
Στις αρχές του 1953, που είχανε λιώσει τα χιόνια εκεί γύρω, πήγε ψάχνοντας και βρήκε το ασκητήριο του οσίου Δαβίδ. Η χαρά του απερίγραπτη. Βαθιά στην καρδιά του είχε φωλιάσει η επιθυμία να μιμηθεί τον όσιο Δαβίδ. Όσο μπορούσε, βέβαια.
Εκείνος τόσα χρόνια έζησε στην ερημιά, συντροφιά με τ’ αγρίμια, στη μικρή σπηλιά του, και γω –σκεφτόταν ο π. Ιάκωβος– να μην έρχομαι! Και περιμένω να ησυχάσω στο μοναστήρι από τους πειρασμούς; Και περιμένω να προοδεύσω στην υπακοή και στην ταπείνωση…
Από τους πρώτους μήνες του 1953 αύξησε την άσκησή του. Όσο περισσότερο με την άσκηση μίκραινε το θέλημα της σάρκας, τόσο ευκολότερα προόδευε στην υπακοή και την ταπείνωση. Κι έβλεπε ότι όσο περισσότερο είχε τις αρετές αυτές, τόσο η καρδιά του και ο νους του ανοιγόσανε στο Θεό. Ο π. Ιάκωβος δεν είχε διαβάσει βαθιά θεολογικά και νηπτικά έργα Πατέρων της Εκκλησίας. Λίγα εκκλησιαστικά μόνο και κάτι απλοϊκά ηθικιστικά που του δάνειζε η μυλωνού στο χωριό του. Το έπαιρνε το βιβλιαράκι από τη μυλωνού και σε δύο-τρεις ημέρες το επέστρεφε. Το είχε κιόλας διαβάσει. Δεν ήξερε καν τη Φιλοκαλία. Πρόσεχε όμως πολύ αυτά που γράφουνε τα λειτουργικά βιβλία. Με τα χρόνια μάλιστα τα καταλάβαινε περισσότερο, χωρίς να έχει σπουδάσει αρχαία ελληνικά. Την Παρακλητική, το Τριώδιο… τα ρούφαγε κυριολεκτικά. Μα το βιβλίο που του ταίριαζε περισσότερο ήτανε το Πεντηκοστάριο. Η χαρά και ο αναστάσιμος θρίαμβος των τροπαρίων του μπαίνανε στην καρδιά του π. Ιακώβου. Και ήτανε στιγμές που του ’ρχότανε να πετάξει. Πλημμύριζε τόσο πολύ από χαρά η καρδιά του, που ένιωθε πια ελαφρύς, να φύγει στα ύψη. Μέχρι και τώρα που κοιμήθηκε, έλεγε πολύ συχνά:
–Εμένα η καρδιά μου είναι περιβόλι… εγώ πάτερ μου, είμαι χαρούμενος… βλέπεις, πάτερ μου, τώρα που εξομολογήθηκες πόσο ευτυχισμένος και χαρούμενος είσαι; Εγώ πάντα έτσι είμαι…
Η Μεγάλη Σαρακοστή τον βρήκε με πολλές δουλειές και καθήκοντα στη Μονή. Κανείς δεν εργαζότανε, κανείς δεν ενδιαφερότανε για τίποτα. Έπρεπε να είναι πανταχού παρών. Στο περιβόλι, στα ζώα, στη στέρνα, στην καθαριότητα, στα ξύλα… παντού… Και στις Ακολουθίες όλες αυτός. Ο αγαθός Ευθύμιος μόνο ακολουθούσε. Κι εφόσον ο ηγούμενος έλειπε, όποιος ξένος και να ’ρχότανε, τον Ιάκωβο φωνάζανε. Όμως οι δουλειές, δουλειές και η άσκηση, άσκηση.
Έκανε το τριήμερο –αποχή από κάθε είδους τροφή, ούτε νερό– και μετά συνέχιζε με ξηροφαγία. Μούσκευε φακή και κουκιά. Προσφάιζε με λίγο ψωμάκι και νερό. Αυτό ήτανε η τροφή του.
Τη νύχτα είχε άλλους αγώνες. Άλλη άσκηση. Μετά το Απόδειπνο ακολουθούσε λίγες ώρες εργασία. Έπειτα στο κελί. Εδώ ήτανε η μεγάλη παλαίστρα, το μαρμαρένιο αλώνι του χάρου και του Διγενή. Εδώ παλεύει ο Σατανάς με τον άνθρωπο του Θεού. Και πάλεψε ο Ιάκωβος το Σατανά και νίκησε, γιατί αγάπησε πολύ το Θεό!
Στο κελάκι του είχε ξυλοκρέβατο, πάνω στο οποίο έβαζε μια κουρελού. Εκεί όμως δεν κοιμότανε. Διάβασε από παλιά για τη χαμαικοιτία των ασκητών. Τους μιμήθηκε. Κοιμότανε κι αυτός καταγής, εκείνο το λίγο που κοιμότανε.
Αποβραδίς το κελάκι φωτιζότανε μ’ ένα κερί. Τα πρώτα χρόνια δεν είχε ούτε κεριά ούτε καν ένα καντηλάκι. Άναβε δαδί και μ’ αυτό διάβαζε. Το έβαζε μπροστά του, στη μέση του κελιού, φόραγε το πετραχήλι, καθότανε κάτω σταυροπόδι, οκλαδόν, και άρχιζε το διάβασμα. Συνήθως με Παρακλήσεις, της Παναγίας, του οσίου Δαβίδ, του αγίου της ημέρας. Αυτές πάντοτε. Όμως διάβαζε κι όσες άλλες μπορούσε. Μετά, το Ψαλτήρι. Το διάβαζε ολόκληρο στη διάρκεια της νύχτας, κάθε νύχτας. Έκανε και τις μετάνοιες. Και τη νύχτα και την ημέρα. Περνούσε πάντα τις χίλιες και τις έφτασε μέχρι τρεις χιλιάδες, ανάλογα με την ημέρα, την εποχή και τους πειρασμούς.
