Translate
Thursday, December 18, 2014
Love Thy Neighbor...( St.Seraphim of Sarov )
One must behave affectionately toward one’s neighbors, not showing even a hint of offense. When we turn away from a person or offend him, it is as if a rock settles on our heart. One must try to cheer the spirit of an embarrassed or dejected person with words of love.
When you see a brother sinning, cover him, as counseled by St. Isaac the Syrian: "Stretch out your vestment over the sinner and cover him."
In our relations with our neighbors we must be equally pure towards everyone in word as well as in thought; otherwise we will make our life useless. We must love others no less than ourselves, in accordance with the law of the Lord: "Thou shalt love ... thy neighbour as thyself" (Lk. 10:27). But not so much that our love for others, by extending past the boundaries of moderation, diverts us from fulfilling the first and main law of love towards God, as our Lord Jesus Christ himself taught: "He that loveth father or mother more than me is not worthy of me: and he that loveth son or daughter more than me is not worthy of me" (Mt. 10:37).
St.Seraphim of Sarov
Η δύναμις της Πίστεως και της Προσευχής ( Γεροντας Εφραιμ Φιλοθεϊτης )
Θα σας διαβάσω μια μικρή περικοπή του Ευαγγελίου μας: «Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγασεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυΐδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται. ὁ δὲ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῇ λόγον. καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. ἡ δὲ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοι. ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις. ἡ δὲ εἶπε· ναί, Κύριε· καὶ γὰρ τὰ κυνάρια ἐσθίει ἀπὸ τῶν ψυχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν. τότε ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὦ γύναι, μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοι ὡς θέλεις. καὶ ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. ιε’, 21-28).
Εδώ βλέπουμε μία γυναίκα Χαναναία, εννοείται ειδωλολάτρισσα, η οποία είχε μία κόρη, που ήταν δαιμονισμένη. και πάρα πολύ φυσικό ήταν να υποφέρη αυτή η μητέρα μαζί με την κόρη. Εκείνη σαν δαιμονισμένη βέβαια δεν καταλάβαινε, όταν το δαιμόνιο την τυραννούσε και την έθλιβε. αλλά η μητέρα βλέπουσα το παιδί της σ’ αυτήν την κατάστασι -άρρωστη για πολλά χρόνια- είχε πληγή μέσα της πολύ μεγάλη και φλεγόταν. Οπωσδήποτε θα την πήγε σε γιατρούς, θα έτρεξε εδώ κι εκεί. θεραπεία μηδεμία. Άκουσε ότι στο Ισραήλ υπάρχει ένας άνθρωπος, ένας προφήτης, ο οποίος κάνει θαύματα. Δαιμόνια βγάζει, ασθένειες θεραπεύει, αμαρτωλούς συγχωρεί, τους πάντας δέχεται, κανένα δεν διώχνει. Έτσι πήρε το θάρρος. Σκέφθηκε: «Αυτός θα είναι ο Σωτήρας μου, σ’ Αυτόν θα τρέξω. το βλέπω στην πράξι, ότι κάνει τόσες θεραπείες και τόσα καλά στους ανθρώπους».
Και ήρθε. ήρθε με πολλή πίστι και Τον προσκύνησε τον Χριστό μας και του είπε: «Κύριε, η θυγάτηρ μου κακώς, δηλαδή πολύ άσχημα, δαιμονίζεται και υποφέρει τρομερά και θεραπεία από πουθενά. Παρακαλώ, Σε ικετεύω, Σε προσκυνώ, Σε λατρεύω, κάνε τη θεραπεία, κάνε το θαύμα Σου και στο δικό μου κορίτσι». Φαίνεται ότι Τον πίεζε τον Χριστό με τις κραυγές και τις παρακλήσεις της ακολουθώντας από πίσω Του, Τον έθλιβε, Τον κούραζε. Αλλά ο Κύριος δεν κουράζεται. Οι μαθηταί βλέποντας τη Χαναναία να ακολουθή με τόση επιμονή και νομίζοντας ότι τον Κύριο τον στενοχωρεί, Τον παρεκάλεσαν να την απολύση, να τη διώξη, να τελείωση το θέμα της. Αυτή όμως ήρθε με περισσότερη επιμονή και Τον παρακαλούσε, κι έπεφτε στα πόδια Του λέγοντας: «Κύριε, κάνε έλεος». Τότε ο Κύριος στράφηκε στους αποστόλους Του και είπε: «Δεν ήρθα εγώ εδώ κάτω στη γη να θεραπεύσω αλλοτρίους, παρά μόνον τα χαμένα, τα απολωλότα πρόβατα του Ισραήλ».

Επειδή ο Ισραήλ ήταν ο εκλεκτός λαός του Θεού, οι Ισραηλίται πίστευαν ότι αυτοί ήταν αποκλειστικά τα παιδιά του Θεού κι όλους τους άλλους ανθρώπους τους θεωρούσαν για τίποτα. Βέβαια ο Κύριος είχε το σκοπό Του, που το είπε αυτό. Το έκανε για να προκαλέση τη γυναίκα να πέση με περισσότερη θερμότητα, να αναπτύξη περισσότερο τη μεγάλη της πίστι, ώστε να θεατρίση τους Γραμματείς και Φαρισαίους, τους νομοδιδασκάλους, που ενομίζοντο ότι ήταν σπουδαίοι, ότι ήταν τα κατ’ εξοχήν παιδιά του Θεού, οι ευπειθείς και υπάκουοι στο νόμο του Θεού. Και στη συνέχεια είπε ο Κύριος: «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις», δηλαδή δεν είναι δυνατόν, δεν είναι καλό να στερήσω τη θεραπεία, την οποία έχω να δώσω στα παιδιά του Ισραήλ και να τη δώσω στα κυνάρια, στα σκυλάκια, όπως ελογίζοντο οι αλλότριοι, οι έξω από την πίστι στο Θεό, οι ειδωλολάτρες.
Όταν αυτή ήκουσε τον Κύριο να λέγη αυτό το πράγμα, φαίνεται ότι πόνεσε πολύ και με το φόβο μήπως αποτύχη αυτής της μεγάλης θεραπείας, αυτού του μεγάλου καλού, αυτής της λυτρώσεως, που προσδοκούσε από τον Κύριο, έπεσε κάτω στα πόδια Του και είπε: «Ναι, Κύριε, πράγματι εμείς είμαστε κυνάρια, ενώ τα παιδιά του Ισραήλ είναι τα παιδιά του Θεού. Αλλά και τα κυνάρια πολλές φορές τρώγουν τα ψιχία, τα ψίχουλα, αυτά που πέφτουν από το τραπέζι των παιδιών!» Σαν να έλεγε: «Ψίχουλα δώσε και σε μένα, μια και λογίζομαι κυνάριο και όχι ένα από τα παιδιά του Ισραήλ τα διαλεχτά». Κι όταν είδε ο Κύριος την τόσο μεγάλη της πίστι, αμέσως της είπε: «Γυναίκα μεγάλη είναι η πίστις σου! Να γίνη ό,τι επιθυμείς!» Κι από την στιγμή εκείνη το κορίτσι της έγινε καλά. Εθριάμβευσε η πίστις!
Έχουμε επίσης και την αιμορροούσα γυνή. Κι αυτή όπως βλέπουμε στο Ιερό Ευαγγέλιο έπασχε επί δώδεκα έτη από χρόνια αιμορραγία. δεν έβρισκε πουθενά θεραπεία. Ξόδεψε πάρα πολλά χρήματα σε γιατρούς και φάρμακα και θεραπεία μηδεμία. Με την πίστι της στο Χριστό μας Τον πλησίασε. Πίστευε ακράδαντα ότι αν Τον ακουμπήση τον Ιησού, θα γίνη καλά. Και δεν απέτυχε του αιτήματος της καρδιάς της. Ο Χριστός για να δείξη τη μεγάλη της πίστι και τη θεραπεία συγχρόνως, είπε στους μαθητάς Του: «Κάποιος με ακούμπησε, ποιος είναι;» Απάντησαν οι απόστολοι: «Μα, Κύριε, τόσος κόσμος είναι εδώ και οι όχλοι Σε συνθλίβουν και λες τώρα, ποιος Σε ακούμπησε ιδιαίτερα;» «Ναι, κάποιος με ακούμπησε. Εγώ γνώρισα ότι από μένα βγήκε κάποια δύναμι. ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;» Βλέποντας η γυναίκα ότι δεν λανθάνει του Χριστού αυτό που έκανε, Τον πλησίασε και τρέμοντας έπεσε στα πόδια Του κι ομολόγησε ενώπιον όλου του λαού το θαύμα, ότι δηλαδή από τη στιγμή εκείνη που Τον άγγιξε, σταμάτησε η αιμορραγία και εθεραπεύθη αμέσως. Τότε της είπε ο Ιησούς: «Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστις σου σε έσωσε.
Πορεύου εις ειρήνην» (Λουκ. η’, 43-48).
Και σε μία άλλη παραβολή του Ευαγγελίου βλέπουμε κάποια χήρα να ενοχλή φορτικά, να «υποπιάζη» έναν κριτή, ο οποίος δεν είχε φόβο Θεού και εντροπή ανθρώπων, να την «εκδικήση», δηλαδή να την προστατεύση και να την απαλλάξη από κάτι, που ηδικείτο από κάποιον αντίδικο. Και είδατε τί έκανε ο κριτής της αδικίας; Μετά από την πολλή πίεσι και ενόχλησι, που του δημιούργησε αυτή η γυναίκα, για να την ξεφορτωθή, της έκανε το αίτημα (Λουκ. ιη’, 1-8). Εάν αυτός ο κριτής ο αθεόφοβος κατέληξε να κάνη το αίτημα της χήρας, γιατί τον ενοχλούσε και τον πίεζε, πολλώ μάλλον ο Ουράνιος Πατέρας θα κάνη τα αιτήματα των τέκνων του! Αυτό πρέπει να κάνουμε κι εμείς. Να αιτούμεθα, να παρακαλούμε, να κρούωμε την θύρα του ελέους του Κυρίου και θα τύχουμε απαντήσεως. Γι’ αυτό να πάρουμε το θάρρος, να εγκολπωθούμε την πίστι και να μη σταματήσουμε ποτέ να αιτούμεθα δια της προσευχής τα όσα μας απασχολούν, τόσο σαν αμαρτήματα, όσο και σαν πάθη ή και ακόμη σαν υποθέσεις ζωής. Έχουμε την προσευχή, η οποία τόσα πολλά καλά επιφέρει στον προσευχόμενο, όταν πιστεύη ακράδαντα ότι θα τύχη της απαντήσεως.
Όταν κατέβηκε ο Κύριος από το Όρος Θαβώρ μετά την Μεταμόρφωσι, ήρθε ένας πατέρας ο οποίος είχε κι αυτός παιδί σεληνιαζόμενο και προσέπεσε στα πόδια του Χριστού μας και του είπε: «Κύριε, δέομαί σου, Σε παρακαλώ, ελέησε το παιδί μου, γιατί σεληνιάζεται και κακώς πάσχει. Το ωδήγησα στους μαθητάς σου, αλλά δεν μπόρεσαν να το θεραπεύσουν. Λυπήσου μας και όσο δύνασαι βοήθησέ μας». Και ο Κύριος του είπε: «Εάν μπορής να πιστεύσης ότι δύναμαι να κάνω καλά το παιδί σου, τα πάντα είναι δυνατά σ’ αυτόν που πιστεύει». Φοβούμενος δε ο φτωχός μήπως τυχόν δεν πιστεύει, όπως χρειάζεται και όσο χρειάζεται, για να θεραπευθή το παιδί του, λέγει με δάκρυα στον Κύριο: «Πιστεύω, Κύριε, βοήθησέ μου την απιστία, ενίσχυσέ μου την απιστία, για να γίνη η πίστις μου δυνατή, ώστε το παιδί μου να γίνη καλά». Και τότε ο Κύριος επετίμησε το ακάθαρτο πνεύμα κι αφού εσπάραξε πολύ το παιδί βγήκε από μέσα του, αφήνοντάς το κάτω στη γη σαν νεκρό. Τότε ο Χριστός μας το έπιασε από το χέρι, το σήκωσε και το παρέδωσε στον πατέρα του θεραπευμένο (Ματθ. ιζ’, 14-20, Μάρκ. θ’, 17-27, και Λουκ. θ’, 37-43).
