Translate

Thursday, July 16, 2015

Ἡ φοβερή πλάνη τοῦ ἱδίου θελήματος





Στα ησυχαστήρια των Κατουνακίων, προς τη θάλασσα έμενε ενάρετος Γέροντας, με έναν επίσης ευλαβέστατο υποτακτικό, ό όποιος στην αρχή έκανε υπακοή, άλλα με μια μικρή δώσει υποκρισίας. Ή υποκρισία του έφερε ψευτοταπείνωσι, και ενώ στην αρχή, όπως είπαμε, πράγματι υποτάζονταν στο θέλημα του Γέροντα του και του Πνευματικού του και ήταν πράος και ήσυχος, με τον καιρό όμως, επειδή δεν είχε ειλικρίνεια, άρχισε να κάνει κρυφά το θέλημα του.
Όπως μου διηγήθηκαν Πατέρες της ερήμου αυτής, το όνομα του Γέροντα του δεν ενθυμούνται, άλλα πολύ καλά ενθυμούνται, πώς ό Μοναχός αυτός, πνευματικό είχε τον ξακουστό και ενάρετο Παπα – Γρηγόρη, ό όποιος ησύχαζε στη Μικρή Άγιάννα, στην Καλύβα «Κοίμησης της Θεοτόκου», πού είναι στο ψηλότερο μέρος.
Στους δοκίμους και αρχαρίους Μοναχούς, από τον Πνευματικό έξομολόγο, σύμφωνα με τη δύναμη του καθενός, δίδεται ανάλογος Κανόνας προσευχής και νηστείας.Συνήθως στην αρχή ορίζονται 50 γονυκλισίες—Μετάνοιες— και έξι κομβοσχοίνια. Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή μονοφαγία, δηλαδή μια φορά την ήμερα φαγητό χωρίς λάδι ή τίποτε το λιπαρό. Αν ό οργανισμός αντέχει, με την πάροδο του χρόνου, αυξάνει ό Κανόνας της προσευχής και της νηστείας. Οι Μετάνοιες γίνονται 100 και 10 κομβοσχοίνια την ήμερα και δυο φορές την εβδομάδα απόλυτη ξηροφαγία ή τέλεια νηστεία.
Όταν γίνει Μοναχός μεγαλόσχημος, οι μετάνοιες γίνονται 300 και τα κομβοσχοίνια 15 την ήμερα, ανάλογα γίνεται και με την νηστεία. Αυτή ή προσευχή πού κάνει ό κάθε αδελφός μόνος του είναι ό καθορισμένος Κανόνας, ό όποιος θα πρέπει να γίνεται, εκτός από τις καθιερωμένες κοινές προσευχές με όλους τους αδελφούς, δηλαδή την προσευχή του Εσπερινού, του Μεσονυκτικού, του Όρθρου, των Ωρών, της θείας Λειτουργίας, των Τυπικών και του Απόδειπνου, ή οποία είναι κοινή για όλους τους αδελφούς και υποχρεωτική, εκτός ασθενείας ή αναγκαιας υπηρεσίας —διακονήματος— το όποιο θα διακρίνει και θα καθορίζει ό Γέροντας ή ό ηγούμενος και ό Πνευματικός.
Έκτος, λοιπόν, άπ' αυτά, που είναι καθορισμένα και συνεχίζονται από την ιερή Παράδοση, ότι άλλο κάνει ιδιαίτερο ό Μοναχός, χωρίς την άδεια ή ευλογία από το Γέροντα του ή τον Πνευματικό του, αυτό λογίζεται θέλημα κι όταν μάλιστα γίνεται κρυφά είναι αμαρτία μεγάλη. Ό υποτακτικός αυτός, πού το όνομά του, καθώς με βεβαίωσαν ήταν «Σπυρίδων» είχε πολλά χρόνια στην Καλογερική και στην υπακοή, πού στην αρχή ακολουθούσε τη σειρά των Πατέρων, αλλά σιγά ,σιγά τον πλάνεψε ό διάβολος κι άρχισε να κάνει κρυφά νηστείες και προσευχές περισσότερες άπ' εκείνες πού του είχαν ορίσει.
Από το θέλημα αυτό, αισθάνονταν μέσα του ικανοποίηση και άρχισε να πιστεύει, πώς αυτός έβαλε κάποια καλύτερη σειρά, άπ' εκείνη πού είχανε οι άλλοι Πατέρες. Νήστευε πιο πολύ και έτσι λίγο – λίγο χωρίς να το καταλάβει έπεσε σε υπερηφάνεια κι είχε τον εαυτό του σε υπόληψη και τους άλλους θεωρούσε κατώτερους του, στην αρετή και σ' όλα τ' άλλα, πώς δεν τον έφτανε στην αρετή, ούτε αυτός ό Γέροντας του. Τον δε Πνευματικό του θεωρούσε στενοκέφαλο, όπως και ό ίδιος διηγόταν αργότερα, στους Πατέρες, μετά το πάθημα του.
Πνευματικός του ήταν ό Παπα – Γρηγόρης, πού με τα καλογέρια του, Κοσμά και Δαμιανό τους Μοναχούς, έμενε στην «Κοίμηση της Θεοτόκου», όπως είπαμε, στη Μικρή Άγιάννα.
ΚΑΛΟΣΤΗΜΕΝΗ ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ
Μια νύχτα του Γενάρη, τα μεσάνυχτα χτύπησαν την πόρτα του δωματίου του, αφού είπαν δυο λέξεις μόνον από το «Δι' ευχών».
Ό Μοναχός Σπυρίδων άνοιξε την πόρτα και βλέπει μπροστά του έναν Άγγελο. Μόλις τον είδε ταράχτηκε τόσο πού δεν ήξερε τι να ειπεί, μόνον έτριβε τα μάτια του και του φάνηκε ο Άγγελος πολύ κόκκινος.
Ό φαινόμενος Άγγελος, δεν του έδωκε καιρό να σκεφθεί, άρχισε να του λέει επαίνους και κολακείες: «— Αδελφέ, ό Θεός δέχτηκε τις προσευχές σου και τις νηστείες σου, σα θυμίαμα και επειδή ευχαριστήθηκε πολύ από αυτά πού κάνεις, από τον εαυτό σου και την προαίρεση σου, με έστειλε να σε πάρω νάρθεις ν' ανέβουμε μαζί στην κορυφή του Άθωνα, και κείνος θα κατέβει με όλους τους αγίους, για να τον προσκυνήσεις, να πάρεις θάρρος και δύναμη, για να κάνεις μεγαλύτερες και περισσότερες αρετές. Εμπρός να φύγουμε, έχω εντολή να σε πάρω αμέσως, γιατί δεν έχουμε πολύ χρόνο στη διάθεση μας, ό Δεσπότης Χριστός θα είναι στο θρόνο να τον προσκυνήσεις και θα σου δώσει πολλά χαρίσματα». Ό Μοναχός Σπυρίδων, από τη φαντασία και την υπερηφάνεια σκοτισμένος, δε σκέφτηκε ούτε μια φορά να ειπεί την προσευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με» ή καν να κάνει έστω και μια φορά το σταυρό του, χωρίς να σκεφθεί τίποτε το πονηρό, ακολούθησε τον φαινόμενο Άγγελο και πήραν τον ανήφορο να πάνε στην κορυφή του Άθωνα από τα Κατουνάκια, μες την καρδιά του χειμώνα. Ό δρόμος ήταν καλυμμένος με πολλά χιόνια, πολλές φορές ό Μοναχός βούλιαζε μέχρι τη μέση στα χιόνια, παραπονιόταν πώς κουράστηκε, κι έλεγε να καθίσουν λίγο, αλλά ό φαινόμενος Άγγελος του απαντούσε: «Κάνε κουράγιο, αδελφέ, δεν είδες ότι τα καλά έργα «κόποις κτώνται και μόχθοις κατωρθούνται λίγο ακόμη φθάνουμε».