Τις νύχτες, με το φως του κεριού, έζησε τις φοβερότερες και γλυκύτερες εμπειρίες που μπορεί να ζήσει άνθρωπος. Οι δαίμονες τον πολεμούσανε με λύσσα. Κάνανε το παν για να του πάρουνε το νου και την καρδιά από τον Κύριο. Κάποτε τα κατάφερναν. Συχνά μπαίνανε στο κελί και το αναστάτωναν με φωνές, θορύβους και άγριες μορφές. Εκείνος έντρομος, σήκωνε μπροστά του τον ξύλινο Σταυρό και ο Θεός του παραστεκότανε, αφανίζονταν οι δαίμονες. Μα ο αθλητής είχε την αμοιβή του. Ήτανε νύχτες που, ενώ αγρυπνούσε και παρακαλούσε να τον ελευθερώσει ο Θεός από λογισμούς, να τον γεμίσει αγάπη για το Θεό, ένιωθε μέσα του δροσιστικό γλυκύτατο αεράκι. Τον ηρεμούσε και του ’φερνε ειρήνη απερίγραπτη. Μια ευχαρίστηση τον διαπότιζε ολόκληρο, ευχαρίστηση που μπορεί να δώσει μόνο ο Θεός. Ήτανε λίγο από τη μακαριότητα της ουράνιας βασιλείας.
Τα έζησε αυτά και ήτανε 33 ετών, στα χρόνια του Κυρίου. Μίλαγε πολύ λίγο για τέτοιου είδους εμπειρίες ο μακαριστός γέροντας, μα κάτι κάποτε σε κάποιους έλεγε.

On the morning of October 29, 2009 in the military hospital of the city of Cluj in Romania, Father Teofil (Theophilos) Paraian, the blind elder and confessor of Romania, fell asleep in the Lord at the age of 80. The funeral service was held on October 31.
The Elder was born blind on March 3, 1929 in Topârcea village, near Sibiu. Though handicapped with blindness, this did not prevent him from becoming educated. He attended a primary school for the blind in Cluj-Napoca, from 1935 to 1940. Between 1948 and 1952, Father Teofil attended the Theological School of Sibiu, and from April 1, 1953 entered into the monastic community of Brancoveanu Monastery of Sambata de Sus. Having received a theological degree, and despite his blindness, he was ordained a priest.
The Elder was known for his ability to explain the various themes of the spiritual life with clarity, wisdom and experience. He was widely regarded as one of Romania's most significant spiritual guides, and highly honored by the Romanian youth.
May God give rest to his pure soul and have mercy upon us through his prayers.
Lucrul care îl face pe monah să fie bucuria și lumina lumii este faptul că el păstrează chipul omului, ,,cel creat după chipul Lui Dumnezeu”. În lumea dominată de păcat, în care trăim, pierdem și, câteodată uităm care este măsura adevărată a omului.Ce anume era omul înainte de cădere și ce este omul îndumnezeit, adică ,,chipul Lui Dumnezeu”, acest lucru ni-l arată lămurit sfințitul monah. Astfel, monahul rămâne – cel puțin pentru aceia care pot să întrezărească firea umană cea mai adâncă și cea mai adevărată, fără prejudecățile ideologice trecătoare – șansa omului la mântuire.
Dacă omul nu se poate îndumnezei, și dacă noi nu am cunoscut personal oameni îndumnezeiți, greu ne este să nădăjduim în posibilitatea ca omul să-şi depășească starea căzută și să-și atingă scopul pentru care l-a plăsmuit Preabunul Dumnezeu, adică binecuvântata îndumnezeire. Sfântul Ioan Scărarul spune: ,,Lumina monahilor sunt îngerii. Iar lumina tuturor oamenilor este cetatea Împărăției” (Cuvântul 26). Dobândind harul îndumnezeirii încă din această viață, monahul devine semn și martor al Împărăției Lui Dumnezeu în lume. După Sfinții Părinți, Împărăția Lui Dumnezeu este dar și arvună a Sfântului Duh. Prin intermediul monahului îndumnezeit, lumea poate cunoaște caracterul și slava omului înduhovnicit și al Împărăției Lui Dumnezeu ce va să vină, Împărăție ce nu este din lumea aceasta.
Astfel, prin intermediul monahismului este păstrată în Biserică conștiința eshatologică a Bisericii Apostolice, vie dorința așteptării Domnului (Maran Atha= Domnul vine), dar și deja prezența Lui tainică în mijlocul nostru, căci ,,Împărăția Lui Dumnezeu este înlăuntrul nostru”. Amintirea morții și fecioria, cea care nu aduce roade trupești, ci duhovnicești, îl propulsează pe monah în veacul ce va să vină. După cum învață Sfântul Grigorie de Nyssa ,,Hristos, Cel care legiuiește fecioria, se naște din Fecioară, ducând fecioria dincolo [în cealaltă viață], lumea de aici, în viața de dincolo… ducându-l de la cele văzute la cele nevăzute” (Cuvânt la înmormântarea Marelui Vasile P.G. 36, 576).
Monahul care păzește fecioria lăsată de Hristos, depășește nu doar cele ale firii, ci și cele mai presus de fire, și, ajungând până la cele mai de sus, devine asemenea îngerilor, despre care a vorbit și Mântuitorul Hristos: ,, Căci la înviere, nici nu se însoară, nici nu se mărită, ci sunt ca îngerii lui Dumnezeu în cer” (Matei 22, 30). Precum îngerii, la fel și monahii, nu fecioresc pentru a dobândi foloase pentru Biserică, ci pentru a-L sluji pe Dumnezeu ,,în trupul și în duhul lor” (I Corinteni 6, 20).