Κι εμείς όταν έχουμε τα αιτήματά μας, όταν έχουμε τις ανάγκες μας, όταν μας προσβάλλη η αμαρτία, μας προσβάλλουν, μας στριμώχνουν, μας πρεσσάρουν τα πάθη, να γονατίζουμε με όλη μας την καρδιά και να φωνάζουμε -ει δυνατόν οι προσευχές μας να συνοδεύωνται από δάκρυα- και τα αιτήματά μας θα γίνουν εισακουστά από τον Θεό. Βλέπουμε και τον Δαυίδ στον ρμ’ (140) Ψαλμό του, στον Εσπερινό να λέγη: «Κύριε, εκέκραξα προς Σε, εισάκουσόν μου, εισάκουσόν μου Κύριε». Κύριε κράζω προς Σε, φωνάζω σε Σένα με όλη την καρδιά μου, με όλη την ψυχή μου. ας εισακουσθούν τα λόγια της προσευχής μου, ας έρθουν στα αυτιά Σου και εκπλήρωσε τα αιτήματά μου. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου ως θυμίαμα ενώπιόν Σου». Πράγματι μια τέτοια προσευχή είναι αδύνατον να μην εισακουσθή. Αλλά οι προσευχές μας και ιδιαίτερα οι δικές μου, είναι αυτές που δεν παίρνουν απάντησι. Γιατί; Γιατί όταν προσευχόμαστε ο νους μας δεν είναι εκεί.
Κάποιος ειδωλολάτρης ιερεύς είπε σε κάποιους μοναχούς:
- Όταν εσείς προσεύχεσθε στο Θεό σας, σας απαντά ο Θεός σας;
- Όχι, είπαν οι μοναχοί.
- Εμένα μου απαντά ο θεός μου. Για να μη σας απαντά, λέει, ο Θεός σας, σημαίνει ότι έχετε κακούς λογισμούς. Και είπαν οι πατέρες:
- Όντως έτσι έχει η αλήθεια.
Βέβαια σ’ αυτόν απαντούσε ο διάβολος, αλλά οι πατέρες είδαν ότι είπε την αλήθεια. Όταν προσευχώμεθα, ο νους μας, η διάνοιά μας σκορπάει εδώ κι εκεί και δεν ξέρουμε τι λέμε. Κι αφού εμείς δεν καταλαβαίνουμε τι λέμε, πώς θα καταλάβη ο Θεός την προσευχή μας; Γι’ αυτό χρειάζεται, όταν προσευχώμεθα, προηγουμένως να συλλάβουμε την αμαρτωλότητά μας, να την κάνουμε αίσθησι και να τοποθετούμεθα με ταπείνωσι και με συντριβή καρδίας. Και όταν γίνη αίσθησις η αμαρτωλότητα μέσα στην καρδιά μας, τότε γίνεται καταστολή του μετεωρισμού. Η δε καταστολή του μετεωρισμού θα δημιουργήση τη διάθεσι και το αμετεώριστο της προσευχής. Τότε τα λόγια μας θα έχουν απήχησι.
Όπως βλέπουμε τον Τελώνη και τον Φαρισαίο. Ο Φαρισαίος έκανε προσευχή πολύ περισσότερη από τον τελώνη κι έλεγε: «Νηστεύω, αποδεκατώ… κ.λπ. και δεν είμαι σαν και τούτον εδώ τον τελώνη τον άδικο, ο οποίος κάνει καταχρήσεις και τόσα άλλα» (Λουκ. ιη’ 9-14). Ο μεν Φαρισαίος ήταν δίκαιος, διότι είχε τη δικαιοσύνη, έκανε πράξεις εξωτερικά βέβαια καλές, νήστευε, αγρυπνούσε, έκανε για το «θεαθήναι» ελεημοσύνη, έκανε προσευχές στα σταυροδρόμια όπου σήκωνε ψηλά τα χέρια του, ένιπτε τα χέρια του προτού να φάγη κι όλα τα άλλα τα τυπικά του Νόμου και ενόμιζε κατά τη συνείδησί του ότι ήταν πολύ εντάξει.
Ο τελώνης δεν έκανε πολλή προσευχή. Τί έλεγε; «Ιλάσθητί μοι, Κύριε, τω αμαρτωλώ». Δεν είπε πολλά πράγματα, αλλά τί είχε η προσευχή του; Είχε κάτι το ιδιαίτερο. Ποιο ήταν αυτό; Η αναγνώρισις ότι πράγματι ήταν τελώνης. και οι τελώνες τότε εθεωρούντο άδικοι, είχαν εις βάρος τους την κατηγορία του αμαρτωλού, του τελευταίου ανθρώπου, γιατί έκλεβαν. Κι επομένως ο καημένος ο τελώνης αισθανόταν τις αδικίες του. Πώς θα μπορούσε να σηκώση ο φτωχός κεφάλι και να πη: «Αποδεκατώ όσα κτώμαι και νηστεύω δις του Σαββάτου, ότι κάνω καλές πράξεις και τόσα άλλα;» Αυτός βλέποντας τη μαυρίλα της αδικίας και της αμαρτίας του, έπεσε χάμω και δεν σήκωνε τα μάτια του να κοιτάξη ψηλά, διότι θεωρούσε τον εαυτό του σαν τον πιο τελευταίο άνθρωπο, τον πιο υπεύθυνο αμαρτωλό. Κι όμως αυτό το σκύψιμο, αυτό το ότι δεν τολμούσε να κοιτάξη ψηλά, όλα αυτά ήταν προσευχή, όλα αυτά συγκλόνιζαν τον θρόνο του θείου ελέους. Και κατέβηκε, λέει, ο τελώνης δεδικαιωμένος, ο δε Φαρισαίος καταδικασμένος. Η ταπείνωσις αυτή, το σκύψιμο κάτω με τα μάτια χαμηλά, η εντροπή που ένοιωθε, ο έλεγχος της συνειδήσεως που τον συνείχε, όλα αυτά συνετέλεσαν και κατέβηκε δεδικαιωμένος, δηλαδή συγχωρημένος από τον Θεό.
Το παράδειγμα ιδιαίτερα αυτού του τελώνου μας δίνει το δίδαγμα, μας φωτίζει το δρόμο, μας δίνει την ευκαιρία να σκεφθούμε, να δούμε πως ακούγεται η προσευχή του προσευχομένου. Ας ελέγξουμε λίγο τον εαυτό μας κι ας κάνουμε μία παρατήρησι, μία αυτοεξέτασι. Όταν προσευχηθήκαμε και το μυαλό μας, ο νους μας γύρισε όλο τον κόσμο και δεν καταλάβαμε καν τι είπαμε, νοιώσαμε καμμία αλλοίωσι μέσα μας; Νοιώσαμε ξηρασία σαν να μη κάναμε προσευχή. Αυτή είναι η απάντησις που πήραμε. Το γνωρίσαμε κι αυτό από την πράξι. Όταν όμως σαν τον τελώνη έτσι κι εμείς προσευχώμεθα, γονατισμένοι, με δάκρυα, με ταπείνωσι, με αυτογνωσία, να πιστεύουμε ότι οι προσευχές μας θα τύχουν απαντήσεως.
Η Άννα η Προφήτις, η μητέρα του Σαμουήλ του Προφήτου, ήταν στείρα, όπως γνωρίζουμε από τη Γραφή και δεν είχε παιδιά καθόλου. Η άλλη γυναίκα του ανδρός της είχε πολλά παιδιά. Σαν στείρα πονούσε κι επιθυμούσε κι αυτή να αποκτήση ένα παιδάκι. Ο πόνος αυτός της ψυχής την ωδήγησε στο ναό του Θεού να προσευχηθή. Γονατισμένη μέσα στο ναό γοερώς έκλαιγε και παρακαλούσε το Θεό. Από την πολλή της προσευχή κι από το πολύ δόσιμο στο Θεό, δεν καταλάβαινε τίποτα, τι γινόταν γύρω της, γιατί ήταν εξ ολοκλήρου δοσμένη ψυχή τε και σώματι στο αίτημα. τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι, η καρδιά της φλεγόταν και η φωνή της ανέκραζε γοερώς. Ο Ηλί ο ιερεύς ήταν μέσα στο ιερό, στα Άγια των Αγίων, καθώς και ο υπηρέτης. Λέγει ο υπηρέτης στον ιερέα του Θεού:
- Τί γίνεται μ’ αυτή τη μεθυσμένη έξω; Να τη βγάλουμε απ’ το ναό.
- Όχι, δεν θα τη βγάλουμε, διότι η ψυχή της είναι κατώδυνος, πονάει πάρα πολύ. Άφησέ την εκεί να εκχύση τον πόνο της ενώπιον του Θεού. Και γνωρίζουμε ότι αυτή η προσευχή της έφερε τον καρπό τον άγιο μέσα στην κοιλία της και εγέννησε τον μεγάλο Προφήτη Σαμουήλ.
Βλέπετε, τί προσευχές χρειάζονται για να πάρουμε απάντησι στα αιτήματά μας από τον Θεό και ιδιαίτερα, όταν αυτά είναι σοβαρά και δυσεπίλυτα; Πόσα προβλήματα μας απασχολούν, οικογενειακά, οικονομικά, προβλήματα σχετικά με τα παιδιά, για τα οποία όλοι οι γονείς έχουν τρομερή αγωνία σήμερα, εντός του δικαίου βέβαια. Διότι έξω από το σπίτι καιροφυλακτούν λύκοι και λέοντες να τα καταβροχθίσουν. Επομένως η αγωνία αυτών των ανθρώπων είναι πολύ μεγάλη, γιατί βλέπουμε πως ακριβώς ο σατανάς περιπλέκει τα παιδιά με το δίχτυ του, τα αγκιστρώνει και τα τραβάει έξω από τη θάλασσα και έτσι δημιουργείται όλη αυτή η σήψις και ο ψυχικός θάνατος των παιδιών. Όλα αυτά τα παιδιά θέλουν πολλή προσευχή.