Ό Μοναχός άλλου έπεφτε κι άλλου σηκωνότανε, με πολλή ταλαιπωρία και κόπο, σε τρεις ώρες φτάσανε επί τέλους στην κορυφή !
Ό φαινόμενος Άγγελος όλος χαρά, λέγει στο Μοναχό Σπυρίδωνα: Κοίταξε άββά προς τα εκεί. Ό Μοναχός σαστισμένος από την πολλή κούραση, γύρισε προς τα δυτικά της Κορυφής και είδε μέσα σε ένα μεγάλο στρογγυλό δίσκο πού είχε πολύ φως κόκκινο σα φωτιά, στη μέση φαινότανε σαν το Δεσπότη Χριστό φορεμένο αρχιερατικά άμφια, να κάθεται σε θρόνο, γύρω – γύρω να είναι Άγγελοι. Μετά βλέπει να έρχονται κύματα – κύματα οι άγιοι σε Τάγματα. Τότε άρχισε να διακρίνει, πώς ερχόντουσαν τα διάφορα Τάγματα των Αγγέλων, των Αποστόλων, των Όσίων, των Ιεραρχών και των Δικαιων ανδρών και γυναικών, ακριβώς όπως παριστάνονται στην εικόνα των Αγίων Πάντων.
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΛΑΝΗΣ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ
Από τους ιεράρχες, μπροστά – μπροστά φαινόταν να έρχεται ό Άγιος Σπυρίδων, τότε ό φαινόμενος Άγγελος προστακτικά είπε στο μοναχό Σπυρίδωνα: «τι κάθεσαι και βλέπεις σα χαζός και κοιτάς έτσι περίεργα; Δε βλέπεις το Δεσπότη Χριστό πού σε περιμένει; Πήγαινε σύντομα να τον προσκυνήσεις».
Ό Μοναχός Σπυρίδων, επηρεασμένος από τη φαντασία της υπερηφάνειας, φούσκωνε πιο πολύ σαν το Παγώνι και προχώρησε λίγο, αλλά σιγά – σιγά πήγαινε με δισταγμό κάπως, σαν να του έλεγε κάτι από μέσα του, μην προχωρείς άλλο! τι να ήταν άραγε ; Να ήταν ή φωνή της συνειδήσεως ή ό φύλακας Άγγελος του; Σε μια στιγμή, ό πάτερ Σπυρίδων, πρόσεξε τον Άγιο Σπυρίδωνα, πού ερχότανε μπροστά, πώς στο κεφάλι του φορούσε ένα μεγάλο σκούφο, πού, το ύψος του έφτανε το ένα μέτρο. Τον άγιο Σπυρίδωνα, επειδή έφερε το όνομά του, σαν προστάτη του, τον είχε περισσότερη ευλάβεια και σεβασμό και επειδή συνήθως οι αγιογράφοι στις εικόνες, τον Άγιο Σπυρίδωνα, τον παριστάνουν αντίθετα από εκείνο πού αυτός έβλεπε, με πολύ μικρή σκούφια, ό πάτερ Σπυρίδων, παραξενεύτηκε βλέποντας τόσο μεγάλη και ψηλή σκούφια να φορεί ό άγιος του και κάνοντας το σταυρό του είπε φωναχτά: «Κύριε ελέησον, ό άγιος μου Σπυρίδωνας να έχει τόσο μεγάλη σκούφια, πολύ περίεργο πράγμα! !»
Μόλις έκαμε το σημείο του σταυρού, χάθηκαν όλα τα φαινόμενα και οι απάτες του Σατανά έγιναν άφαντες, αλλά ό ίδιος, είδε πώς βρισκότανε στο χείλος του γκρεμού, ευτυχώς το ένα πόδι ήταν βουλιαγμένο στο χιόνι και το άλλο πού είχε σηκωμένο, γιο: να προχωρήσει, βρίσκονταν στο κενό, δηλαδή δεν είχε μέρος να το πατήσει, γιατί αν έκανε μισό βήμα ακόμη, θα έπεφτε στο κενό πού είναι περισσότερο από χίλια μέτρα βάθος. Τον λυπήθηκε όμως ό Θεός, γιατί αντί να πέσει μπροστά, έγειρε προς τα πίσω και έμεινε εκεί από το φόβο και τη φρίκη πού δοκίμασε περισσότερο από τρεις ώρες λιπόθυμος και συνήλθε σαν πήρε για καλά ή ήμερα και, τον ζέστανε ό ήλιος.
Ο ΘΕΟΣ ΑΓΑΠΑΕΙ ΤΟ ΠΛΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΑΙ ΧΑΡΙΖΕΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ
Πήρε το δρόμο του γυρισμού, άλλα τα πόδια κι όλο το σώμα πονούσαν φρικτά και έτρεμαν από το φόβο και την υπερβολική νηστεία. Ταλαιπωρημένος όπως ήταν, έκαμε 12 ολόκληρες ώρες να κατέβει από τον Άθωνα και με πολύ κόπο πήγε στο ησυχαστήριο, κτύπησε την πόρτα του Γέροντα του, άνοιξε και τον βρήκε να προσεύχεται με δάκρυα στα μάτια και να παρακαλεί το Θεό.
στην ερώτηση τι του συνέβη, ό Πάτερ Σπυρίδων, αντί απαντήσεως έπεσε στα πόδια του Γέροντα του, και διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια το φρικτό πάθημα του και την απάτη πού του έκαναν οι Δαίμονες.
Ό Γέροντας του, απλός και ενάρετος άνθρωπος, ζήτησε να μάθει την αίτια και αφού έμαθε τα κρυφά θελήματα, τις επί πλέον προσευχές, νηστείες και γονυκλισίες, του έδωκε επιτίμιο και αυστηρό κανόνα και εν συνεχεία τον έστειλε στον Πνευματικό του Παπα – Γρηγόρη, ό όποιος με τη σειρά του, επειδή ό πάτερ Σπυρίδων, πίστεψε στις φαντασίες του Σατανά και τον ακολούθησε, χωρίς να ρωτήσει το Γέροντα του ή καν να κάνει το σταυρό του, κίνησε και πήγε στο άγνωστο, τον έπετίμησε και τον τιμώρησε επί τρία χρόνια να μη κοινωνήσει τα Άχραντα Μυστήρια, το Σώμα και Αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Του επέβαλε αποκλεισμό από την κοινή προσευχή και υποχρεωτικά, για τις κρυφές νηστείες πού έκανε με το θέλημα του, θα κατέλυε κάθε μέρα αρτύσιμοι τροφή και για να του ταπεινώσει το φρόνημα, τον έστειλε στο ιερό Κοινόβιο της Μονής του αγίου Διονυσίου, πού ήταν ένα από τα αυστηρότερα Μοναστήρια, να πλένει υποχρεωτικά τα πιάτα στο μαγειρείο του Κοινοβίου και να λέγει αύτη την προσευχή συνέχεια: «ελέησον με ό Θεός το βδέλυγμα».