Fecioria pune hotar morții, după cum teologhisește Sfântul Grigorie de Nyssa: ,,Moartea, cea care a stăpânit de la Adam până la Fecioara Maria, s-a năpustit și asupra ei, dar, ca o piatră ce s-a sfărâmat, vrând să lovească în rodul feciorie, la fel, în fiecare suflet, care, în această viață trăiește în feciorie, moartea este zdrobită și este desființată stăpânirea ei pentru totdeauna” (Despre feciorie, 14, p. 436).
Duhul evanghelic eshatologic, pe care monahismul îl păstrează, apără și pe creștinii care formează Biserica din lume (din afara mănăstirilor) de secularizare și de tot ceea ce este potrivnic duhului evanghelic. Retras și tăcut, dar viu și mereu prezent în mijlocul Bisericii, monahul propovăduiește adevărul Atotțiitorului și necesitatea unei vieți creștine desăvârșite. El orientează lumea către Ierusalimul cel de sus și slava Sfintei Treimi, ca scop universal al întemeierii lumii.
Acesta este mesajul apostolic pe care, în mod autentic îl transmite monahismul în fiecare epocă, și care presupune efortul comun al tuturor și, mai ales, jertfirea vieții pe altarul lucrării apostolice. La fel ca Sfinții Apostoli, și monahii, ,,lăsând toate”, Îl urmează pe Hristos împlinind cuvântul Său: ,,Şi oricine a lăsat case sau fraţi, sau surori, sau tată, sau mamă, sau femeie, sau copii, sau ţarine, pentru numele Meu, înmulţit va lua înapoi şi va moşteni viaţa veşnică” (Matei 14, 29). ,,Nimic având, dar pe toate stăpânindu-le”, ei împart împreună pătimirile, lipsurile, suferințele, privegherile și toate greutățile pe care le-au îndurat și Sfinții Apostoli. Se învrednicesc, însă, asemenea Apostolilor, de a deveni ,,vestitori ai măreției Aceluia” (II Petru 16) și de a primi experiența personală a harului Sfântului Duh, astfel încât, de asemenea, apostolicește să poată spune nu doar ,,Iisus Hristos a venit în lume ca să-i mântuiască pe cei păcătoși dintre care cel dintâi sunt eu” (I Timotei 1,15), dar și ,,ce era de la început, ce am auzit, ce am văzut cu ochii noştri, ce am privit şi mâinile noastre au pipăit despre Cuvântul vieţii. Şi Viaţa s-a arătat şi am văzut-o şi mărturisim şi vă vestim Viaţa de veci, care era la Tatăl şi s-a arătat nouă” (I Ioan 1, 1-2).
Această vedere a slavei Lui Dumnezeu și bucuria împărtășirii de dulcele Iisus justifică toate nevoințele sale duhovnicești și face viața monahală ,,viața cea adevărată” și ,,viața cea fericită”, care cu nimic nu poate fi schimbată, odată ce, monahul, prin harul lui Dumnezeu a cunoscut-o fie câtuși de puțin. Acest har îl răspândește tainic monahul și către frații săi din lume, astfel încât, toți să vadă, să se pocăiască, să creadă, să se mângâie, să se bucure în Domnul și să slăvească pe Milostivul Dumnezeu ,,Cel ce dă oamenilor asemenea putere” (Matei 9, 8).
[Sfârşit. Iar lui Dumnezeu: Slavă!]
Sursa: Arhim. Gheórghios Kapsánis, fericitul întru adormire Egumen al Sfintei Mănăstiri a Cuviosului Grigorie, Monahismul Evanghelic, Nr. 1, pp. 64-80, Editura Sfintei Mănăstiri a Cuviosului Grigorie, Sfântul Munte, 1976.
http://www.pemptousia.ro/
Αν ο άνθρωπος έχει αγνή διάθεση και αγάπη για τον Θεό, θα επιθυμήσει την κάθαρση από τα πάθη και θα ταπεινώσει το νου του μπροστά στη Θεία βούληση και στη Θεία αγάπη.
Θα ακολουθήσει τη διδαχή του Θεού και θα εναρμονίσει μ' αυτή ολόκληρη τη ζωή του. Τη διδαχή του Χριστού κήρυξαν οι προφήτες και οι απόστολοι· όποιος αγαπάει τον Θεό Τον αφήνει να μιλήσει στη ζωή του και ακολουθεί τη φωνή Του.
«Εμείς είμαστε από τον Θεό. Όποιος γνωρίζει τον Θεό, μας ακούει. Όποιος δεν είναι από τον Θεό, δεν μας ακούει. Με αυτόν τον τρόπο γνωρίζουμε το Πνεύμα της αληθείας από το πνεύμα της πλάνης» (Α' Ιω. Δ' 6).
«Πας ο πιστεύων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού Θεόν ουκ έχει»· όποιος παραβαίνει και δεν μένει στη διδαχή του Χριστού, δεν έχει Θεό· «εκείνος που μένει στη διδαχή του Χριστού, αυτός έχει και τον Πατέρα και τον Υιόν» (Β' Ιω. 9)· «εκείνος που πράττει το καλό (ο αγαθοποιών), είναι εκ του Θεού· ο δε κακοποιών δεν έχει ιδεί τον Θεό» (Γ' Ιω. 11).
«Εάν επιθυμείς αληθινά τη θεωρία των μυστηρίων, εξάσκησε με έργα τις εντολές και όχι ερευνητικά και με τη μάθηση· η πνευματική θεωρία ενεργεί μέσα μας στον τόπο που είναι καθαρός· και ζήτησε πρώτα να μάθεις πώς μπορείς να εισέλθεις σ' αυτόν τον τόπο της καθαρότητος και κατόπιν άρχισε το έργο» (Ισαάκ ο Σύρος). Όποιος λοιπόν επιθυμεί να γνωρίσει τον Θεό, πρέπει να γίνει άνθρωπος αγάπης, να ανταποκριθεί δηλαδή ελεύθερα στην αγάπη του Θεού με τη δική του αγάπη.