Έχουμε βέβαια πολλά παραδείγματα μητέρων, που η προσευχή τους έσωσε τα παιδιά τους, όπως την Αγία Μόνικα. Όπως γνωρίζετε η Αγία Μόνικα ήταν η μητέρα του Ιερού Αυγουστίνου. Ο Ιερός Αυγουστίνος πριν γίνη «Ιερός», ήταν ο άσωτος Αυγουστίνος, ένας από τους πολύ μεγάλους αμαρτωλούς. Αλλά η αγία αυτή μητέρα δεν γονάτισε προ του μεγίστου κινδύνου, προ της μεγάλης απώλειας του παιδιού της. Δεν δειλίασε, που το έβλεπε στην ασωτεία να καταρρέη συνέχεια, αλλά το θάρρος της ήταν μεγάλο και η πίστις της μεγάλη. Αγωνιζόταν στην προσευχή. ανάλογα και τα δάκρυά της. Και ο πόνος της τον έφερε εις μετάνοιαν. Μετανόησε ο Ιερός Αυγουστίνος. Αλλά και όταν αργότερα έπεσε σε αίρεσι, έκανε άλλον αγώνα μεγάλο η μητέρα, για να τον επαναφέρη στην Ορθόδοξη πίστι. Έφτασε στα Μεδιόλανα και συνάντησε τον Άγιο Αμβρόσιο και έκλαιγε και θρηνούσε μπροστά του εκθέτοντας τα όσα το παιδί της είχε κάνει στη ζωή του. Βλέποντας ο άγιος τα δάκρυα, βλέποντας τον πόνο και την πίστι της, της είπε:
- Γύναι, αυτά τα δάκρυα που χύνεις, δεν θα μείνουν έτσι, θα φέρουν καρπό. Πίστευε ότι το παιδί σου θα αλλάξη. Και άλλαξε και έγινε ο Ιερός Αυγουστίνος, που εορτάζεται μεταξύ των Αγίων από την Εκκλησία μας.

Βλέπετε των μεγάλων μητέρων τα κατορθώματα! Δεν εδειλίασαν, δεν απελπίστηκαν, όταν έβλεπαν τα παιδιά τους να καταστρέφωνται. Ποτέ απελπισία. Η απελπισία είναι πάρα πολύ μεγάλο κακό. Γι’ αυτό πρέπει να ενισχύουμε τα παιδιά, να τους σπέρνουμε τον σπόρο της ευσεβείας και να μη χάνουμε το θάρρος μας, διότι ό,τι σπέρνουμε, δεν χάνεται. Εισέρχεται ο σπόρος στην ψυχή τους κι ας φαίνεται ότι τώρα, που είναι στη νεανική τους ηλικία, δεν δέχονται τίποτα, αντιλογούν, βγαίνουν προς τα έξω, δεν έρχονται στην εκκλησία και κάνουν ωρισμένα λάθη. Στο βάθος έχουν πίστι, στο βάθος έχουν ένα πάρα πολύ όμορφο άνθρωπο. Να ξέρετε ότι ο σπόρος αυτός θα βλαστήση. Θα έρθη καιρός που ο Θεός θα δώση ούριο άνεμο, θα βρέξη, θα ανατείλη ο ήλιος της δικαιοσύνης και τα παιδιά αυτά θα καρποφορήσουν καρπόν εκατονταπλασίονα. Αν ο Θεός το καλέση, όπως περιμένουμε να γίνη, και αξιωθούν του μαρτυρίου, τότε θα δήτε ότι τίποτα δεν χάθηκε. Διότι ο Χριστός μας σταυρώθηκε για όλον τον κόσμο και ιδιαίτερα για τα παιδιά, τα οποία στη σημερινή εποχή κινδυνεύουν άμεσα.
Και οι γονείς και η εκκλησία ολόκληρη και ιδιαίτερα εμείς οι πνευματικοί που βλέπουμε τα βαθύτερα του κάθε παιδιού και γνωρίζουμε το τι συμβαίνει, πρέπει να προσευχώμεθα. Να παρακαλούμε νύχτα μέρα και ιδιαίτερα για εκείνα τα παιδιά, που είναι γεννημένα στις αιρέσεις και για εκείνα, που τα έχουν καταστρέψει τα ναρκωτικά και γυρίζουν έρημα μέσα στους δρόμους, χωρίς καμμία σχετική προστασία, χωρίς κανένας να λαβαίνη πρόνοια γι’ αυτά. Όλοι έχουν ανάγκη από μια ανακούφισι κι από τον πόνο κι από την ασθένεια κι από τα προβλήματα τα ψυχολογικά, τα οποία είναι μία μόνιμη κατάστασι πλέον στο νεανικό κόσμο.
Εμείς οι χριστιανοί οι οποίοι γνωρίζουμε την αγάπη του Θεού, θα πρέπη να προσευχώμεθα για κάθε πλάσμα επάνω στη γη, για κάθε χαμένο, για κάθε πονεμένο άνθρωπο, για κάθε πονεμένη ψυχή, διότι τότε θα εκπληρώσουμε το χρέος μας απέναντι στον Θεό και τότε θα είμεθα πραγματικά παιδιά του Θεού. Και ο Θεός έτσι κάνει. Είναι απλωμένος σε όλον τον κόσμο, άσχετα αν οι άνθρωποι Τον βλασφημούν, αν ασεβούν, αν Τον έχουν ξεχάσει ή κι αν δεν Τον γνωρίζουν καθόλου. Η αγάπη μας πρέπει να απλωθή, να μην περιορίζεται μόνο στη δική μας οικογένεια ή στη διπλανή μας, αλλά σε όλον τον κόσμο. Οι άγιοι Πατέρες και για τα κτήνη ακόμη είχαν ευσπλαχνία και οικτιρμούς. Τα ελυπούντο και τα αγαπούσαν από την αγιότητα της ψυχής των.
Τα δεινά χρόνια πλησιάζουν. Όταν δούμε πολέμους και σεισμούς και διάφορα γεγονότα, εγγύς το τέλος. Περιμένουμε πολλά να μας συμβούν σύμφωνα με τις προφητείες των αγίων, εις τους εσχάτους χρόνους θα συμβούν μεγάλα γεγονότα. Και ο λόγος του Θεού και των αγίων είναι αλήθεια. Το άθλημα, το οποίον περιμένουμε να δώσουμε είναι για την πίστι στην Θεανθρωπία του Ιησού, αφού βέβαια πιστεύουμε ότι ο Χριστός ήτο Θεός κι έγινε άνθρωπος κι ότι κατέβηκε στη γη, να δώση τη λύτρωσι και να διώξη το σκοτάδι της απιστίας και της αθεΐας. Κι εμείς σαν στρατιώτες του Χριστού μας, αφού αποτελούμε το στράτευμα του Χριστού, οφείλουμε να προετοιμαστούμε, να οπλισθούμε. Ένα κράτος, όταν αντιληφθή ότι κάποιο άλλο κράτος ετοιμάζει επίθεσι αρχίζει την προετοιμασία της άμυνας και της αντεπιθέσεως. Ούτω πως και εμείς. Και η προετοιμασία είναι γνωστή.
Να πιστεύουμε κατά πρώτον, ότι εάν έχουμε πίστι και ταπείνωσι θα ελκύσουμε την Χάρι κι αυτή τη μεγάλη δύναμι του Χριστού, για να μαρτυρήσουμε. Ποτέ να μη πιστέψουμε και να τολμήσουμε να σκεφθούμε, ότι εμείς μόνοι μας έχουμε αυτή τη δύναμι. Θα λέμε: «Εγώ είμαι αδύναμος, είμαι ανίκανος, είμαι αμαρτωλός, είμαι τίποτα, είμαι μηδέν, είμαι ο πιο άχρηστος άνθρωπος». Μόνον η ταπείνωσις θα ελκύση τη δύναμι του Χριστού και θα νικήση. Διότι όπου ο Χριστός επιφοιτά με την υπερφυσική Του δύναμι, υπέρ φύσιν ποιεί πράγματα. Μη νομίσετε ότι με τις προσωπικές και τις ανθρώπινες δυνάμεις θα αντιμετωπίσουμε οιανδήποτε ενέργεια και επέμβασι του διαβόλου και των συνεργατών του. Ποτέ. Ο άνθρωπος είναι ασθενικός, δεν έχει καμμία δύναμι να αντιμετωπίση όλα αυτά τα δεινά, παρά μόνο με τη δύναμι του Θεού. Να πιστέψουμε ότι, όταν ο Θεός μας καλέση σ’ αυτό το μαρτύριο, θα δώση «συν τω πειρασμώ και την έκβασιν» (Α’ Κορινθ. ι’ 13) κι ότι όταν εν ταπεινώσει δεχθούμε να δώσουμε αυτή τη μαρτυρία, θα πάρουμε τη Χάρι του Θεού, για να νικήσουμε τον πονηρό και να στεφανωθούμε.
Εν συνεχεία πρέπει να διορθώσουμε τη ζωή μας, να την κάνουμε ορθόδοξη από απόψεως αρετών και αγωνισμάτων, για να αισθανθούμε, να γευθούμε και να πιστέψουμε πραγματικά στον Θεό. Όταν πιστέψουμε ότι ο Χριστός εις τον καιρό των μαρτυρίων έκανε θαύματα στους αγίους και τους ενίσχυε στον αγώνα, θα νοιώσουμε την ύπαρξί Του μέσα μας ζωντανή, όπως την ένοιωσαν οι Μάρτυρες. Βλέπουμε στα μαρτύρια των αγίων, ότι και οι Μάρτυρες και οι Ασκηταί εδέχοντο επίσκεψι θεϊκή, μαρτυρική, οράματα θεία και επεμβάσεις Χάριτος, χωρίς οι γύρω τους να το αντιλαμβάνωνται, κι έτσι έπαιρναν δύναμι. Κι όλα αυτά τους βοηθούσαν και ξεπερνούσαν τη μαρτυρική δυσκολία και έτσι ετελειώνοντο εν Κυρίω. Ο Απόστολος Παύλος σε μία από τις Επιστολές του λέγει: «Δια πίστεως οι άγιοι πάντες κατηγωνίσαντο βασιλείας, ….επέτυχον επαγγελιών, έφραξαν στόματα λεόντων, έσβεσαν δύναμιν πυρός, ενεδυναμώθησαν από ασθενείας, …» (Εβρ. ια’, 33-40) και τόσα άλλα έπαθον. Δια της πίστεως οι Μάρτυρες κατώρθωσαν όλα αυτά τα μεγάλα. αγωνίσθηκαν εναντίον βασιλέων, εναντίον τυράννων, εναντίον βασάνων, εναντίον του πυρός και τόσων άλλων δεινών και εθριάμβευσαν και εστεφανώθησαν και ηγίασαν.
Αλλά λέμε: Αφού τώρα δεν βλέπουμε αρετή, έχουμε βαθύ σκότος αμαρτίας και απιστίας και ιδιαίτερα στις χώρες αυτές, που μας κατακλύζουν όλες οι θρησκείες, όλες οι φυλές, όλα τα χρώματα, οι σατανιστές, που έχουν μεγάλη ισχύ, και τόσες άλλες δοξασίες και βλασφημίες και αιρέσεις, πώς θα αναδειχθούν σήμερα οι Άγιοι; Αφού έχει εκλείψει κάθε αρετή, αφού ασκητάς δεν έχουμε τώρα, όπως τα παληά χρόνια, που ηγίαζαν στας ερήμους, αφού η πίστις θα κλονισθή μέχρι τα θεμέλια, ποιοι θα είναι οι Άγιοι των τελευταίων χρόνων;
Και όμως οι Άγιοι δεν θα εκλείψουν μέχρι της συντελείας των αιώνων. Μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία η Εκκλησία θα καρποφορή Αγίους. Και επειδή τα χρόνια αυτά θα είναι πολύ κοντινά και περιμένουμε να δώσουμε αυτή τη μεγάλη μαρτυρία, οφείλουμε όλοι να προετοιμαζώμεθα και να ενισχύουμε συνεχώς και τα παιδιά μας, έστω και με τα λίγα, που γνωρίζουμε, και να τα τονώνουμε την Ορθόδοξη πίστι και στο μαρτύριο. Όποιος θα αξιωθή να δώση αυτή τη μαρτυρία της πίστεως τα επόμενα χρόνια, τα οποία θα είναι τα τελευταία και τα ένδοξα, αυτός ο Μάρτυς θα είναι δέκα φορές λαμπρότερος εις την Βασιλείαν των Ουρανών από τους προηγουμένους Μάρτυρας, που εορτάζει η Εκκλησία μας. Ας ελπίσουμε κι εμείς, με τη Χάρι του Κυρίου, ότι θα αξιωθούμε αυτής της μεγάλης τιμής του μαρτυρίου στους εσχάτους χρόνους. Αμήν. Γένοιτο.
