit, lest it be said to us, What profit is there in my blood when I go down into corruption? (Ps. 29:9). And how someone falls into a habit I have told to you many times. For a man who has become angry once is not necessarily called an angry man; one who has once fallen into fornication is not necessarily called a fornicator; and just because one has shown mercy to his neighbor on one occasion he is not necessarily called merciful. But just as with virtues so also with vices, from their frequent exercise the soul receives a certain habit, and then this habit either tortures the soul or give it repose. We have often repeated that virtue gives repose to the soul while vice tortures it, that is, virtue is natural, it is within us, for the seeds of virtues cannot be destroyed. And I have said that the more we do good, the more we acquire a habit for virtue, that is, we restore our natural characteristic to ourselves and ascend to our previous health, just as from having a cataract to our previous vision, or from some other ailments to our previous natural health. But it is not the same with regard to vice. Through exercise in vice we develop a tendency that is foreign and contrary to our nature, that is, we develop a tendency for a certain destructive infirmity, so that even if we want to be free of it we cannot without many prayers and tears which might incline Christ's mercy toward us. We note a similar thing in the body: there are certain kinds of food which by nature produce black bile, as for example cabbage, lentils, and certain other foods like these; but one becomes black-biled not because he once or twice eats cabbage or lentils or the like, but rather from eating them frequently. If the black bile should later increase in him, then fever occurs which torments him and brings other innumerable afflictions in its wake. The same thing happens with the soul: if one becomes hardened in sin, then an evil habit forms in the soul, and tortures it. However you should know also that the soul can have an attraction to certain passions, if it falls into committing this passion only once it immediately is in danger of falling also into a habit. The same thing happens also with the body: one man may have a disposition toward black bile from some previous negligence, so that a single one of the above-mentioned types of food can immediately produce black bile in him and cause a fever. And so one needs great attentiveness, effort and fear lest one fall into an evil habit.

Believe me brethren, if even one passion has become a habit in someone, he will deserve torment; it could happen that one might do ten good deeds but have one evil habit, and this one thing which proceeds from an evil habit supersedes his ten good deeds. If an eagle is caught in a net with one claw, even though the rest of him may be entirely outside the net, this small thing overcomes all his power. For is he not stuck in the net by that one claw even though he is otherwise entirely outside of it? Cannot the hunter seize him whenever he wishes? So also the soul: if even one passion turns into a habit, the enemy can overcome the soul whenever he wishes, for it is in his hands by reason of that passion. Therefore I also say to you constantly: do not allow any passion in you to become a habit, but labor and pray to God day and night so as not to fall into temptation. But if being human we should be conquered and fall into sin, let us then strive immediately to rise, let us repent over it, let us weep before God's goodness, let us keep vigil and struggle. And God, seeing our good will, humility, and contrition, will give us a hand of help and have mercy upon us. For to Him belongs all glory, honor and worship. Amen.

Abba Dorotheos

Περί Τούρκων ... ( Αγιος Παϊσιος )



οι Τούρκοι είναι βάρβαρος λαός… Πά, πά. Όταν σφάζαν τους Αρμένιους, για τρεις μέρες, μύριζε ολόκληρη η πόλη σαν σφαγείο… Οι Έλληνες ήταν κλεισμένοι στα σπίτια τους, δεν τολμούσε να βγει κανείς στο δρόμο, φωνάζανε, σκοτώνανε…, τρεις ολόκληρες μέρες.
— Ποιοί γέροντα; Ο Τούρκικος στρατός;
— (με έμφαση) Όχι μόνο ο στρατός αλλά και ο κόσμος, οι Τούρκοι και οι γέροι ακόμα. Βλέπεις ο άλλος πήγαινε και έσφαζε το γείτονα του, που είχαν ζήσει τόσα χρόνια δίπλα-δίπλα… Βάρβαρος λαός… έχουν κάνει πολλά… γι’ αυτό θα πληρώσουν, θα λειτουργήσουν οι πνευματικοί νόμοι, έχουν τα κόλυβά τους στο ζωνάρι.

Αγιος Παϊσιος

Saturday, October 10, 2015

Πως κλείνετε το ρήμα "EΓΩ" ( Αγιος Παϊσιος )


Προσωπική μου εμπειρία με τον γέροντα Παίσιο, αρχές της δεκαετίας του 80...
- Βρε παιδί μου μού λέει, δεν πάμε καλά γιατί κλείνουμε λάθος το ρήμα ΕΓΩ.
- Δηλαδή γέροντα;
- Να, εμείς το κλείνουμε ΕΓΩ, ΕΣΥ, ΑΥΤΟΣ, ενώ το σωστό είναι ΑΥΤΟΣ, ΕΣΥ, ΕΓΩ !
Και θαύμασα τότε ..."φιλολογικώς", την ευφυολογία του - πολλοί από εμάς πού τον βλέπαμε τότε αρκετές φορές τον χρόνο, γιατί πεταγόμαστε ένα 24ωρο στο Άγιο Όρος, -1979 κι αργότερα, δεν είχαμε καταλάβει συνειδητά την Αγιότητα του, και το διηγιόμουν σε όλους τούς φίλους μου, πολλά χρόνια όμως αργότερα, - ευτυχώς ζούσε, αν και άρρωστος ακόμη, κατάλαβα, "παιδαγωγικώ τω τρόπω " γιατί το είπε σε εμένα [ ή και σε μένα] αυτό.. Μεγάλος προορατικός και διακριτικός Γέροντας ! Την ευχή του να έχουμε..


Αγιος Παϊσιος