Τρία χρόνια έμεινε στον κανόνα αυτό στο Μοναστήρι του Διονυσίου και μετά γύρισε και πάλι στο Γέροντα του, ό όποιος με χαρά τον δέχτηκε μετανοημένο και διορθωμένο.
Ό αδελφός Σπυρίδων, έλεγε το πάθημα του αυτό, σ' όλους τους Πατέρες, τους οποίους παρακαλούσε να προσεύχονται και γι' αυτόν. Σ' όλη δε τη ζωή του, δεν έλειψαν ποτέ τα δάκρυα από τα μάτια του. Για την υπακοή του δε αυτή, πού ακολούθησε κατά γράμμα τον κανόνα του Γέροντα και του Πνευματικού -του, τον αξίωσε ό Θεός να αποκτήσει ταπείνωση πλέον αληθινή και όχι ψεύτικη και να τελειωθεί με μετάνοια και καθαρή εξομολόγηση, γενόμενος υπόδειγμα κάλου υποτακτικού και τέλειου Μονάχου.
Ο ΘΕΟΣ ΔΕ ΔΕΧΕΤΑΙ ΓΙΑ ΑΡΕΤΕΣ ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΘΕΛΗΜΑΤΑ
Λίγα χρόνια μετά από το συμβάν αυτό, σε μια από τις ησυχαστικές Καλύβες στα Κατουνάκια, ασκήτευε ένας Ιερομόναχος σαν υποτακτικός σε έναν ευλαβέστατο και διακριτικό Γέροντα Σεραφείμ.
Ό υποτακτικός νέος Ιερεύς τότε, με πολλή προθυμία και ευλάβεια στα πνευματικά καθήκοντα, από τον μισόκαλο διάβολο παρακινούμενος, έκανε κρυφά προσευχές και νηστείες, χωρίς να έχει τη γνώμη και συγκατάθεση του Γέροντα του.
Πέρασαν αρκετά χρόνια, με τη νοθευμένη, από το θέλημα του, αύτη ευλάβεια, πού του έδωσε και μια ψευτοταπείνωσι στα μάτια των άλλων αδελφών να φαίνεται αγαθός και άκακος.
Μια βραδιά τα μεσάνυχτα, όπως έκανε την κρυφή προσευχή του αυτή, βλέπει στη γωνιά της οροφής του Κελιού του, να κατεβαίνει από το ταβάνι ένας κατακόκκινος άγγελος πού έμοιαζε σαν φωτιά (παίρνει ό Σατανάς το σχήμα του αγγέλου, αλλά το διακριτικό πού τον ξεχωρίζει από τον πραγματικό άγγελο είναι πώς φαίνεται κατακόκκινος σα φωτιά και φέρνει ταραχή και φρίκη στην ψυχή εκείνου πού τον βλέπει), ό όποιος αφού κατέβηκε δήθεν από τον ουρανό χωρίς να πιάνεται από πουθενά, για να κατέβει στο δωμάτιο του αδελφού, πιανότανε από τα ξυλοπάταρα του ταβανιού, όπως έχουν εκεί τα παλιά σπίτια και Καλύβια, πιανότανε λοιπόν ό φαινόμενος άγγελος για να μην πέσει στο κενό.
Ό Ιερομόναχος όταν τον είδε τρόμαξε και άρχισε με το δεξί του χέρι να σταυρώνει τον αέρα και να φωνάζει: «Κύριος επιτίμησε σε διάβολε, φύγε από το δωμάτιο μου καταραμένε» και συνέχιζε να σταυρώνει.
Ό φαινόμενος άγγελος όμως δεν έφευγε, άλλα με κολακευτικό τρόπο, του έλεγε: «Αδελφέ, μην ενοχλείσαι από την παρουσία μου, γιατί μ' έστειλε ό Θεός να σου ειπώ, πώς δέχτηκε τις προσευχές σου και τις νηστείες σου, ευχαριστήθηκε πολύ άπ' αυτές και θα σου δώσει πολλά χαρίσματα».
Ό Ιερομόναχος υστέρα άπ' αυτά άρχισε να υποχωρεί και να παίρνει θάρρος, άλλ' ό φανείς άγγελος έγινε άφαντος, αφού συνέχιζε να σταυρώνει τον αέρα και επειδή έδωκε βάση κάπως σ' αυτά πού άκουσε, φαίνεται πίστεψε στα κολακευτικά λόγια του Σατανά, διότι άρχισε από μέσα του να φουσκώνει από εγωισμό και δεν είπε σε κανέναν τίποτε.
Δεν πέρασαν όμως ούτε 15 ήμερες και επειδή δεν φανέρωσε σε κανέναν τη σατανική παγίδα, ό δαίμονας πείραξε τον Ιερομόναχο με πολύ σκληρό σαρκικό πόλεμο, τόσο πού δεν έβρισκε ησυχία μέρα – νύχτα επί σαράντα ή μερόνυχτα. Τότε εξαναγκάστηκε να το εξομολογηθεί στο Γέροντα του και στο πνευματικό του, Παπα – Συμεών, ό όποιος ήταν καλός και διακριτικός, τον κανόνισε περισσότερο για την απόκρυψη των κρυφών αυτών ενεργειών του και του επέβαλε αυστηρή τιμωρία.
Στην αρχή του επέβαλε, να εξευτελίζει τον εαυτό του ενώπιον όλων των Πατέρων και να λογαριάζει πώς είναι ό αμαρτωλότερος άνθρωπος της γης. Σε συνέχεια του λοιπού δε θα κάνει τίποτε χωρίς τη γνώμη και γνώση του Γέροντα και του Πνευματικού, δε θα κάνει ούτε προσευχή πέραν της κεκανονισμένης ούτε θα λειτουργήσει επί αρκετό χρονικό διάστημα.
Έτσι αφού εξομολογηθεί και ταπεινώθηκε ζητώντας συγχώρεση από το Θεό και τους ανθρώπους, άρχισε να υποχωρεί ό σαρκικός πόλεμος, ό οποίος κυρίως τρέφεται με τον εγωισμό, την πολυφαγία και τη φαντασία των αισχρών λογισμών και πραγμάτων, και ανάλογα ό άνθρωπος γίνεται θύμα του πολέμου ή νικητής και στεφανώνεται από τον αγωνοθέτη Δεσπότη Χριστό, πού βραβεύει τις καλές μας πράξεις και τιμωρεί τίς κακές και κρυφές ενέργειες μας.
Εις δε τους ανθρώπους που επιμένουν να κάνουν το θέλημα τους αυτά και χειρότερα παραχωρεί ό Πανάγαθος θεός, πού θέλει με κάθε τρόπο να μας σώσει και να μας παραλάβει καθαρούς και αγνούς στη βασιλεία των ουρανών, όπως έγινε με τον εν λόγω ιερομόναχο, πού για παραδειγματισμό όλων ημών παραχώρησε να πάθει αυτά για να προσέχομε εμείς.