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΕΦΡΑΙΜ ΦΙΛΟΘΕΪΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/12/blog-post_3282.html
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς:Ο χρόνος και ο χώρος χωρίς Χριστό είναι τρομακτικά φορτία!
Όταν από τον χρόνο αφαιρεθεί η αμαρτία και ο θάνατος, τότε ο χρόνος γίνεται ένα θαυμάσιο προοίμιο στη θεία αιωνιότητα, μία εξοχή εισαγωγή στη θεανθρωπότητα, σύμφωνα με τον παναληθινό λόγο του Αιωνίου, του Θεανθρώπου: «Ο πιστεύων εις εμέ έχει ζωήν αιώνιον»(Ίωάν. 6,47).
Η πικρία του χρόνου προέρχεται από τον θάνατο και την αμαρτία• και γίνεται γλυκύς ο χρόνος με την αθανασία και την αναμαρτησία. Χωρίς τον Χριστό, τον Μόνο Παντοδύναμο, ο χρόνος είναι ένα βαρύ φορτίο. Μαζί Του γίνεται ελαφρό.
Άλλα και ο παράδοξος δίδυμος αδελφός του χρόνου, ο χώρος, με ότι περικλείει μέσα του, και αυτός με όλο το βάρος του πιέζει και συντρίβει τον άνθρωπο. Φοβερό λοιπόν και τρομακτικό είναι το φορτίο του άνθρωπου• βαρύς και ακανθώδης ο ζυγός του.
Μόνον με τη βοήθεια του πανάγαθου και παντοδυνάμου Θεανθρώπου ο ζυγός αυτός γίνεται «χρηστός» και το φορτίο «ελαφρόν». Κατά τον αληθινό λόγο της Αλήθειας: «Ο ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστί»(Ματθ. 11,30).
Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/12/blog-post_961.html
http://www.diakonima.gr
Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά του συνετού ανθρώπου; ( Γ. Ιωσήφ Βατοπεδινός )
Χαρακτηριστικά του συνετού ανθρώπου είναι η ελευθερία από κάθε παράλογο αίσθημα, εμπαθή διάθεση και κίνηση. Απ’ αυτά θα προκύψει ο έλεγχος και η κυριότητα πάνω στα νοήματα και θα ακολουθήσει η ορθή και αλάνθαστη χρήση των πραγμάτων.
Επίσης το πράο και ήπιο της συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους του, το ταπεινό φρόνημα, ως προς τον εαυτό του. Το συμπαθές, το εύσπλαχνο, το ευεργετικό προς όλους, καθώς και η σταθερότητα της θελήσεως στις αποφάσεις, που θα παίρνει, σε αντίθεση με την προηγούμενη ακαταστασία.
Η ακριβέστερη περιγραφή του τέλειου ανθρώπινου χαρακτήρα, ή μάλλον της προσωπικότητας, είναι η ακριβής αντιγραφή του προτύπου – του Κυρίου μας -, γιατί Αυτός μόνος επανέφερε την ολοκλήρωση στη φύση μας. Αυτό απέδειξαν αδιάψευστα όλοι «οι του Χριστού», που με τη βοήθεια της Χάριτος «φόρεσαν» την εικόνα του «επουρανίου» και, κατά τον Παύλο, σ’ αυτούς «η ζωή κατανίκησε τον θάνατο» (Β’ Κορ. 5,4).
Πρέπει όμως, να τονίσουμε ότι χωρίς τη συνδρομή της θείας Χάριτος, είναι αδύνατο ο «πεπτωκώς» και «συντετριμμένος» άνθρωπος να επανεύρει αυτά που έχασε.
(Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, Συζητήσεις στον Άθωνα, Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 13, σ. 120-121)
Wednesday, December 17, 2014
We must repent inorder to cleanse the heart
As a general rule fasting and praying awaken in a person the desire for a more spiritual way of life. When the passions of the body become pacified, a person's mind is enlightened, and he begins to see his own shortcomings better. He becomes ashamed of his sinful deeds and bad habits, and he feels a strong desire to cleanse his soul through repentance before God.
We can appreciate better the importance of repentance when we remember that Christian teaching began precisely with the call to repent. The prophet John the Baptist preached: "Repent, for the kingdom of heaven is at hand" (Matthew 3:1-2). The Lord Jesus Christ began his preaching with the same words. "I indeed baptize you with water unto repentance," John the Baptist continues, "but He who is coming after me is mightier than I, whose sandals I am not worthy to carry. He will baptize you with the Holy Spirit and fire" (Matthew 3:11). That was a prophecy about the coming of the Holy Spirit on the day of Pentecost and the divine rebirth of Christians through their faith and repentance.
Indeed, after the descent of the Holy Spirit, the teaching of the Apostles was, first of all, the calling for repentance and the beginning of a new life in Jesus. The believers had to accept Jesus Christ as their Savior from the evil dominating the world. This is the very essence of Christianity. After the descent of the Holy Spirit on Pentecost, when the crowd asked, "What shall we do, brothers?" The Apostle Peter answered: "Repent, and each of you be baptized in the name of Jesus Christ, for the forgiveness of your sins, and you will receive the Gift of the Holy Spirit … Save yourselves from this corrupt generation!" (Acts 2:37-40). These words pointed out the deep, sinful sore in humanity, which can be healed only through repentance, rebirth in Christ, and unity with Him.
So, as we see, the Apostles called for profound changes in people's attitudes, a break with their past, and suppression of passions. The acceptance of Christ as our Savior requires a fundamental transfiguration of our thoughts and feelings: a sincere desire for a New Life in Christ. That is why the Church is so persistent in its calling to repentance during Lent. Repentance is the beginning of salvation. And fasting — being a restraint from gluttony, all kinds of excesses, and worldly concerns — contributes to true repentance! That is how the goal of our faith is reached, as Saint Paul teaches: "Therefore if anyone is in Christ, he is a new creature: former things have gone" (2 Corinthians 5:17).
Abstaining for Lent
Fasting, by definition, means abstaining from food, drink, and pleasures. Sometimes abstinence is manifested by not eating anything at all (for one or several days). Most frequently, however, it is accomplished by giving up meat and dairy products and switching to vegetarian foods. In medical terms fasting is similar to dieting. It is a diet with an important spiritual goal.
The necessity of abstinence of food arises from the human constitution itself, possessing not only a body but an immortal soul. Because of the sinfulness of our nature, the harmony between our body and soul has been disturbed. As a result, the desires of the flesh often predominate and sometimes completely stifle all the soul's endeavors for righteousness. A person becomes a pitiable slave to his passions and at times worse than an animal. It is possible to restrain one's physical desires and to allow the soul's noble aspirations to bloom and strengthen with the help of prayer and fasting.
It should be noted that the commandment of abstinence was given to our forefathers Adam and Eve when they were still in paradise and, hence, were sinless. We refer here to the commandment forbidding them to eat the fruits from the tree of the knowledge of good and evil (Genesis 2:17). Fasting became especially necessary after their fall, and we see in the Bible that righteous people throughout the Old and New Testaments fasted during certain periods of their lives. A few examples follow.
The great prophet Moses, the law-giver of the Old Testament, had been fasting for 40 days before he received the Ten Commandments from God on Mt. Sinai (Exodus 34:38). The righteous king David fasted frequently as we can conclude from his God-inspired psalms. The great prophet Elijah, (1 Kings ch.19) who was taken up to heaven alive, also used to fast. The prophet Daniel had fasted before he received the revelation from God about the destiny of his people (Acts 10). The prophet John the Baptist fasted to a great extent and also taught his disciples to do so. The prophetess Anna, living at the temple for about fifty years, served God by fasting and praying throughout the day and night. For that she became worthy of God's grace and received His revelation about the birth of Jesus Christ (Luke 2:37).
Even the sinless God-and-man our Lord Jesus Christ fasted for 40 days to prepare for His mission of the salvation of the world. Following His example, the Apostles and the early Christians used to fast also, as can be found in the epistles of Saint Paul (Acts 13:3; 1 Cor. 7:5 and 9:27; 2 Cor. 6:5 and 11:27). From early Church history we learn that the dedication of particular days of the year to fasting became a widespread practice among Christians in the first few centuries. That is why in our time also the Church gives such great importance to Lent and states that without prayer and fasting spiritual growth is impossible.
The books of the New Testament teach about the benefits of fasting. In answer to the Pharisees' reproach that Christ's disciples did not fast, the Lord answered that the time to fast had not yet arrived because the Bridegroom (Christ) was with them. But when the Bridegroom will be taken away (that is, when Christ dies), then they will fast (Luke 5:33-35). Therefore, since apostolic times it has become customary to fast on Wednesdays, when Judas betrayed Christ, and on Fridays, when Jesus Christ was crucified on the cross. For the same reason the Church timed Lent to the days preceding the Passion Week. To the disciples' question as to why they could not drive out a demon, the Lord answered: "This kind does not go out except by prayer and fasting" (Matthew 17:21). In fact, demons for the most part work through our carnal nature, arousing in it improper passions, thus pushing us towards all kinds of sins, and in this way controlling our will.
To free ourselves of their influence, it is necessary to weaken the body and strengthen the soul through abstinence and prayer. Of course, one has to fast for the sake of improving oneself and not to be praised by people, as the Lord explained in his Sermon on the Mount. He said: "So that you do not appear to men to be fasting, but to your Father who is in the secret place; and your Father who sees in secret will reward you openly" (Matthew 6:18).
The heirs of the Apostles, the Holy Fathers and teachers of the Church, impressed on Christians the importance of fasting during Lent. "Do not scorn the Forty day Fast," writes Saint Ignatius of Antioch to the Philippians. "It is the imitation of the life of Christ." The Blessed Jerome in the name of all Christians of his time said, "We fast during Lent according to the tradition of the Apostles." "The longer the abstinence, the easier the acquirement of salvation," teaches Blessed Augustine. According to the teachings of St. Asterius of Amasis, Lent is "the teacher of moderation, the mother of virtue, the tutor of God's children, the instructor of the confused, the tranquility of thoughts, the support of life, a lasting and undisturbed peace; its strictness and importance weaken passion, extinguish anger and rage, quench and calm any worries which arise from overeating."
Blessed John Kolov said: "When a king plans to capture an enemy's city, he first of all stops its supply of provisions. Then its citizens, pressed by hunger, submit to him. Something similar happens with carnal desires: if a person will spend his life in fasting and hunger then improper desires will fade away." According to the teaching of John Chrysostom, "Just as non-restraint from food is, at times, the cause of countless evils for humanity, so fasting and contempt for carnal pleasures were always the cause of great blessings … As light sailing vessels speedily cross the seas and those overburdened with cargo sink, so fasting, clearing up our mind, helps us to cross the turmoils of our present life and to strive for heaven and spiritual things."
Fasting, according to the teaching of Basil the Great, brings forth prophets, strengthens the warriors of Christ, and makes the law-givers wiser. Fasting is the good guardian of the soul, the weapon of the valiant. It repels temptations, is the cohabitant of sobriety and the foundation of chastity. Fasting carries prayer to heaven, becoming its wings.
The Holy Fathers, explaining the importance of abstaining from food, insisted that one should abstain simultaneously from vices because the moral improvement of a Christian is the main goal of fasting.