Όμως για να το κάνει αυτό με συνέπεια πρέπει να επιθυμεί την ελευθερία του από τα πάθη και να αγωνίζεται ν' απαλλαγεί από αυτά, πρέπει να έχει αληθινά αγαθή πρόθεση, να «διψάει» για τον Θεό και να εγκαταλείψει την αυτονομία του, να ταπεινωθεί και να ακολουθήσει τη διδαχή του Θεού, όχι τη «συνταγή του όφεως»!
http://www.agioritikovima.gr
[…Αξίζει να σταματήσουμε για μια στιγμή για να προσέξουμε ιδιαίτερα αυτό το «χαρούμενο πνεύμα» στην ζωή του Οσίου. Ήταν η χαρακτηριστική του ιδιότητα, ιδιαίτερα αργότερα.
Αλλά ακόμη και αυτό το δώρο της χάριτος δεν το επέτυχε δίχως αγώνα, παρόλο ότι ήταν τόσο σωτήριο για τις βασανισμένες ψυχές όλων εκείνων που αργότερα συνέρρεαν δίπλα του. Υπάρχει λόγος να σκεφθούμε ότι το πνεύμα της ακηδίας του έκανε επίθεση στην αρχή της μοναχικής του ζωής. «Είναι δύσκολο», λέει, «να αποφύγει αυτήν την ασθένεια κάποιος που μόλις έχει αρχίσει την μοναχική του ζωή, διότι είναι η πρώτη που του επιτίθεται. Επομένως, πριν από όλα πρέπει κανείς να φυλάγεται από αυτήν».
«Συμβαίνει μερικές φορές κάποιος που βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση του πνεύματος να σκέφτεται ότι θα ήταν πιο εύκολο για αυτόν να καταστραφεί ή να στερηθεί από κάθε αίσθημα και συνείδηση, παρά να παραμείνει περισσότερο σε αυτήν την ανεξήγητα βασανιστική κατάσταση του πνεύματος. Πρέπει να προσπαθήσει κανείς να βγει από αυτήν όσο το δυνατόν συντομώτερα. Φυλάξου από το πνεύμα της ακηδίας , γιατί αυτό γεννά κάθε κακό».
«Χιλιάδες πειρασμοί πηγάζουν από αυτό: ταραχή, θυμός, μομφή, γογγυσμός του ανθρώπου για την μοίρα του, ρυπαροί λογισμοί, συνεχής αλλαγή τόπου»…
… «Η ψυχή , γεμάτη από την λύπη και γινόμενη ως παράφρων και έξω από τα λογικά της, είναι ανίκανη να δεχθεί με ηρεμία μία καλή συμβουλή ή να απαντήσει ταπεινά σε ερωτήσεις που της γίνονται».
Ίσως σκεφθούμε ότι το κακό πνεύμα της μελαγχολίας (ακηδίας) επιτέθηκε ακόμα και στον Όσιο. Αλλά αυτός αμέσως και αποφασιστικά βρήκε τον τρόπο να διαφύγει από αυτό. Το πρώτο «φάρμακο» «με την βοήθεια του οποίου σύντομα βρίσκει κανείς παρηγοριά στην ψυχή του» είναι «η πραότητα της καρδιάς», όπως διδάσκει ο Άγ. Ισαάκ ο Σύρος. Άλλη θεραπεία βρήκε στην εργασία και στους αγώνες. «Αυτή η αρρώστια θεραπεύεται με προσευχή, αποχή από την αργολογία, με εργόχειρο, ανάλογα με τη δύναμη του καθενός, με την ανάγνωση του Λόγου του Θεού και με την υπομονή∙ γιατί γεννιέται από την δειλία, την ραθυμία και την αργολογία».
Και οι δύο αυτοί τρόποι οδηγούν πάνω απ’ όλα στην απλή, αγόγγυστη εκπλήρωση της υπακοής. Εδώ υπάρχει και ταπείνωση και αγώνας. «Πάνω απ’ όλα», έλεγε ο Όσιος, «ο δόκιμος πρέπει να καταπολεμά την μελαγχολία (ακηδία) με αυστηρή και άνευ αντιρρήσεων εκπλήρωση όλων των καθηκόντων που του έχουν αναθέσει. «Όταν οι ασχολίες σου μπουν σε πραγματική σειρά, τότε η ανία δεν θα βρει [πουθενά τόπο στην καρδιά σου. Οι άνθρωποι που έχουν πλήξη είναι εκείνοι που η ζωή τους δεν είναι σε τάξη. Και έτσι η υπακοή είναι το καλύτερο φάρμακο εναντίον αυτής της επικίνδυνης αρρώστιας». Και όλα αυτά μαζί οδηγούν στην τελευταία θεραπεία των πνευματικών ασθενειών – την απάθεια.
«Όποιος έχει νικήσει τα πάθη του έχει κατανικήσει και την θλίψη»… ]
Από το βιβλίο: «Ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώφ
Πνευματική Βιογραφία»
Αρχιμανδρίτου π. Λάζαρου Μουρ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΘΩΣ
http://agiameteora.net/
Handmaiden:
How can we help our children regain their faith if they stray away from church in high school or when they go to college?
Mother Raphaela:
We cannot do anything to help our children regain their faith if they stray away from Church as they grow up. Once our children have grown, we have to let go of them and let them lead their own lives and make their own choices and decisions. Whether we have raised them well (and the biggest part of that is giving them an example by the way we have lived our lives and spoken our words), whether we have made huge mistakes that we must learn to repent of before God and His people, or whether we have raised them well along with some mistakes, what is left to us is prayer. Prayer is not trying to manipulate our children from a distance—perhaps even thinking that God and His saints are more powerful manipulators than we are if we can get them on our side. Prayer is taking the time and making the space regularly in our lives to put our children (and all of our loved ones) in God’s hands; asking the saints for their help in doing this; asking their guardian angels and their saints to be there with them. Prayer is letting go and trusting God. Such prayer is also a powerful statement to our children that we trust them. As long as we are taking the time and making the space to rescue them, we are giving them an equally powerful message that we think they are still children, incapable of handling whatever it may be.