πηγη

How the monks make kollyva on the Holy Mountain,Mount Athos.


 
On the Holy Mountain, the abbots of the last hundred years are commemorated, as well as the priests and monks of the last thirty. Kollyvo is made every time an icon is placed in the church for veneration. Every Saturday, however, the departed are remembered unless it’s the return of a feast of the Lord. It’s a little, zinc plate of boiled wheat which is placed under the icon of Christ.

The kollyvo for a feast requires real confectionary and iconographical skills. Normally, on the surface there’s an icon of the founder or the saint who the honored in the main church is named after, for example, Saint Athanasios the Athonite in the Great Lavra or the Annunciation in the Monastery of Vatopaidi.
Ordinary kollyvo is made as follows: they place crushed wheat into water to make it expand. Then they put it into a container of cold water and bring it to the boil. After half an hour, they pour off the water and add fresh, boiling it again until the wheat is soft and the liquid opaque. A little salt is added. They pour off the liquid, with the addition of sugar and cinnamon. They wash the wheat in cold water to stop it sticking and spread it out to dry. Two or three hours before the Divine Liturgy, the monk whose obedience it is, takes a handful of fine breadcrumbs and adds it to the kollyvo to soak up any moisture, so that it’s completely dry. Afterwards he’ll sieve it to get rid of the breadcrumbs. The wheat’s now ready. He spreads it out and sprinkles sugar on top (not caster sugar, but ordinary) and makes a cross with sugar colored with cinnamon. If he wishes, he can also add ground hazelnuts at an earlier stage in the process.