"The benefit of fasting," teaches Saint Basil the Great, "is not limited by the abstinence of food alone, because true fasting is the eradication of evil deeds. Everyone should become liberated from lies. Forgive your neighbor when he insults you; forgive him his debts. You don't eat meat, but hurt your brother … We will fast in a way that is pleasing to God. A true fast is the elimination of evil, restraint of what one says, suppression of anger, the alienation of lust, malignant gossip, lies, and perjury. Abstinence from all these is true fasting." In summary, just as we fell into sin and lost heavenly bliss because of the lack of restraint of our forefathers, so through voluntary fasting we can restore in ourselves the grace of God.
The necessity of abstinence of food arises from the human constitution itself, possessing not only a body but an immortal soul. Because of the sinfulness of our nature, the harmony between our body and soul has been disturbed. As a result, the desires of the flesh often predominate and sometimes completely stifle all the soul's endeavors for righteousness. A person becomes a pitiable slave to his passions and at times worse than an animal. It is possible to restrain one's physical desires and to allow the soul's noble aspirations to bloom and strengthen with the help of prayer and fasting.
It should be noted that the commandment of abstinence was given to our forefathers Adam and Eve when they were still in paradise and, hence, were sinless. We refer here to the commandment forbidding them to eat the fruits from the tree of the knowledge of good and evil (Genesis 2:17). Fasting became especially necessary after their fall, and we see in the Bible that righteous people throughout the Old and New Testaments fasted during certain periods of their lives. A few examples follow.
The great prophet Moses, the law-giver of the Old Testament, had been fasting for 40 days before he received the Ten Commandments from God on Mt. Sinai (Exodus 34:38). The righteous king David fasted frequently as we can conclude from his God-inspired psalms. The great prophet Elijah, (1 Kings ch.19) who was taken up to heaven alive, also used to fast. The prophet Daniel had fasted before he received the revelation from God about the destiny of his people (Acts 10). The prophet John the Baptist fasted to a great extent and also taught his disciples to do so. The prophetess Anna, living at the temple for about fifty years, served God by fasting and praying throughout the day and night. For that she became worthy of God's grace and received His revelation about the birth of Jesus Christ (Luke 2:37).
Even the sinless God-and-man our Lord Jesus Christ fasted for 40 days to prepare for His mission of the salvation of the world. Following His example, the Apostles and the early Christians used to fast also, as can be found in the epistles of Saint Paul (Acts 13:3; 1 Cor. 7:5 and 9:27; 2 Cor. 6:5 and 11:27). From early Church history we learn that the dedication of particular days of the year to fasting became a widespread practice among Christians in the first few centuries. That is why in our time also the Church gives such great importance to Lent and states that without prayer and fasting spiritual growth is impossible.
The books of the New Testament teach about the benefits of fasting. In answer to the Pharisees' reproach that Christ's disciples did not fast, the Lord answered that the time to fast had not yet arrived because the Bridegroom (Christ) was with them. But when the Bridegroom will be taken away (that is, when Christ dies), then they will fast (Luke 5:33-35). Therefore, since apostolic times it has become customary to fast on Wednesdays, when Judas betrayed Christ, and on Fridays, when Jesus Christ was crucified on the cross. For the same reason the Church timed Lent to the days preceding the Passion Week. To the disciples' question as to why they could not drive out a demon, the Lord answered: "This kind does not go out except by prayer and fasting" (Matthew 17:21). In fact, demons for the most part work through our carnal nature, arousing in it improper passions, thus pushing us towards all kinds of sins, and in this way controlling our will.
To free ourselves of their influence, it is necessary to weaken the body and strengthen the soul through abstinence and prayer. Of course, one has to fast for the sake of improving oneself and not to be praised by people, as the Lord explained in his Sermon on the Mount. He said: "So that you do not appear to men to be fasting, but to your Father who is in the secret place; and your Father who sees in secret will reward you openly" (Matthew 6:18).
The heirs of the Apostles, the Holy Fathers and teachers of the Church, impressed on Christians the importance of fasting during Lent. "Do not scorn the Forty day Fast," writes Saint Ignatius of Antioch to the Philippians. "It is the imitation of the life of Christ." The Blessed Jerome in the name of all Christians of his time said, "We fast during Lent according to the tradition of the Apostles." "The longer the abstinence, the easier the acquirement of salvation," teaches Blessed Augustine. According to the teachings of St. Asterius of Amasis, Lent is "the teacher of moderation, the mother of virtue, the tutor of God's children, the instructor of the confused, the tranquility of thoughts, the support of life, a lasting and undisturbed peace; its strictness and importance weaken passion, extinguish anger and rage, quench and calm any worries which arise from overeating."
Blessed John Kolov said: "When a king plans to capture an enemy's city, he first of all stops its supply of provisions. Then its citizens, pressed by hunger, submit to him. Something similar happens with carnal desires: if a person will spend his life in fasting and hunger then improper desires will fade away." According to the teaching of John Chrysostom, "Just as non-restraint from food is, at times, the cause of countless evils for humanity, so fasting and contempt for carnal pleasures were always the cause of great blessings … As light sailing vessels speedily cross the seas and those overburdened with cargo sink, so fasting, clearing up our mind, helps us to cross the turmoils of our present life and to strive for heaven and spiritual things."
Fasting, according to the teaching of Basil the Great, brings forth prophets, strengthens the warriors of Christ, and makes the law-givers wiser. Fasting is the good guardian of the soul, the weapon of the valiant. It repels temptations, is the cohabitant of sobriety and the foundation of chastity. Fasting carries prayer to heaven, becoming its wings.
The Holy Fathers, explaining the importance of abstaining from food, insisted that one should abstain simultaneously from vices because the moral improvement of a Christian is the main goal of fasting.
"The benefit of fasting," teaches Saint Basil the Great, "is not limited by the abstinence of food alone, because true fasting is the eradication of evil deeds. Everyone should become liberated from lies. Forgive your neighbor when he insults you; forgive him his debts. You don't eat meat, but hurt your brother … We will fast in a way that is pleasing to God. A true fast is the elimination of evil, restraint of what one says, suppression of anger, the alienation of lust, malignant gossip, lies, and perjury. Abstinence from all these is true fasting." In summary, just as we fell into sin and lost heavenly bliss because of the lack of restraint of our forefathers, so through voluntary fasting we can restore in ourselves the grace of God.
Χαιρετισμοί του Αγίου Νεκταρίου (Γερασίμου Μικραγιαννανίτου)
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
Ήχος πλ. δ'. Τη υπερμάχω.
Ορθοδοξίας τον αστέρα τον νεόφωτον, και Εκκλησίας το νεόδμητον προτείχισμα, ανυμνήσωμεν καρδίας εν ευφροσύνη δοξασθείς γαρ ενεργεία τη του Πνεύματος, αναβλύζει ιαμάτων χάριν άφθονον, τοις κραυγάζουσι•
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Άνθρωπος ουρανόφρων, ανεδείχθης εν κόσμω, Νεκτάριε Χριστού Ιεράρχα (εκ γ') (Άγιε Ιεράρχα του Χριστού, πρέσβευε υπέρ ημών) ζωήν γαρ οσίαν διελθών, ακέραιος, όσιος και θεόληπτος, εν πάσιν εχρημάτισας• εντεύθεν παρ’ ημών ακούεις:
Χαίρε, δι’ ου οι πιστοί υψούνται•
χαίρε, δι’ ου οι εχθροί θαμβούνται.
Χαίρε, της σοφίας κρατήρ ο χρυσότευκτος•
χαίρε, της κακίας πρηστήρ ο νεότευκτος.
Χαίρε, οίκος αγιώτατος ενεργείας θειϊκής•
χαίρε, βίβλος θεοτύπωτος πολιτείας της καινής.
Χαίρε, ότι αρτίως ημιλλήθης αγίοις•
χαίρε ότι εμφρόνως εχωρίσθης της ύλης.
Χαίρε λαμπρόν της πίστεως τρόπαιον•
χαίρε, σεπτόν της χάριτος όργανον.
Χαίρε, δι' ου Εκκλησία χορεύει•
χαίρε, δι' ου νήσος Αίγινα χαίρει.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Βλέμματι διανοίας, έτι ων νεανίας, κατώπτευσας την θείαν ακτίνα, υφ' ης καταλαμφθείς την ψυχήν, τω φωτί των θείων εντολών όσιε, ηρετίσω πορεύεσθαι, εκ νεότητος Χριστώ ψάλλων
Αλληλούια
Γέγονας εν τη πόλει, Κωνσταντίνου θεόφρον, τω θείω ιθυνόμενος φόβω εν η τα κρείττονα μελετών, φρονήσεως θείας έμπλεως πέφηνας, ευφραίνων εν τοις λόγους σου τους εκβοώντάς σοι τοιαύτα:
Χαίρε, το κλήμα της αφθαρσίας•
χαίρε, το νέκταρ της αμβροσίας.
Χαίρε, του Σωτήρος θεράπον θεόληπτε•
χαίρε, των πατέρων των πάλαι ομότροπε.
Χαίρε, πέτρα νεοσμίλευτος νοητής οικοδομής•
χαίρε, στέφος τό νεόπλοκον Εκκλησίας της σεπτής.
Χαίρε, ότι εφάνης ως νεόδρεπτον ρόδον•
χαίρε, ότι εδείχθης ως θεόδεκτον δώρον.
Χαίρε, αστήρ ο νέος της πίστεως•
χαίρε, λαμπτήρ της δόξης του κτίσαντος.
Χαίρε, ηθών ουρανίων ταμιείον•
χαίρε, σεπτών αρετών εκμαγείον.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Δόξαν την της σοφίας, ολοτρόπως ποθήσας, και ταύτην εκ παιδός εκιτήσας, τον Χριστόν ικέτευες τυχείν, του καλλίστου εφετού θερμοίς δάκρυσι, και τυχών της εφέσεως, Νεκτάριε πιστώς εβόας•
Αλληλούια
Εύφρανας την ψυχήν σου, ως οι πάλαι πατέρες Βασίλειος συν τω Γρηγορίω, παιδευμάτων τη κτήσει σαφώς, εν Αθήναις μαθητεύσας Νεκτάριε διό τοις σοις χαρίσμασιν, ηδόμενοι σοι εκβοώμεν:
Χαίρε, φωτός ουρανίου τέκνον•
χαίρε, τερπνόν ευσέβειας δένδρον.
Χαίρε, της του κόσμου απάτης υπέρτερος•
χαίρε, τη μεθέξει του κρείττονος ένθεος.
Χαίρε, νους ο θεοφόρητος πλήρης θείων εννοιών•
χαίρε, άνθραξ θείου Πνεύματος πυρ ανάπτων νοερόν.
Χαίρε, ότι αμέμπτως την ζωήν διανύεις•
χαίρε, ότι την πλάνην του Βελίαρ εκλύεις.
Χαίρε, Χριστού δεχθείς την αγάπησιν•
χαίρε, καλών ενέγκας την άνθησιν.
Χαίρε, πιστών νεοστήρικτον έρκος•
χαίρε, εχθρών καιριώτατον βέλος.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Ζήλω θείω θεόφρον, των οσίων πατέρων, ποθήσας τον Ισάγγελον βίον εν Χίω ημφιάσω σεπτώς, των μοναχών το σχήμα το ουράνιον, και τον εχθρόν εγύμνωσας, εν τω ψάλλειν αεί Κυρίω:
Αλληλούια
Ήκουσε προσευχής σου, ο Δεσπότης εξ ύψους, βοήσαντος αυτώ εκ καρδίας, και επέταξε τη θαλάσση και έστη εις αύραν ο κλύδων όσιε, θαυμάσαντες δε άπαντες, οι σωθέντες πιστώς εβόων:
Χαίρε, Θεού ο θείος θεράπων•
χαίρε, πηγή ποικίλων θαυμάτων.