Will our children always “turn out right”? No. Especially not on our schedule. But if we truly pray, if we truly love God, then we give them the best possible atmosphere to choose what is good and true, even when it does not seem right to us. And they will know that we love them, no matter what. This is the way God loves. For some of us, part of the Cross we may be asked to carry is to share in the suffering He endures each time one of us turns away from Him in order to pursue our own self-willed agenda.
Overall, the best thing we can do for ourselves and our children (and for all of our loved ones) is really to learn and understand that we are always, wholly, totally in the presence of God no matter what we do or say, no matter what we endure or perpetrate. Whether we recognize His presence or not, we cannot get away from Him. If we accept this presence and the great love that He has offered us and will always offer us, even now we have a foretaste of heaven. This is a simple understanding, but it is the basis on which all theology and prayer rest. Any words of theology and prayer apart from this realization are simply “noisy gongs and clanging cymbals” (1 Corinthians 13:1). When we make the time and the space, with God we acquire the love of the Holy Spirit, and as St. Seraphim teaches us, then God can save thousands around us.

http://lessonsfromamonastery.wordpress.com/2014/10/21/children-that-stray-from-the-faith-a-monastic-answer/

Με χειρούργησε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ Μιά συγκλονιστική μαρτυρία ενός ιερέως – γιατρού, μέλους τής Ακαδημίας Επιστημών τής Νέας Υόρκης.
Τό παρακάτω περιστατικό στό οποίο θά αναφερθούμε, συνέβει στόν π. Δανιήλ Σάπικα, κάτοικο Αθηνών, Αρχιμανδρίτη καί γιατρό. Τό 1976 αποφοίτησε από τήν Θεολογική Σχολή Αθηνών, καί τό 1978 χειροτονήθηκε κληρικός. Τό 1992 αποφοίτησε από τήν Ιατρική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών, καί τό 1992 εκλέγεται ενεργό μέλος τής Ακαδημίας Επιστημών Νέας Υόρκης. Μάλιστα είναι καί ό πρώτος Ορθόδοξος κληρικός μέλος τής Ακαδημίας Επιστημών.
Στίς 19.2.01 σέ πανηγυρική εκδήλωση ενώπιον τού Αρχιεπισκόπου Αθηνών, εκπροσώπου τού Προέδρου τής Ελληνικής Δημοκρατίας καί μελών τής Κυβέρνησης, τού απονεμήθηκε πλατινένιος κόττινος γιά τίς υπηρεσίες του στόν Οικουμενικό Ελληνισμό.
Διηγείται ό ίδιος “Στίς 22 Απριλίου 1994 εισήχθηκα στό Ευγενίδειο Θεραπευτήριο μέ 4,5 κιλά εμπύημα δεξιού ημιθωρακίου, μέ συμπτώματα απολύτου άπνοιας, αδυναμία βάδισης, 41,5 πυρετό, ενώ υπέστην καί διαβητικό σόκ αγνώστου αιτιολογίας…
Μέσα από ένα σύνεφο έβλεπα καί άκουγα τά συμβαίνοντα μέσα στό χειρουργείο, καί τό βάσανο τό μεγάλο ήταν, ότι, σάν γιατρός γνώριζα πολύ καλά τήν κρίσιμη κατάστασή μου…
Γνώριζα, ότι τό ποσοστό κατάληξης ( θανάτου μου ) ήταν γύρω στό 95%. Καί δέν είχα άδικο. Μάλιστα ήμουν καί επιεικής στήν κρίση μου, γιατί ή ιατρική ομάδα πού αποτελείτο από τόν Ιωάννη Μπελένη διευθυντή τού Ευαγγελισμού, τόν καθηγητή Χρυσόστομο Μελισσινό διευθυντή πνευμονολογικής κλινικής στό Νοσοκομείο Υγεία, καί μέ τήν Ειρήνη Μπατάλη αναισθησιολόγο νά φοβάται νά μού δώσει νάρκωση γιά τόν κίνδυνο ανακοπής τής καρδιάς λόγω βάρους μου, συζητούσαν δυνατά γιατί δέν πίστευαν ότι άκουγα τά λεγόμενά τους…
Τούς άκουγα νά μού δίνουν ζωή μόνο 2% !…
“Θά κάνουμε ό, τι μπορούμε, έλεγαν, γιατί οί πιθανότητες ζωής είναι ελάχιστες, μέ ποσοστό κατάληξης 98% ! Έτσι κι΄ αλλιώς καταδικασμένος είναι…”
Εκείνη τήν ώρα ένιωσα μόνος, κατάμονος…Έκανα μέ κόπο τόν σταυρό μου καί προσευχήθηκα στόν προστάτη μου, τόν Ταξιάρχη…
” Ταξιάρχη μου, Αρχάγγελε Μιχαήλ, μή μέ αφήνεις, μή μέ εγκαταλείπης. Εσένα μόνο έχω τώρα, σ΄εσένα εμπιστεύομαι τήν ζωή μου…” !
Ένας μεταλικός θόρυβος διέκοψε τήν νοερά προσευχή μου. Φοβήθηκα ότι μέ τήν κίνηση τών χεριών μου έριξα κάποιο εργαλείο, καί προσπάθησα νά γυρίσω τό κεφάλι μου πρός τήν κατεύθυνση τού θορύβου.
Καί τότε…ώ Θεέ μου !
Ό Αρχάγγελος Μιχαήλ, ό Ταξιάρχης, μέ τήν πανοπλία του καί τό σπαθί στό δεξί χέρι του, στεκόταν πλάϊ μου, χαμογελαστός καί ολοζώντανος !
” Δανιήλ, είμαι εδώ, μού είπε. Δέν σέ εγκατέλειψα. Σέ προστατεύω. Εγώ θά σέ χειρουργήσω, καί θά γίνεις καλά. Μή φοβάσαι ! “
Ήταν τά λόγια τού Αρχαγγέλου, καί καθώς μού μιλούσε ακούμπησε τό ξίφος στό στήθος μου !…
Σέ λίγο ήλθε ό καθηγητής Μπελένης. ” Άς προσευχηθούμε μαζί πάτερ Δανιήλ, μού είπε, καί μέ τήν βοήθεια τού Θεού όλα θά πάνε καλά “. Καί πράγματι πήγανε !