The kollyvo for a feast has ground walnuts added, as well as cloves and cumin. Some monasteries use ground hazelnuts (carefully peeled of their skins) instead of walnuts and cinnamon instead of cloves.

For the icons on the surface of the kollyvo, they take the wooden end of a fine artist’s brush and press the shape on the sugar from the anthivolo (a copy or template). In this way, they fill in the clothes, face and hair with different-colored sugars.



Ordinary kollyvo is the normal sweet for monks in a coenobium and is distributed in the refectory at the end of the meal. The Russians on the Holy Mountain make kollyvo not with wheat, but with rice, as is the custom in Russia. Smyrnakis noted that this was the case not only in the Monastery of Saint Panteleïmon, but also in the Russian sketes and cells, as well.




Wednesday, July 15, 2015

Elder Cleopa's mother- Eldress Agatha




Eldress Agatha Ilie (1876 - 1968), formerly known as Maria before being tonsured a nun, was the mother according to the flesh of one of the greatest hesychasts of modern Romania - Elder Cleopa Ilie.


She was from Soulitsa in the district of Botosani. Her husband was named Alexander, who was a cow merchant for a living. God blessed them with ten children. From a young age this pious couple taught their children to love the ecclesiastical services, to pray, and to flee temptations in their personal lives. Nearby their village was the Kozantsea-Botosani Skete, where Fr. Paisios Olarou struggled, who became the spiritual father of Elder Cleopa as well as the entire family. This is where the children of this large family would go to pray and to listen to the teachings of Elder Paisios, as well as help graze the animals of the Skete.


But God, Who alone is All-Good, and Whose ways are beyond comprehension, allowed this large pious family to suffer many bitter trials. One by one each child was taken from this life, much like the children of Job. This occurred between 1915 and 1935, by the will of God. John died at the age of 16. After a year his sister Porphyria died at the age of 18. After two years the 26 year old Maria died. Their mother Maria was in deep sorrow constantly for the loss of her children. She would go to the Skete and Elder Paisios would console her saying that she was sending angels to heaven. Her sorrow would continue after a few years when Basil and George left to become monks at Sihastria Monastery, and in 1931 she was informed that Basil had died as well. George, who had taken the name Gerasimos, would die two years later. One year later another terrible loss came upon Maria, when her daughter Katherine died; she was only 20 years old and was a novice at Agapia Monastery. Eight children had died at this point, and two were left for her consolation. Every time a child was taken from her, Fr. Paisios would say: "Your children are chanting to God like angels, Maria. There you will meet again." In 1949 Maria went to inform Fr. Paisios that her ninth child died, named Michael. He told her: "Your nine children have gone to the Lord and received nine martyric crowns." Shortly after this her husband, Alexander, died. Her last surviving child, Constantine, had already gone to become a novice at Sihastria Monastery in 1936, and came to be known as Cleopas upon his tonsure. Cleopa was urging his mother at this point to become a nun, and Fr. Paisios informed her: "Go Maria, you also become a monastic and pray for the living and the dead."


In the winter of 1946 Maria went to join a convent, at the age of 70, after first visiting Sihastria Monastery to venerate the tombs of her two sons. From there she went by carriage to the Monastery of Old Agapia, where she stayed for good. There she took the name Agatha and lived for another 22 years. All her life she was illiterate and could not read books or the Divine Services. What characterized her was her goodness and innocence of soul. Her soul was child-like, without evil, without pride, without bad thoughts in her mind. Whatever somebody told her, she believed, and whatever she was asked to do, she did with obedience, because she loved everybody and had no discrimination. She spoke with everyone, and cried for the misfortune and pain of all people.



When she was asked what obedience she had at the Monastery, she would respond: "I cut wood with the saw, I take care of the flowers, and I help with the cooking." Another job she had was to go into the woods all day to gather sticks for the kitchen, the whole time praying while she worked, and she would return before sunset.


One year before her repose, she ceased altogether speaking of her children. If a nun happened to ask Sister Agatha about her children, she would groan a little bit, but then be happy as a child, saying: "How good are these sisters. They care for me like a mother. Behold, here I am alone. Abbess Olympia also reposed. I have remained alone."


Her only consolation now was the Church and the Sisters who took care of her in her cell. She lived the 22 years of her monastic life with humility, prayer, silence, love, quietude, and spiritual prayer.


Old Agapia Monastery was a haven for Eldress Agatha. Though she sent all but one of her children to heaven before her own repose, through prayer she was ever near them together with all the saints through the grace of the Holy Spirit. In the Monastery she found comfort and peace of soul. In the summer of 1968 Eldress Agatha began to feel weak. She only had the strength to walk to the balcony of her cell to catch some warmth from the rays of the sun. For a few days she was bedridden. "Eldress Agatha, won't you eat some food? Here are a few apples," said the nuns who took care of her. To this she responded: "Apples I will eat in Paradise, where I am going soon." On 15 September 1968, at the age of 92, her soul went to Paradise, after saying farewell to the entire Sisterhood of the Monastery.

Elder Cleopas


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/07/elder-cleopas-mother-eldress-agatha.html

Πατέρες καὶ πατερικὴ Ὀρθοδοξία - Μεταλληνός Γεώργιος (Πρεσβύτερος)




«ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας...»


Ὅταν ὁ «ἄρχων τῶν Ἰουδαίων» Νικόδημος ἐπισκέφθηκε νύκτα τὸν Χριστό, Ἐκεῖνος τοῦ μίλησε γιὰ μία γέννηση πέρα ἀπὸ τὴν σωματικὴ - βιολογική. Τοῦ ἀπεκάλυψε τὴν πνευματικὴ ἀναγέννηση τοῦ πιστοῦ «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος», μὲ τὴν ὁποία εἰσέρχεται κανεὶς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὴν τὴν γέννηση μιλεῖ σήμερα καὶ ὁ Ἀπ. Παῦλος, ὑπογραμμίζοντας τὴν παρουσία ὡρισμένων προσώπων στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ ἀξιώνονται νὰ γίνουν οἱ κατ’ ἄνθρωπον συντελεστές της. Καὶ τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἶναι οἱ Πατέρες, ἕνα μέγεθος οὐσιαστικότατο στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.