Χαίρε, Εκκλησίας φωστήρ ο νεόφωτος•
χαίρε των αγίων απάντων ισότιμος.
Χαίρε, σκεύος πολυτίμητον ουρανίων δωρεών•
χαίρε, κήπος ο νεόβλαστος μακαρίων αρετών.
Χαίρε, ότι θαλάσσης κατευνάζεις τον σάλον•
χαίρε, ότι τω λόγω απελέγχεις παν φαύλον.
Χαίρε Χριστού το νέον εκλόγιον•
χαίρε, ηθών οσίων γεώργιον.
Χαίρε, ζωής θιασώτης οσίας•
χαίρε, χαράς βραβευτής ουρανίας.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε
Θαυμαστός ανεδείχθης εν εσχάταις ημέραις, εν βίω ιεράρχα αγίω, των πάλαι αγίων την ζωήν, χαρακτηρίσας εμφανώς τοις τρόποις σου, και δοξασθείς τοις θαύμασι, κινδύνων σώζεις τους βοώντας:
Αλληλούια
Ιεράρχης θεόφρων, εκλογή θεοκρίτω εδείχθης αληθώς εν Αιγύπτω, και της Πενταπόλεως ποιμήν, κατά Παύλον τον μέγαν ώφθης ένθεος• διό την πολιτείαν σου, εθαύμαζον πιστοί βοώντες:
Χαίρε, ο ένθους τη πολιτεία•
χαίρε, ο τύπος τη ευσεβεία.
Χαίρε, των οσίων πατέρων εφάμιλλος•
χαίρε, ιερέων ο νέος διάκοσμος.
Χαίρε, σκήνωμα πραότητος και αγάπης θησαυρός•
χαίρε, ιλαρότητος και ελέους χορηγός.
Χαίρε, ότι εφάνης Εκκλησίας λαμπρότης•
χαίρε, ότι τυγχάνεις ευσεβούντων φαιδρότης.
Χαίρε, εικών αρίστης βιώσεως•
χαίρε, τυχών σαφώς της θεώσεως.
Χαίρε, κανών της αρχιερωσύνης•
χαίρε, λαμπτήρ της θεορρημοσύνης.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε
Κόσμος της εν Αιγύπτω, Εκκλησίας ωράθης, ως του ευαγγελίου εργάτης• εντεύθεν των πιστών οι χοροί, υφηγητήν σε θείον Πάτερ κτησάμενοι, τα κρείττω επαιδεύοντο, βοώντες συν σοι τω Κυρίω:
Αλληλούια
Λάμψας εν τη Ελλάδι, ως Απόστολος άλλος, λαμπρύνεις ευσεβών τας καρδίας, τω φέγγει των θείων διδαχών, και ταις ακτίσι του βίου σου όσιε• διό τη ση λαμπρότητι, φωταγωγούμενοι βοώμεν•
Χαίρε, το άστρον της Εκκλησίας•
χαίρε η σάλπιγξ της αληθείας.
Χαίρε, Αποστόλων τον ζήλον κτησάμενος•
χαίρε, ιαμάτων την χάριν δεξάμενος.
Χαίρε, ρήτωρ ενθεώτατος των ρημάτων της ζωής•
χαίρε, λόγου του της χάριτος ο σοφός υφηγητής.
Χαίρε, ότι καθαίρεις ψυχικάς διαθέσεις•
χαίρε, ότι ρυθμίζεις καρδιών τας εφέσεις.
Χαίρε, πιστών ο μέγας διδάσκαλος•
χαίρε, Χριστού ο μύστης ο άριστος.
Χαίρε, πολλούς πειρασμούς υπομείνας•
χαίρε, ψυχάς προς Θεόν οδηγήσας.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε
Μέγας εν ιεράρχαις, και σοφοίς διδασκάλοις, ως μύστης ταπεινώσεως ώφθης• διόπερ ως κλήρον πατρικόν, τας σας θεογράφους δέλτους κατέλιπες τη Εκκλησία άγιε, εν αις πιστώς εντρυφώντες, τω σε δοξάσαντι βοώμεν.
Αλληλούια
Νέκταρ δικαιοσύνης, και ζωής θείας δρόσον, τη θεία επομβρία θεόφρον, οία νεφέλη πνευματική, εν αυχμώδει καιρώ ημίν επωμβρήσας• ευφραίνων τας ψυχάς ημών, και διεγείρων του βοάν σοι:
Χαίρε, η δρόσος της θυμηδίας•
χαίρε, η αύρα της αφθαρσίας.
Χαίρε, ο πηγάσας το ύδωρ της χάριτος•
χαίρε, ο εμφράξας το στόμα του δράκοντος.
Χαίρε, έαρ αγιότητος εν χειμώνι νοητώ•
χαίρε, σέλας νεοφώτιστον εν τω σκότει τω δεινώ.
Χαίρε, ότι συγχέεις ασεβών τας εννοίας•
χαίρε, ότι ευφραίνεις ευσεβών τας καρδίας.
Χαίρε, λαών ορθοδόξων στήριγμα•
χαίρε, πολλών κακοδόξων σύντριμμα.
Χαίρε, χορών κενολόγων η πτώσις•
χαίρε, πολλών ασθενούντων η ρώσις.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε
Ξένα θαύματα πάτερ, η ση θήκη πηγάζει, και σώζει τους εν πόνοις τελούντας• διό τη ση αγία Μονή πανταχόθεν συρρέουσιν άνθρωποι, και λύτρωσιν, κομίζονται παρά σου βοώντες:
Αλληλούια
Όρμον άκλυστον πάτερ, εν τη νήσω Αιγίνης, ανέδειξας την θείαν Μονήν σου, και εν ταύτη σεπτών μοναστριών κυβερνήτης σοφός εχρημάτισας• Χριστώ γαρ ταύτας όσιε, σοφώς ωδήγησας βοώσας:
Χαίρε, ο νους ασκήσεως θείας•
χαίρε, αδάμας της καρτερίας.
Χαίρε, ταπεινώσεως έμψυχον άγαλμα•
χαίρε, καθαρότητας θείον θησαύρισμα.
Χαίρε, απαθείας έσοπτρον και αγνείας λαμπηδών•
χαίρε, εγκράτεια τέμενος και ταμείον αρετών.
Χαίρε, ότι διέπεις εν Θεώ την Μονήν σου•
χαίρε, ότι παρέχεις πάσι την αρωγήν σου.
Χαίρε, λαμπρός της Αιγίνης έφορος•
χαίρε, πιστών αντιλήπτωρ έτοιμος.
Χαίρε, πολλούς εκ κινδύνων αρπάσας•
χαίρε, εχθρού την οφρύν κατασπάσας.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Πλήρης χάριτος θείας και οσμής ουρανίας, η θήκη των λειψάνων σου πέλει, εν οις ου μόνον η ση Μονή, αλλά και πάσα η Αίγινα γάνυται, και πάντες αγιάζονται, τη τούτων χάριτι βοώντες:
Αλληλούια
Ρείθρα βλύζουσι θεία, τα σεπτά σου οστέα, πλούσια δωρεά ουρανία, ιαμάτων εσαεί πολλών, και νοσημάτων τον ρύπον εκπλύνουσι διό σου εκπληττόμενοι, ην εύρες δόξαν εκβοώμεν:
Χαίρε, το ρείθρον των ιαμάτων•
χαίρε η λύσις των νοσημάτων.
Χαίρε, πανταχού ο προφθάνων καλούμενος•
χαίρε, ο κατ' όναρ και ύπαρ φαινόμενος.
Χαίρε, βρύσις η πολύρρυτος συμπαθείας πατρικής•
χαίρε βότρυς ο γλυκύτατος ευφροσύνης ψυχικής.
Χαίρε, ότι καρκίνου χαλεπόν παύεις πάθος•
χαίρε, ότι δαιμόνων καταλύεις το θράσος.
Χαίρε, σοφών ματαίων η σύγχυσις•
χαίρε, πιστών η άρρηκτος σύναψις.
Χαίρε, δι' ου ιεράρχαι κοσμούνται•
χαίρε, δι' ου μωρολόγοι τροπούνται.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Σκέπην σε και προστάτην, πας πιστός ονομάζει, τυχών της παρά σου βοηθείας τις γαρ καλέσας σε ευλαβώς, και ουκ έτυχε της σης Πάτερ χάριτος; άπασι γαρ τάχιστα, τας αιτήσεις δίδως εν τω κράζειν:
Αλληλούια
Των πολλών σου θαυμάτων, εις την σύμπασαν κτίσιν, εξήλθε θεοφόρε ο φθόγγος. Συ γαρ τοις εγγύς και τοις μακράν, τάχος επιφαίνη βοηθών άγιε, και σώζεις κινδυνεύοντας, και προΐστασαι των βοώντων:
Χαίρε, ο μέγας εν θαυμασίοις•
χαίρε, ο ένδοξος εν αγίοις.
Χαίρε, ο αρτίως κυρώσας τα πρόπαλαι•
χαίρε των αρχαίων πατέρων ομόστεφε.
Χαίρε, θρίαμβος της πίστεως, έπαλξις των ευσεβών•
χαίρε έκφανσις της χάριτος, έκπληξις των ασεβων.
Χαίρε, ότι εμφαίνεις αληθείας την δόξαν•
χαίρε, ότι εμφράττεις ανομίας το στόμα.
Χαίρε, χαρά πιστών και κραταίωμα•
χαίρε, ψυχών κλονουμένων έδρασμα.
Χαίρε, δι' ου ο Χριστός εδοξάσθη•
χαίρε, δι' ου ο Σατάν κατησχύνθη.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Ύμνον ευχαριστίας, σοι προσάδομεν Πάτερ, σωζόμενοι ταις σαις προστασίαις εν πάση γαρ ανάγκη ημάς, επερχομένων απαλλάττεις θλίψεων διό την σην αντίληψιν, κηρύττομεν Χριστώ βοώντες:
Αλληλούια
Φλέγεις την των δαιμόνων, φρυγανώδη μανίαν, πυρί των ιερών σου θαυμάτων, και ταχύ βοηθών τοις πιστοίς, χαλεπών νόσων σβεννύεις τον καύσωνα, ιώμενος τους πάσχοντας, βοώντας σοι εν κατανύξει:
Χαίρε, η ρώσις των ασθενούντων•
χαίρε η λύσις των δαιμονώντων.
Χαίρε, πυρεσσόντων τελεία απάλλαξις•
χαίρε παρειμένων ταχεία ανόρθωσις.
Χαίρε, ότι εν τω φρέατι ύδωρ βρύεις δαψιλές•
χαίρε, ότι επευλόγησας Αίγιναν ταις σαις ευχαίς.
Χαίρε, ο διανοίξας την Θεού ευσπλαχνίαν•
χαίρε, ο διαλύσας την δεινήν ανομβρίαν.
Χαίρε, πηγή πηγάζουσα χάριτας•
χαίρε, λαμπάς φωτίζουσα άπαντας.
Χαίρε, Μονής της σεπτής σου κοσμήτορ•
χαίρε, των σων υμνητών αντιλήπτορ.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Χάρις του Παρακλήτου, δαψιλώς εξεχύθη, τη θήκη των σεπτών σου λειψάνων• όθεν ως αείρρυτος πηγή, αναβλύζει απαύστως τα ιάματα, και αρδεύει Νεκτάριε, θείοις νάμασι τους βοώντας:
Αλληλούια
Ψάλλων παναρμονίως, τον τρισάγιον ύμνον, Θεώ συν τοις χοροίς των αγγέλων, επίβλεψον άνωθεν ημίν, και δίδου πανάγιε τα αιτήματα, τοις πίστει σοι προστρέχουσι, και ου παύουσι του βοάν σοι:
Χαίρε, ο γόνος της Σηλυβρίας•
χαίρε, το κλέος της Εκκλησίας.