Ή εγχείρηση πέτυχε. Τό χέρι τού γιατρού πού τό οδηγούσε ό Αρχάγγελος, είμαι βέβαιος γιαυτό, μού ξανάδωσε πάλι τήν ζωή πού είχε αρχίσει νά φεύγει από μέσα μου. Καί σήμερα, όχι γιά πρώτη φορά, ήλθα καί πάλι εδώ, στό πανελλήνιο προσκύνημα τών Παμμεγίστων Ταξιαρχών στό Μανταμάδο τής Λέσβου, γιά νά ευχαριστήσω τόν Αρχάγγελο τού Θεού Μιχαήλ, γιά τήν σωτηρία μου…”
( απόσπασμα από τό τριμηνιαίο δελτίο επικοινωνίας ” Ό Ταξιάρχης ” , τού Ιερού προσκυνήματος Ταξιαρχών Μανταμάδου τής Λέσβου )
Ο ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ…
Διηγείται σχετικά ό π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης,
” Στίς 20 Οκτωβρίου 1945, Κυριακή πρωϊ, μόλις κτύπησα τήν καμπάνα τής Εκκλησίας, περικύκλωσε τό χωριό αντάρτικος στρατός μέ εντολή εκκαθαρίσεων…
Άρχισαν νά ρίχνουν πυρά πρός εκφοβισμό. Εγώ μόλις είχα μπεί στήν Εκκλησία, έκανα τόν σταυρό μου, παρακάλεσα τόν Άγιο Νικόλαο νά μάς φυλάξει καί σηκώθηκα νά φύγω. Μού ρίχνανε μέ τό πυροβόλο ταμπουρωμένοι σ΄ ένα φυλάκιο, όμως καμμιά σφαίρα δέν μέ εκτύπησε. Τόν Απόστολο Κατσιμπίρη πού ήταν δίπλα μου τόν έρριξαν κάτω. Έμεινα μόνος καί ακολουθώντας ένα ρέμα μέ έχασαν…
Όμως, κοντά στά σύνορα τών χωριών Ριζώματος – Βασιλικής μέ έφτασαν πάλι.
Ήσαν 10 άτομα καί μέ τόν αρχηγό 11 , τρέχοντας πάνω σέ άλογα γιά νά μέ πιάσουν. Έβριζαν καθώς μέ κυνηγούσαν, καί έρριχναν μέ τά Στέν, χωρίς νά μπορούν νά μέ σκοτώσουν. Οί σφαίρες τρύπαγαν τά ράσα μου, τίς καταλάβαινα, αλλά κυλούσαν στό χώμα χωρίς νά μέ τραυματίζουν…
Μέ πλησίασαν στά 50 μέτρα γύρω – γύρω, μέ περικύκλωσαν φωνάζοντας,
” κερατά τράγο, πού θά μάς πάς ; “ βρίζοντάς με χυδαία…
Καί τότε εγώ, ευρισκόμενος έν μέσω κινδύνου ζωής καί θανάτου, σταμάτησα, σήκωσα τά χέρια μου πρός τόν ουρανό, καί από τό βάθος τής ψυχής μου φώναξα,
” Μιχαήλ Αρχιστράτηγε τών Αγγέλων, σώσε με, κινδυνεύω !…”
Καί ώ τού θαύματος !
Σάν αστραπή παρουσιάσθηκε ό Αρχάγγελος Μιχαήλ στόν αρχηγό. Είδε έναν νέο μέ σπαθί, όπως ομολογούσε κι΄ ό ίδιος αργότερα, πού κόβοντας μέ μιά σπαθιά τά σχοινιά από τήν σέλα του, τόν έρριξε κάτω σπάζοντας τήν σπονδυλική στήλη του. Οί υπόλοιποι δέκα, έμειναν ακίνητοι, κεραυνόπληκτοι !…
Οί ενορίτες τού χωριού Βασιλική φύγανε από τήν Εκκλησία καί βγαίνοντας έξω κοιτάζανε τί θά γίνει.
Ακούω μιά φωνή. Ήταν τού αρχηγού τους,
” Νά μάς συγχωρέσεις παπά μου, είπε, καί νά πάς στό καλό. Έχεις όριο ζωής καί υψηλούς προστάτες…”
Ευχαριστώ, τούς απάντησα. Τούς συγχώρεσα, καί τούς ευχήθηκα ό Θεός νά τούς φωτίσει, νά μετανοήσουν καί νά γίνουν καλοί άνθρωποι. Νά λέτε τήν αλήθεια, τούς είπα, καί νά έχετε τόν Θεό βοήθεια. Πήραν τόν τραυματισμένο συντροφό τους καί έφυγαν μαζεμένοι…
Μού έκαναν μεγάλη υποδοχή οί χωριανοί σάν έφτασα στήν Εκκλησία.
Τούς λέγω, πρώτα νά προσκυνήσουμε καί νά ευχαριστήσουμε τόν Θεό, πού μέ έσωσε από τόν μεγάλο αυτό κίνδυνο. Είμαστε ευτυχείς, πού ή θρησκεία μας είναι ζωντανή…”
ΕΙΔΕ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΣΑΝ ΑΣΤΡΑΠΗ, ΜΕ ΕΝΑ ΣΠΑΘΙ ΣΤΟ ΧΕΡΙ ΤΟΥ…
Ή Ευαγγελία Γ. , ετών 28 , κάτοικος Βάνιας, στίς 6 Αυγούστου τό απόγευμα, έπαθε τά εξής,
Ή Ευαγγελία από τά μικρά της χρόνια είχε μία άστατη ζωή.