Πατέρες – Παιδαγωγοὶ

Ὁ Παῦλος κάνει διάκριση ἀνάμεσα σὲ Πατέρες καὶ Παιδαγωγοὺς - Διδασκάλους τῶν πιστῶν.....

Οἱ πρῶτοι εἶναι λίγοι σὲ σύγκριση μὲ τοὺς δευτέρους. Οἱ Πατέρες εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ γεννοῦν τέκνα πνευματικά. οἱ Παιδαγωγοὶ συντελοῦν στὴν περαιτέρω ἀνάπτυξη καὶ καλλιέργειά τους. Οἱ Πατέρες φέρνουν στὴν πνευματικὴ ὕπαρξη· οἱ Παιδαγωγοὶ συμπληρώνουν τὸ ἔργο ἐκείνων μὲ τὴν «ἐποικοδομὴ» τους. Ὅταν λέγει αὐτὰ ὁ Παῦλος, ἔχει ὑπόψη του τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό του. Τὸ λέγει, ἄλλωστε, καθαρὰ στοὺς Κορινθίους, ὅτι εἶναι ὁ πνευματικός τους πατέρας. Γι’ αὐτὸ μπορεῖ ἁπτὰ καὶ συγκεκριμένα νὰ περιγράψει τὸ ἔργο του σ’ αὐτούς, σ’ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὸ ἔργο τῶν πολλῶν διδασκάλων ποὺ εἶχαν. Αὐτὸς «ἐφύτευσε», ἐνῶ ὁ Ἀπολλώς -μετὰ ἀπ’ αὐτὸν- μόνο «ἐπότισε». Αὐτὸς «ἔθηκε θεμέλιον»· ὅσοι ἦλθαν μετὰ ἀπ’ αὐτὸν ἁπλῶς «ἐποικοδόμησαν». (Α’ Κόρ. γ’ 6, 10).

Ὑπάρχει μία ἀναλογία ἀνάμεσα στοὺς πνευματικοὺς καὶ τοὺς σαρκικοὺς πατέρες. Εἶναι καὶ οἱ δύο μοναδικοὶ καὶ ἀναντικατάστατοι. Γιατί καὶ οἱ δύο ὁδηγοῦν στὴν ὕπαρξη, βιολογικὴ ἢ πνευματική. Καὶ αὐτὸ γίνεται μία φορὰ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπαρξιακὸ καὶ ἀνεπανάληπτο γεγονὸς δὲν εἶναι μόνο ἡ γέννηση, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀναγέννηση. Ὑπάρχει βέβαια καὶ μία οὐσιαστικὴ διαφορά: οἱ σαρκικοὶ πατέρες γεννοῦν γιὰ τὸν κόσμο· οἱ πνευματικοὶ πατέρες γεννοῦν γιὰ τὸν Χριστό.

Προσδιορίζοντας τὴν δεύτερη αὐτὴ «γέννηση» ὁ Ἀπόστολος τὴν ὀνομάζει «ἐν Χριστῷ» καὶ «διὰ τοῦ Εὐαγγελίου» χαράζοντας ἔτσι καὶ τὶς συντεταγμένες τῆς πνευματικῆς πατρότητος στὴν Ἐκκλησία. Οἱ Πατέρες τῶν πιστῶν εἶναι «ἐν Χριστῷ» πατέρες καὶ τὰ πνευματικά τους τέκνα γίνονται μέσω αὐτῶν, ὄχι δικά τους, ἀλλὰ -οὐσιαστικὰ καὶ κύρια- «τοῦ Χριστοῦ» τέκνα. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι γιὰ νὰ ἀξιωθεῖ ἀπὸ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ γίνει κανεὶς στὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ πατέρας, πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἴδιος πρῶτα «ἐν Χριστῷ», δηλαδὴ ἀναγεννημένος, ἀληθινὸ τέκνο τοῦ Θεοῦ, τοῦ ΜΟΝΟΥ κατ’ οὐσίαν ΠΑΤΡΟΣ (Ἐφεσ. γ’ 15).

Ἂν δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ προϋπόθεση, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει κανεὶς στὴν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση. Δὲν γεννᾶ πνευματικά. Δὲν ὁδηγεῖ στὴν σωτηρία. Ὅπως ὑπῆρχαν ψευδοπροφῆτες στὴν Π. Διαθήκη, ποὺ σφετερίζονταν τὸ ἔργο τῶν γνησίων προφητῶν, ἔτσι μπορεῖ νὰ ὑπάρξουν καὶ ψευδοπατέρες, ποὺ δὲν μποροῦν νὰ ὁδηγήσουν στὴν ἀναγέννηση τὸν ἄνθρωπο, ἀφοῦ δὲν εἶναι οἱ ἴδιοι ἐν Χριστῷ ἀναγεννημένοι. Ὄχι σπάνια δέ, καταντοῦν «πατρυιοί», γιατί ἀντὶ νὰ ὁδηγοῦν στὴν ἐν Χριστῷ ἐλευθερία, ὑποτάσσουν τὰ «πνευματικά τους τέκνα» στὸν ἑαυτό τους, δημιουργώντας θύματα καὶ ὄργανα ὑπηρετικὰ στοὺς ὁποιουσδήποτε σκοπούς τους. Μὴ μπορώντας νὰ ἀναγεννήσουν «διὰ τοῦ Εὐαγγελίου», δὲν γεννοῦν «ἐν Χριστῷ», ἀλλὰ «ἐν πλάνῃ καὶ ἁμαρτίᾳ». Προσφέρουν δηλαδὴ μία γέννηση, ποὺ ἰσοδυναμεῖ μὲ θάνατο. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει μὲ τοὺς αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅσους ἀναλαμβάνουν τὸ ἔργο τοῦ «πατρὸς» χωρὶς νὰ εἶναι ἀναγεννημένοι ἐν Χριστῷ οἱ ἴδιοι!