Χαίρε, της Αιγίνης το μέγιστον καύχημα•
χαίρε, της Ελλάδος απάσης ωράισμα.
Χαίρε, τύπος και υπόδειγμα των σεπτών ιεραρχών•
χαίρε, σκέπη διάσωσμα ευλαβών μοναζουσών.
Χαίρε, της Εκκλησίας εωσφόρος ο νέος•
χαίρε, της ευσέβειας θεοδώρητον σθένος.
Χαίρε, δι' ου παθών καθαρθήσομαι•
χαίρε, δι' ου Θεώ προσαχθήσομαι.
Χαίρε, πιστών ο προστάτης εν πάσι•
χαίρε καμού πρεσβευτής προς Πλάστην.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Ω θεσπέσιε Πάτερ, ορθοδόξων λαμπρότης, Νεκτάριε Χριστού Ιεράρχα (εκ γ') ( Άγιε Ιεράρχα του Χριστού, πρέσβευε υπέρ ημών)• τω θρόνω του Κυρίου παρεστώς, αίτει ημίν των πταισμάτων άφεσιν και την θείαν οικείωσιν, ως αν τω Σωτήρι βοώμεν•
Αλληλούια
Άνθρωπος ουρανόφρων, ανεδείχθης εν κόσμω, Νεκτάριε Χριστού Ιεράρχα, ζωήν γαρ οσίαν διελθών, ακέραιος, όσιος και θεόληπτος, εν πάσιν εχρημάτισας• εντεύθεν παρ’ ημών ακούεις.
Χαίρε, δι’ ου οι πιστοί υψούνται•
χαίρε, δι’ ου οι εχθροί θαμβούνται.
Χαίρε, της σοφίας κρατήρ ο χρυσότευκτος•
χαίρε, της κακίας πρηστήρ ο νεότευκτος.
Χαίρε, οίκος αγιώτατος ενεργείας θειϊκής•
χαίρε, βίβλος θεοτύπωτος πολιτείας της καινής.
Χαίρε, ότι αρτίως ημιλλήθης αγίοις•
χαίρε ότι εμφρόνως εχωρίσθης της ύλης.
Χαίρε λαμπρόν της πίστεως τρόπαιον•
χαίρε, σεπτόν της χάριτος όργανον.
Χαίρε, δι' ου Εκκλησία χορεύει•
χαίρε, δι' ου νήσος Αίγινα χαίρει.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Και αύθις το ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
Ήχος πλ. δ'. Τη υπερμάχω.
Ορθοδοξίας τον αστέρα τον νεόφωτον, και Εκκλησίας το νεόδμητον προτείχισμα, ανυμνήσωμεν καρδίας εν ευφροσύνη• δοξασθείς γαρ ενεργεία τη του Πνεύματος, αναβλύζει ιαμάτων χάριν άφθονον, τοις κραυγάζουσι•
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Ήχος πλ. δ'. Τη υπερμάχω.
Ορθοδοξίας τον αστέρα τον νεόφωτον, και Εκκλησίας το νεόδμητον προτείχισμα, ανυμνήσωμεν καρδίας εν ευφροσύνη δοξασθείς γαρ ενεργεία τη του Πνεύματος, αναβλύζει ιαμάτων χάριν άφθονον, τοις κραυγάζουσι•
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Άνθρωπος ουρανόφρων, ανεδείχθης εν κόσμω, Νεκτάριε Χριστού Ιεράρχα (εκ γ') (Άγιε Ιεράρχα του Χριστού, πρέσβευε υπέρ ημών) ζωήν γαρ οσίαν διελθών, ακέραιος, όσιος και θεόληπτος, εν πάσιν εχρημάτισας• εντεύθεν παρ’ ημών ακούεις:
Χαίρε, δι’ ου οι πιστοί υψούνται•
χαίρε, δι’ ου οι εχθροί θαμβούνται.
Χαίρε, της σοφίας κρατήρ ο χρυσότευκτος•
χαίρε, της κακίας πρηστήρ ο νεότευκτος.
Χαίρε, οίκος αγιώτατος ενεργείας θειϊκής•
χαίρε, βίβλος θεοτύπωτος πολιτείας της καινής.
Χαίρε, ότι αρτίως ημιλλήθης αγίοις•
χαίρε ότι εμφρόνως εχωρίσθης της ύλης.
Χαίρε λαμπρόν της πίστεως τρόπαιον•
χαίρε, σεπτόν της χάριτος όργανον.
Χαίρε, δι' ου Εκκλησία χορεύει•
χαίρε, δι' ου νήσος Αίγινα χαίρει.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Βλέμματι διανοίας, έτι ων νεανίας, κατώπτευσας την θείαν ακτίνα, υφ' ης καταλαμφθείς την ψυχήν, τω φωτί των θείων εντολών όσιε, ηρετίσω πορεύεσθαι, εκ νεότητος Χριστώ ψάλλων
Αλληλούια
Γέγονας εν τη πόλει, Κωνσταντίνου θεόφρον, τω θείω ιθυνόμενος φόβω εν η τα κρείττονα μελετών, φρονήσεως θείας έμπλεως πέφηνας, ευφραίνων εν τοις λόγους σου τους εκβοώντάς σοι τοιαύτα:
Χαίρε, το κλήμα της αφθαρσίας•
χαίρε, το νέκταρ της αμβροσίας.
Χαίρε, του Σωτήρος θεράπον θεόληπτε•
χαίρε, των πατέρων των πάλαι ομότροπε.
Χαίρε, πέτρα νεοσμίλευτος νοητής οικοδομής•
χαίρε, στέφος τό νεόπλοκον Εκκλησίας της σεπτής.
Χαίρε, ότι εφάνης ως νεόδρεπτον ρόδον•
χαίρε, ότι εδείχθης ως θεόδεκτον δώρον.
Χαίρε, αστήρ ο νέος της πίστεως•
χαίρε, λαμπτήρ της δόξης του κτίσαντος.
Χαίρε, ηθών ουρανίων ταμιείον•
χαίρε, σεπτών αρετών εκμαγείον.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Δόξαν την της σοφίας, ολοτρόπως ποθήσας, και ταύτην εκ παιδός εκιτήσας, τον Χριστόν ικέτευες τυχείν, του καλλίστου εφετού θερμοίς δάκρυσι, και τυχών της εφέσεως, Νεκτάριε πιστώς εβόας•
Αλληλούια
Εύφρανας την ψυχήν σου, ως οι πάλαι πατέρες Βασίλειος συν τω Γρηγορίω, παιδευμάτων τη κτήσει σαφώς, εν Αθήναις μαθητεύσας Νεκτάριε διό τοις σοις χαρίσμασιν, ηδόμενοι σοι εκβοώμεν:
Χαίρε, φωτός ουρανίου τέκνον•
χαίρε, τερπνόν ευσέβειας δένδρον.
Χαίρε, της του κόσμου απάτης υπέρτερος•
χαίρε, τη μεθέξει του κρείττονος ένθεος.
Χαίρε, νους ο θεοφόρητος πλήρης θείων εννοιών•
χαίρε, άνθραξ θείου Πνεύματος πυρ ανάπτων νοερόν.
Χαίρε, ότι αμέμπτως την ζωήν διανύεις•
χαίρε, ότι την πλάνην του Βελίαρ εκλύεις.
Χαίρε, Χριστού δεχθείς την αγάπησιν•
χαίρε, καλών ενέγκας την άνθησιν.
Χαίρε, πιστών νεοστήρικτον έρκος•
χαίρε, εχθρών καιριώτατον βέλος.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Ζήλω θείω θεόφρον, των οσίων πατέρων, ποθήσας τον Ισάγγελον βίον εν Χίω ημφιάσω σεπτώς, των μοναχών το σχήμα το ουράνιον, και τον εχθρόν εγύμνωσας, εν τω ψάλλειν αεί Κυρίω:
Αλληλούια
Ήκουσε προσευχής σου, ο Δεσπότης εξ ύψους, βοήσαντος αυτώ εκ καρδίας, και επέταξε τη θαλάσση και έστη εις αύραν ο κλύδων όσιε, θαυμάσαντες δε άπαντες, οι σωθέντες πιστώς εβόων:
Χαίρε, Θεού ο θείος θεράπων•
χαίρε, πηγή ποικίλων θαυμάτων.
Χαίρε, Εκκλησίας φωστήρ ο νεόφωτος•
χαίρε των αγίων απάντων ισότιμος.
Χαίρε, σκεύος πολυτίμητον ουρανίων δωρεών•
χαίρε, κήπος ο νεόβλαστος μακαρίων αρετών.
Χαίρε, ότι θαλάσσης κατευνάζεις τον σάλον•
χαίρε, ότι τω λόγω απελέγχεις παν φαύλον.
Χαίρε Χριστού το νέον εκλόγιον•
χαίρε, ηθών οσίων γεώργιον.
Χαίρε, ζωής θιασώτης οσίας•
χαίρε, χαράς βραβευτής ουρανίας.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε
Θαυμαστός ανεδείχθης εν εσχάταις ημέραις, εν βίω ιεράρχα αγίω, των πάλαι αγίων την ζωήν, χαρακτηρίσας εμφανώς τοις τρόποις σου, και δοξασθείς τοις θαύμασι, κινδύνων σώζεις τους βοώντας:
Αλληλούια
Ιεράρχης θεόφρων, εκλογή θεοκρίτω εδείχθης αληθώς εν Αιγύπτω, και της Πενταπόλεως ποιμήν, κατά Παύλον τον μέγαν ώφθης ένθεος• διό την πολιτείαν σου, εθαύμαζον πιστοί βοώντες:
Χαίρε, ο ένθους τη πολιτεία•
χαίρε, ο τύπος τη ευσεβεία.
Χαίρε, των οσίων πατέρων εφάμιλλος•
χαίρε, ιερέων ο νέος διάκοσμος.
Χαίρε, σκήνωμα πραότητος και αγάπης θησαυρός•
χαίρε, ιλαρότητος και ελέους χορηγός.
Χαίρε, ότι εφάνης Εκκλησίας λαμπρότης•
χαίρε, ότι τυγχάνεις ευσεβούντων φαιδρότης.
Χαίρε, εικών αρίστης βιώσεως•
χαίρε, τυχών σαφώς της θεώσεως.
Χαίρε, κανών της αρχιερωσύνης•
χαίρε, λαμπτήρ της θεορρημοσύνης.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε
Κόσμος της εν Αιγύπτω, Εκκλησίας ωράθης, ως του ευαγγελίου εργάτης• εντεύθεν των πιστών οι χοροί, υφηγητήν σε θείον Πάτερ κτησάμενοι, τα κρείττω επαιδεύοντο, βοώντες συν σοι τω Κυρίω:
Αλληλούια
Λάμψας εν τη Ελλάδι, ως Απόστολος άλλος, λαμπρύνεις ευσεβών τας καρδίας, τω φέγγει των θείων διδαχών, και ταις ακτίσι του βίου σου όσιε• διό τη ση λαμπρότητι, φωταγωγούμενοι βοώμεν•
Χαίρε, το άστρον της Εκκλησίας•
χαίρε η σάλπιγξ της αληθείας.
Χαίρε, Αποστόλων τον ζήλον κτησάμενος•
χαίρε, ιαμάτων την χάριν δεξάμενος.