“Έκανε τήν ζωή της” μή έχοντας καμμία σχέση μέ τόν Θεό καί τήν Εκκλησία, καί τελευταία συζούσε παράνομα μέ έναν παντρεμμένο, τόν Ν.Κ. 54 ετών, πού είχε αφήσει τήν γυναίκα του…
Ό Θεός όμως περίμενε τήν μετάνοιά της…
Στίς 6 Αυγούστου τού 1958 , ημέρα Τετάρτη, στίς 7 τό απόγευμα πήγε φαγητό στόν φίλο της πού έβοσκε τά πρόβατα. Τό έδωσε, καί φεύγοντας από εκεί γιά τό σπίτι της, τής παρουσιάστηκαν στόν δρόμο κάποια άγνωστα, περίεργα πλάσματα…
Τήν φοβέριζαν, γιατί είχε έλθει πιά ή οργή τού Θεού επάνω της καί έπρεπε νά ξεκαθαρίσει τήν θέση της. Άλλοι τήν έδερναν, άλλοι τήν τραβούσαν νά τήν πνίξουν στό νερό, άλλοι τήν έσπρωχναν δεξιά καί αριστερά…
Τελικά τήν πήγαν σ΄ ένα μαντρί, καί εκεί όλη τήν νύκτα πέρασε αφάνταστη τιμωρία…
Τήν επόμενη μέρα, στίς 1 τό μεσημέρι, τήν βρήκαν σέ μιά καλύβα βασανιζόμενη από ακάθαρτα πνεύματα.
Είχε δαιμονισθεί !
Τήν πήραν καί τήν έφεραν στό σπίτι της, καί εκεί, δέν έπαψε νά φωνάζει δυνατά καί νά συνομιλεί μέ πονηρά πνεύματα δεχόμενη φοβερό ξύλο από αυτά…
‘Ολα τά παραπάνω τά διαβεβαιώνω σάν ιερέας τού χωριού καί σάν αυτόπτης μάρτυρας, μιά καί μέ κάλεσαν νά τής διαβάσω εξορκιστικές ευχές γιά νά ησυχάσει…
Στίς 6 τό απόγευμα φέραμε στήν δαιμονισμένη, τήν εικόνα τών Παμμεγίστων Ταξιαρχών, καί όπως ομολόγησε μετά ή ίδια, συνέβησαν περίεργα καί θαυμαστά πράγματα…
Μέ τήν είσοδο τής εικόνας τών Αρχαγγέλων στό σπίτι της είδε έναν αστραπόμορφο νέο μέ σπαθί πού τής είπε,
– ” Μή φοβάσαι, εγώ θά σέ απαλλάξω από όλα αυτά, αλλά θά σταματήσης τίς αμαρτίες πού μέχρι σήμερα έκανες καί θά μετανοήσεις. Εγώ θά είμαι μαζί σου ! Νά τό πείς αυτό παντού, ότι ή Εκκλησία έχει ζωντανή θρησκεία, γιά νά πιστέψει ό κόσμος καί νά μετανοήσει…”
Καί αμέσως, μέ τά τελευταία λόγια τού Αρχαγγέλου, τά πνεύματα τού σκότους διαλύθηκαν, έπαψαν τά φαινόμενα καί επανήλθε ατόν εαυτό της. Σηκώθηκε, προσκύνησε τήν εικόνα ευχαριστώντας τούς Αγίους γιά τήν προστασία τους καί υποσχέθηκε αλλαγή ζωής από τήν ίδια ώρα !…
Σήμερα είναι καλά, διηγούμενη όσα είδε καί έπαθε, καί ενθυμούμενη πάντα τόν Αρχάγγελο Μιχαήλ όμοιο μέ αστραπή μέ τό σπαθί στό χέρι, πού τήν έσωσε από τήν τιμωρία τών ακαθάρτων πνευμάτων…
Τά παραπάνω τά γράφω σάν αυτόπτης μάρτυς τών εν λόγω συμβάντων…
Ο ιερεύς τού χωριού
π. Δημήτριος Γκαγκαστάθης, Βάνια Τρικάλων, 1958 – Αυγούστου 10
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/11/blog-post_9.html
Întemeietorul vieții de obște, Sfântul Vasile cel Mare, vorbește despre dragostea care trebuie să predomine în mănăstirile de obște, spunând: ,,Ce se poate compara cu acest fel de viețuire? Ce poate fi mai înalt? Ce poate fi mai adevărat decât unirea și legătura unuia cu altul? Ce poate aduce mai multă bucurie decât unirea sufletelor și a caracterelor? S-au pornit oameni din diferite țări și din diferite seminții, și s-au unit într-o asemenea legătură, unii cu alții, încât par a fi un singur suflet în mai multe trupuri și instrumente ale aceleiași gândiri. Cel ce suferă în trup are în jurul său pe foarte mulți care suferă împreună cu el, după cum poate fiecare; cel care are sufletul bolnav și slăbit are pe foarte mulți în jurul său care îl vor ajuta să se curățească de patimi și să se vindece.
Fiecare îi este celuilalt și rob, dar și stăpân, și, cu deplină libertate, fiecare se luptă pentru a-i arăta unul celuilalt supunerea cea mai desăvârșită, care nu a provocat niciodată vreun rău necesar, care ar fi adus cu sine multă neliniște celor care conduc, ci a fost creată cu bucurie prin libertatea de gândire. Fiindcă dragostea îi supune pe cei liberi unul altuia, și asigură libertatea prin alegerea personală a fiecăruia. Așa ne-a dorit Dumnezeu încă de la început și pentru aceasta ne-a creat. Aceștia [monahii] restabilesc omul cel dintîi fiindcă ei ,,șterg” păcatul strămoșului Adam. Fiindcă, nu ar fi existat între oameni vrajbă și dezbinare, dacă păcatul nu ar fi adus dihonie în creație. Așadar, aceștia [monahii] îl imită pe Hristos și viața Sa întrupată. Adică, la fel cum Acela, când i-a adunat pe ucenicii săi, a așezat totul în comun, prin Apostoli, chiar și pe Sine însuși, la fel și aceștia – desigur, aceia care țin rânduiala – făcând ascultare către egumen, imită întru totul viața Apostolilor și a Domnului. Aceștia tânjesc după viața îngerilor, fiindcă ei păzesc cu rigurozitate, ca și aceia, viața în chinovie. Nu există între îngeri neînțelegeri, nici certuri și nici contradicții. Toate aparțin fiecăruia, și fiecare lucrează virtuțile pentru binele tuturor”. (Rânduielile Ascetice 18).