Πατερικὴ ἡ Ὀρθοδοξία


Ἡ Ὀρθοδοξία, ὡς ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἀδιανόητη χωρὶς Παύλους, χωρὶς Πατέρες καὶ Μητέρες ἐν Χριστῷ, ποὺ ὁδηγοῦν στὴν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση τὰ πνευματικά τους τέκνα. Οἱ ἅγιοι Πατέρες καὶ Μητέρες ὅλων τῶν αἰώνων συνιστοῦν τὴν εὐθεία καὶ ἀδιάσπαστη γραμμὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως. Δηλαδὴ τὴν συνέχεια τῆς εἰσαχθείσης στὸν κόσμο διὰ τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ - Λόγου νέας ζωῆς, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. Οἱ Πατέρες εἶναι οἱ διάδοχοι τοῦ Παύλου καὶ τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων, ὄχι ἁπλῶς στὴν ἀνάληψη διοικητικῶν καὶ πρακτικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ κυρίως στὴν συνέχιση τῆς «καινῆς κτίσεως», τοῦ ἀπεκεκαλυμένου νέου τρόπου ζωῆς - ὑπάρξεως, ποὺ ἐκφράζεται καὶ πραγματώνεται ὡς ὀρθόδοξη πίστη καὶ φρόνημα, ὡς δοξολογία τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ καὶ ὡς τριαδοκεντρικὴ ζωὴ καὶ πολιτεία - κοινωνία.

Οἱ Πατέρες ὅλων τῶν αἰώνων, ἐνεργοῦν στὸ ποιμαντικό τους ἔργο ὅπως οἱ γιατροὶ -καθηγηταὶ σὲ μία Ἰατρικὴ Σχολή. Δὲν περιορίζονται στὴν διάγνωση καὶ θεραπεία τῶν ἀσθενῶν, ἀλλὰ δημιουργοῦν καὶ συνεχιστὲς τοῦ ἔργου των. Τὰ πνευματικά τους τέκνα πρῶτα τὰ ὁδηγοῦν στὴν θεραπεία ἀπὸ τὰ πάθη καὶ τὸν φωτισμὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, γιὰ νὰ γίνουν καὶ ἐκεῖνα μὲ τὴ σειρὰ τους πατέρες ἄλλων τέκνων, συνεχίζοντας τὴν ἐν Χριστῷ ἀναγέννηση. Στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας αὐτὴ ἡ σχέση Πνευματικοῦ Πατρὸς - Πνευματικοῦ Τέκνου μένει ἀκατάλυτη. Κοντὰ στοὺς ἁγίους Πατέρες γεννῶνται οἱ ἅγιοι Πατέρες! Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος κοντὰ στὸν μέγα Ἀντώνιο, ὁ μέγας Βασίλειος κοντὰ στοὺς Γέροντες τῆς ἐρήμου κ.ο.κ.

Ἔτσι κατανοοῦμε τὴν φαινομενικὴ ἀπολυτότητα, ἀλλὰ καὶ τὶς ἀληθινὲς διαστάσεις, τῆς ἀκόλουθης φράσεως τῶν Ἀποστολικῶν Διαταγῶν, βιβλίου τοῦ δ’ αἰώνα: «Οὗτος διδάσκαλος εὐσεβείας, οὗτος μετὰ Θεὸν πατὴρ ἡμῶν, δι’ ὕδατος καὶ Πνεύματος ἀναγεννήσας ἡμᾶς» (Η’ 26). Τὸ ἔργο τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο εἶναι μία συνεχὴς (ἀνα)γέννηση, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατη, ἂν δὲν ὑπάρχουν πραγματικοὶ Πατέρες.

Μέσα ἀπὸ τὸ πρίσμα αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ δοῦμε, πιστεύω, καὶ τὴν σημερινὴ -συνεχῶς αὐξανομένη- καταφυγὴ τόσων ἀνθρώπων, καὶ μάλιστα νέων, στοὺς χώρους τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως, τὰ μοναστήρια μας, καὶ μάλιστα τὰ ἀθωνικά, γιὰ ἀναζήτηση Πατέρων. Τότε μόνο θὰ καταλάβουμε, πὼς καὶ στοὺς κρίσιμους καιρούς μας τὸ Πατρικὸ Χέρι τοῦ Θεοῦ δὲν ἔπαυσε νὰ βοηθεῖ καὶ νὰ κατευθύνει τὸ Λαό μας!


Μεταλληνός Γεώργιος (Πρεσβύτερος) 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/07/blog-post_20.html

Tuesday, July 14, 2015

Η Αγία Παρθενομάρτυς Γκρέκα η εν Σαρδηνία



Άγιος Μάρτυς Μέδικος ένας άγνωστος ανάργυρος ιατρός τιμώμενος την 26η Ιουνίου. Αρχ. Επιφανίου Δημητρίου








If we repent, God will forgive us ( St. John Chrysostom )



Are you a sinner? Do not despair. Come to church with repentance.
Have you sinned? Say to God: “I have sinned.” You find it so difficult to confess your sin? But if you do not accuse yourself first, the devil will
eventually accuse you. Therefore, before he has a chance to do so, strip him of his power; because, truly, his role is to accuse us. 


Erase your sin before he has a chance to blame you. For you have an accuser who will not remain silent. Have you sinned? I ask nothing else from you except this: enter the church and say to God with repentance, “I have sinned.” Because it is
written: “confess your sins first, so that you may be justified” (Isa. 43:26).
 