Χαίρε, ρήτωρ ενθεώτατος των ρημάτων της ζωής•
χαίρε, λόγου του της χάριτος ο σοφός υφηγητής.
Χαίρε, ότι καθαίρεις ψυχικάς διαθέσεις•
χαίρε, ότι ρυθμίζεις καρδιών τας εφέσεις.
Χαίρε, πιστών ο μέγας διδάσκαλος•
χαίρε, Χριστού ο μύστης ο άριστος.
Χαίρε, πολλούς πειρασμούς υπομείνας•
χαίρε, ψυχάς προς Θεόν οδηγήσας.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε
Μέγας εν ιεράρχαις, και σοφοίς διδασκάλοις, ως μύστης ταπεινώσεως ώφθης• διόπερ ως κλήρον πατρικόν, τας σας θεογράφους δέλτους κατέλιπες τη Εκκλησία άγιε, εν αις πιστώς εντρυφώντες, τω σε δοξάσαντι βοώμεν.
Αλληλούια
Νέκταρ δικαιοσύνης, και ζωής θείας δρόσον, τη θεία επομβρία θεόφρον, οία νεφέλη πνευματική, εν αυχμώδει καιρώ ημίν επωμβρήσας• ευφραίνων τας ψυχάς ημών, και διεγείρων του βοάν σοι:
Χαίρε, η δρόσος της θυμηδίας•
χαίρε, η αύρα της αφθαρσίας.
Χαίρε, ο πηγάσας το ύδωρ της χάριτος•
χαίρε, ο εμφράξας το στόμα του δράκοντος.
Χαίρε, έαρ αγιότητος εν χειμώνι νοητώ•
χαίρε, σέλας νεοφώτιστον εν τω σκότει τω δεινώ.
Χαίρε, ότι συγχέεις ασεβών τας εννοίας•
χαίρε, ότι ευφραίνεις ευσεβών τας καρδίας.
Χαίρε, λαών ορθοδόξων στήριγμα•
χαίρε, πολλών κακοδόξων σύντριμμα.
Χαίρε, χορών κενολόγων η πτώσις•
χαίρε, πολλών ασθενούντων η ρώσις.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε
Ξένα θαύματα πάτερ, η ση θήκη πηγάζει, και σώζει τους εν πόνοις τελούντας• διό τη ση αγία Μονή πανταχόθεν συρρέουσιν άνθρωποι, και λύτρωσιν, κομίζονται παρά σου βοώντες:
Αλληλούια
Όρμον άκλυστον πάτερ, εν τη νήσω Αιγίνης, ανέδειξας την θείαν Μονήν σου, και εν ταύτη σεπτών μοναστριών κυβερνήτης σοφός εχρημάτισας• Χριστώ γαρ ταύτας όσιε, σοφώς ωδήγησας βοώσας:
Χαίρε, ο νους ασκήσεως θείας•
χαίρε, αδάμας της καρτερίας.
Χαίρε, ταπεινώσεως έμψυχον άγαλμα•
χαίρε, καθαρότητας θείον θησαύρισμα.
Χαίρε, απαθείας έσοπτρον και αγνείας λαμπηδών•
χαίρε, εγκράτεια τέμενος και ταμείον αρετών.
Χαίρε, ότι διέπεις εν Θεώ την Μονήν σου•
χαίρε, ότι παρέχεις πάσι την αρωγήν σου.
Χαίρε, λαμπρός της Αιγίνης έφορος•
χαίρε, πιστών αντιλήπτωρ έτοιμος.
Χαίρε, πολλούς εκ κινδύνων αρπάσας•
χαίρε, εχθρού την οφρύν κατασπάσας.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Πλήρης χάριτος θείας και οσμής ουρανίας, η θήκη των λειψάνων σου πέλει, εν οις ου μόνον η ση Μονή, αλλά και πάσα η Αίγινα γάνυται, και πάντες αγιάζονται, τη τούτων χάριτι βοώντες:
Αλληλούια
Ρείθρα βλύζουσι θεία, τα σεπτά σου οστέα, πλούσια δωρεά ουρανία, ιαμάτων εσαεί πολλών, και νοσημάτων τον ρύπον εκπλύνουσι διό σου εκπληττόμενοι, ην εύρες δόξαν εκβοώμεν:
Χαίρε, το ρείθρον των ιαμάτων•
χαίρε η λύσις των νοσημάτων.
Χαίρε, πανταχού ο προφθάνων καλούμενος•
χαίρε, ο κατ' όναρ και ύπαρ φαινόμενος.
Χαίρε, βρύσις η πολύρρυτος συμπαθείας πατρικής•
χαίρε βότρυς ο γλυκύτατος ευφροσύνης ψυχικής.
Χαίρε, ότι καρκίνου χαλεπόν παύεις πάθος•
χαίρε, ότι δαιμόνων καταλύεις το θράσος.
Χαίρε, σοφών ματαίων η σύγχυσις•
χαίρε, πιστών η άρρηκτος σύναψις.
Χαίρε, δι' ου ιεράρχαι κοσμούνται•
χαίρε, δι' ου μωρολόγοι τροπούνται.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Σκέπην σε και προστάτην, πας πιστός ονομάζει, τυχών της παρά σου βοηθείας τις γαρ καλέσας σε ευλαβώς, και ουκ έτυχε της σης Πάτερ χάριτος; άπασι γαρ τάχιστα, τας αιτήσεις δίδως εν τω κράζειν:
Αλληλούια
Των πολλών σου θαυμάτων, εις την σύμπασαν κτίσιν, εξήλθε θεοφόρε ο φθόγγος. Συ γαρ τοις εγγύς και τοις μακράν, τάχος επιφαίνη βοηθών άγιε, και σώζεις κινδυνεύοντας, και προΐστασαι των βοώντων:
Χαίρε, ο μέγας εν θαυμασίοις•
χαίρε, ο ένδοξος εν αγίοις.
Χαίρε, ο αρτίως κυρώσας τα πρόπαλαι•
χαίρε των αρχαίων πατέρων ομόστεφε.
Χαίρε, θρίαμβος της πίστεως, έπαλξις των ευσεβών•
χαίρε έκφανσις της χάριτος, έκπληξις των ασεβων.
Χαίρε, ότι εμφαίνεις αληθείας την δόξαν•
χαίρε, ότι εμφράττεις ανομίας το στόμα.
Χαίρε, χαρά πιστών και κραταίωμα•
χαίρε, ψυχών κλονουμένων έδρασμα.
Χαίρε, δι' ου ο Χριστός εδοξάσθη•
χαίρε, δι' ου ο Σατάν κατησχύνθη.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Ύμνον ευχαριστίας, σοι προσάδομεν Πάτερ, σωζόμενοι ταις σαις προστασίαις εν πάση γαρ ανάγκη ημάς, επερχομένων απαλλάττεις θλίψεων διό την σην αντίληψιν, κηρύττομεν Χριστώ βοώντες:
Αλληλούια
Φλέγεις την των δαιμόνων, φρυγανώδη μανίαν, πυρί των ιερών σου θαυμάτων, και ταχύ βοηθών τοις πιστοίς, χαλεπών νόσων σβεννύεις τον καύσωνα, ιώμενος τους πάσχοντας, βοώντας σοι εν κατανύξει:
Χαίρε, η ρώσις των ασθενούντων•
χαίρε η λύσις των δαιμονώντων.
Χαίρε, πυρεσσόντων τελεία απάλλαξις•
χαίρε παρειμένων ταχεία ανόρθωσις.
Χαίρε, ότι εν τω φρέατι ύδωρ βρύεις δαψιλές•
χαίρε, ότι επευλόγησας Αίγιναν ταις σαις ευχαίς.
Χαίρε, ο διανοίξας την Θεού ευσπλαχνίαν•
χαίρε, ο διαλύσας την δεινήν ανομβρίαν.
Χαίρε, πηγή πηγάζουσα χάριτας•
χαίρε, λαμπάς φωτίζουσα άπαντας.
Χαίρε, Μονής της σεπτής σου κοσμήτορ•
χαίρε, των σων υμνητών αντιλήπτορ.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Χάρις του Παρακλήτου, δαψιλώς εξεχύθη, τη θήκη των σεπτών σου λειψάνων• όθεν ως αείρρυτος πηγή, αναβλύζει απαύστως τα ιάματα, και αρδεύει Νεκτάριε, θείοις νάμασι τους βοώντας:
Αλληλούια
Ψάλλων παναρμονίως, τον τρισάγιον ύμνον, Θεώ συν τοις χοροίς των αγγέλων, επίβλεψον άνωθεν ημίν, και δίδου πανάγιε τα αιτήματα, τοις πίστει σοι προστρέχουσι, και ου παύουσι του βοάν σοι:
Χαίρε, ο γόνος της Σηλυβρίας•
χαίρε, το κλέος της Εκκλησίας.
Χαίρε, της Αιγίνης το μέγιστον καύχημα•
χαίρε, της Ελλάδος απάσης ωράισμα.
Χαίρε, τύπος και υπόδειγμα των σεπτών ιεραρχών•
χαίρε, σκέπη διάσωσμα ευλαβών μοναζουσών.
Χαίρε, της Εκκλησίας εωσφόρος ο νέος•
χαίρε, της ευσέβειας θεοδώρητον σθένος.
Χαίρε, δι' ου παθών καθαρθήσομαι•
χαίρε, δι' ου Θεώ προσαχθήσομαι.
Χαίρε, πιστών ο προστάτης εν πάσι•
χαίρε καμού πρεσβευτής προς Πλάστην.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Ω θεσπέσιε Πάτερ, ορθοδόξων λαμπρότης, Νεκτάριε Χριστού Ιεράρχα (εκ γ') ( Άγιε Ιεράρχα του Χριστού, πρέσβευε υπέρ ημών)• τω θρόνω του Κυρίου παρεστώς, αίτει ημίν των πταισμάτων άφεσιν και την θείαν οικείωσιν, ως αν τω Σωτήρι βοώμεν•
Αλληλούια
Άνθρωπος ουρανόφρων, ανεδείχθης εν κόσμω, Νεκτάριε Χριστού Ιεράρχα, ζωήν γαρ οσίαν διελθών, ακέραιος, όσιος και θεόληπτος, εν πάσιν εχρημάτισας• εντεύθεν παρ’ ημών ακούεις.
Χαίρε, δι’ ου οι πιστοί υψούνται•
χαίρε, δι’ ου οι εχθροί θαμβούνται.
Χαίρε, της σοφίας κρατήρ ο χρυσότευκτος•
χαίρε, της κακίας πρηστήρ ο νεότευκτος.
Χαίρε, οίκος αγιώτατος ενεργείας θειϊκής•
χαίρε, βίβλος θεοτύπωτος πολιτείας της καινής.
Χαίρε, ότι αρτίως ημιλλήθης αγίοις•
χαίρε ότι εμφρόνως εχωρίσθης της ύλης.
Χαίρε λαμπρόν της πίστεως τρόπαιον•
χαίρε, σεπτόν της χάριτος όργανον.
Χαίρε, δι' ου Εκκλησία χορεύει•
χαίρε, δι' ου νήσος Αίγινα χαίρει.
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Και αύθις το ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
Ήχος πλ. δ'. Τη υπερμάχω.
Ορθοδοξίας τον αστέρα τον νεόφωτον, και Εκκλησίας το νεόδμητον προτείχισμα, ανυμνήσωμεν καρδίας εν ευφροσύνη• δοξασθείς γαρ ενεργεία τη του Πνεύματος, αναβλύζει ιαμάτων χάριν άφθονον, τοις κραυγάζουσι•
Χαίροις, Πάτερ Νεκτάριε.
Subscribe to:
Posts (Atom)