În obște, monahii pot viețui în mod autentic taina Bisericii, precum creștinii în perioada apostolică, ca taină a împărtășirii cu Dumnezeu și cu oamenii, pot trăi unitatea credinței și împărtășirea Sfântului Duh, care este un deziderat al tuturor creștinilor. Monahul cunoaște din experiența sa că Biserica nu este o fundație religioasă, sau o instituție, ci este comuniunea în Hristos, Trupul Lui Hristos, adunarea fiilor celor mai înainte rătăciți ai Lui Dumnezeu (Ioan 11, 52), familia cea întru Hristos a Lui Dumnezeu. Această experiență ecleziologică îi dă monahului posibilitatea de a-i vedea pe frații săi ca membri ai Trupului Lui Hristos, și să le arate acestora aceeași cinste pe care i-o arată Lui Hristos. Astfel se poate explica și ospitalitatea de care dau dovadă monahii în cazul închinătorilor și a trecătorilor care vin la mănăstire, și rugăciunea din inimă, cu lacrimi, pentru cei vii, dar și pentru cei morți, știuți și neștiuți.
Monahii își arată dragostea pentru cei aflați în lume și în alte moduri, precum ușurarea sufletească a acelora ori ajutorul duhovnicesc pe care îl oferă fraților lor. Mulți frați [oameni] necăjiți și obosiți duhovnicește aleargă la mănăstiri, și, mai ales la Sfântul Munte, pentru a afla liniște sufletească în preajma monahilor și a duhovnicilor de acolo, care și-au găsit liniștea în Dumnezeu. Nu puține sunt situațiile când părinți înduhovniciți și monahi de la Sfântul Munte, ies în lume pentru a liniști și a sprijini în credință pe foarte mulți creștini.
Sfântul Serafim de Sarov, marele isihast din secolul trecut, spunea, în acest sens: ,,Împacă-te tu cu Dumnezeu, mai întâi, și, mai apoi, mulți oameni vor veni și își vor afla liniștea alături de tine”. Cuviosul Serafim vorbea din experiența sa personală, dar și din experiența îndelungatei tradiții isihaste a Bisericii. S-a observat faptul că, cu cât se îndepărtau pustnicii de lume, și cu cât se retrăgeau în locurile cele mai izolate, pentru a se ruga, cu atât mai mult mulțimile de oameni îi căutau pentru a primi ajutor duhovnicesc.
În situații extraordinare, monahii sunt chemați de Domnul Însuși, ca în cazul Sfântului Cosma Etolianul, pentru a primi misiunea de propovăduire și de trezire a conștiinței oamenilor. Însă, unii ca aceștia, vor asculta mereu chemarea Lui Dumnezeu, și nu vor acționa după propria dorință. Ar fi putut, oare, Sfântul Cosma, să mântuiască și să lumineze cu predica lui neamul înrobit, dacă nu ar fi fost mai întâi iluminat de sus, după 20 de ani de asceză, tăcere, curățire și rugăciune?
Monahul nu caută să mântuiască lumea prin lucrarea sa pastorală și misionară, fiindcă el, ca unul ce este ,,sărac cu duhul”, crede că el nu poate să-i mântuiască pe ceilalți, dacă nu se poate mântui pe sine. Monahul se lasă pe sine în grija Lui Dumnezeu, fără a-și face planuri și perspective. Este mereu ,,la dispoziția” Lui Dumnezeu, gata mereu să asculte chemarea Aceluia. Domnul nostru și Întemeietorul Bisericii îi invită pe lucrătorii viei Lui să lucreze așa cum consideră El că este mântuitor și de folos omului. Pe Sfântul Grigorie Palama l-a chemat Domnul ca să-i apere pe tesaloniceni de erezia papistașă și să teologhisească ortodox credința strămoșească. Pe Sfântul Cosma l-a chemat la predică și la misiune apostolică, iar pe Sfântul Nicodim Aghioritul l-a luminat să propovăduiască, fără să iasă în lume, prin intermediul scrierilor sale de un înalt nivel teologic și duhovnicesc, care, până în zilele noastre au condus la Dumnezeu foarte multe suflete.
Alți monahi au fost chemați de către Domnul să îi ajute pe credincioși prin tăcerea și prin răbdarea lor, prin rugăciune și prin lacrimile lor, așa cum este cazul sfântului aghiorit Leontie Dionisiatul, care, timp de 60 de ani a stat într-o chilie întunecată și nu a ieșit deloc din mănăstire. Domnul i-a arătat că a primit jertfa sa, dăruindu-i harisma vederii înainte, iar după trecerea la Domnul, trupul său a început să izvorască bună mireasmă.
http://www.pemptousia.ro/2014/11/monahismul-evanghelic-2-2/
When we abide by the divine law given to us in the Bible---we are not fornicators, murderers, thieves, liars, gossipers, and are not unjust, proud,
vainglorious, gluttonous, greedy, avaricious, envious, taunting, blaspheming, irascible, peevish,
complaining, hypocritical and so on---then we are in the state natural for us after the Fall.
Elder Joseph the Hesychast
The natural state of man, since we have
transgressed the commandment of the Lord and have fallen out of paradise, is the divine Law which was given to us in writing after that exile.
Every man desiring salvation has to fight with the
passions: thrashing and opposing, fighting and being fought against, winning and suffering defeat. And in general, he has to struggle in order to stay within the divine laws of nature.
Elder Joseph the Hesychast