Confess your sin so that you may erase it. This does not require any effort, or many words, or large sums of money, or any other such thing. It only takes three words: “I have sinned.”
Have you sinned? Come to Church and erase your sin. Every time you fall while walking you get up. Similarly, every time you sin, repent. Do not despair; do not become indifferent, so that you do not lose hope in the heavenly riches that are in store for us. Even if you sin late in life when you
have grown old, repent and come to Church. 


The Church is a hospital not a court. It bestows forgiveness; it does not demand accountability for the sin. Say to God: “Against Thee only have I sinned and done this evil before Thee” (Ps. 50:6), and He will forgive you. Show Him that you repent, and He will have mercy on you. If we do our part, God will do His part.
 


Since the almighty Lord is so loving and merciful, let us not remain indifferent for our salvation. Waiting for us are the Kingdom of Heaven,
Paradise, and goods that no human eye has seen, that no human ear has heard, and which no human mind can conceive. Shouldn’t we do whatever
we can in order not to lose these things? Shouldn’t we give something trivial in order to acquire these great and invaluable things? 


Therefore, let us repent, let our hands become accustomed to giving to others, let us humble ourselves, let us mourn and cry for our sins. All these things are small. But great and beyond our strength are the things that will be given to us by God; that is, Paradise, and the Kingdom of Heaven. May we all be worthy of entering it, through His grace.
 

St. John Chrysostom

Η πατρική αγκαλιά,όταν δεν έχει Χάρη Θεού,είναι ξερή ( Αγιος Παϊσιος )


 
-Μια φορά Γέροντα,μας είπατε ότι με την αγάπη ο άνθρωπος μεγαλώνει,ωριμάζει.

- Δεν φθάνει να αγαπάη κανείς τον άλλον΄πρέπει να τον αγαπάει περισσότερο από τον εαυτό του.Η μάννα αγαπάει τα παιδιά της περισσότερο από τον εαυτό της. Μένει νηστικιά,για να ταϊση τα παιδιά της,αλλά νιώθει μεγαλύτερη ευχαρίστηση από εκείνα.Τα παιδάκια τρέφονται υλικά και η μητέρα πνευματικά.Εκείνα έχουν την υλική γεύση,ενώ αυτή έχει την πνευματική αγαλλίαση.

-Πόσες μητέρες έρχονται με κλάματα και με παρακαλούν:"Κάντε προσευχή, Πάτερ, για το παιδί μου".Τι αγωνία έχουν!
 

Λίγοι άνδρες μου λένε: "Κάνε προσευχή, παραστράτησε το παιδί μου". Να,και σήμερα μια μητέρα με τι λαχτάρα η φουκαριάρα έσπρωχνε τα παιδιά της-οκτώ είχε-και τα έβαζε στη σειρά,για να πάρουν όλα ευλογία.
 

΄Ενας πατέρας δύσκολα θα το έκανε αυτό.Η πατρική αγκαλιά,όταν δεν έχει Χάρη Θεού,είναι ξερή.Ενώ η μητρική αγκαλιά,ακόμη και όταν δεν έχει Θεό,έχει γάλα.
 

Το παιδί αγαπά τον πατέρα του και τον σέβεται,αλλά με την στοργή και την τρυφερότητα της μητέρας αυξάνει πιο πολύ η αγάπη του και προς τον πατέρα .

 Αγιος Παϊσιος

Monday, July 13, 2015

Miracle ...... ( St. Sergius of Radonezh )




Sergei Chikunchikov-Resurrection Performed by St Sergius of Radonezh (1999)

A certain devout Christian living close by the monastery, who believed in St. Sergius, had an only son, a child who fell ill. The father brought the boy to the monastery to pray for him: but while the father was yet speaking, the boy died. The man, with his last hope gone, wept and bemoaned: “It would have been better had my son died in my own house.” While he went to prepare a grave, the dead child was laid in the saint’s cell. The saint feeling compassion for the man’s loss, fell to his knees and prayed over the dead child. Suddenly the boy came to life, and moved. His father returning with preparations for the child’s burial, found his son alive whereupon he flung himself at the feet of God’s servant and thanked him. The saint said: “You deceive yourself man, and do not know what you are saying. While on your journey hither, your son became frozen with the cold and you thought he had died. He has now thawed in the warmth of my cell and you think he returns to life. No one can rise again from the dead before the Day of Resurrection.”

The man, however kept insisting: “Your prayers brought him back to life.”

St Sergius forbade him from saying this: “If you noise this abroad you will lose your son altogether.” The man promised to tell no one and, taking his son – now restored to health- he went back home. This miracle was made known through the saint’s disciples.


St Sergius of Radonezh pray to God for us!

Εμείς και ...Εκείνος ( Γέροντας Ζωσιμάς της Σιβηρίας )



Πώς να προσευχόμαστε στον Εσταυρωμένο Κύριο μας….Να , μόλις Τον πλησιάσαμε , Εκείνος μας καλωσόρισε με τα χέρια απλωμένα , ανοίγοντας θαρρείς την αγκαλιά Του , για να μας δεχθεί . ‘Εκλινε την κεφαλήν Του , για να μας ακούσει . Έκλεισε τα μάτια Του , για να μην βλέπει τις αμαρτίες μας . Κάρφωσε τα πόδια Του , για να μην απομακρυνθεί από την αναξιότητά μας . Άνοιξε με την λόγχη την θύρα της καρδιάς Του , για να ξεχύσει πλούσια το έλεος και την ευσπλαχνία Του επάνω μας. Να συλλογίζεσαι την απεριόριστη Αγάπη Του , που τον κάρφωσε στον Σταυρό . Και αν είσαι σαν τον τελώνη , ψέλισσέ Του τα λόγια της προσευχής σου με την δική του συντριβή . Αν είσαι σαν τη Χαναναία , κραύγασέ Του ενοχλητικά και επίμονα όπως εκείνη . Αν είσαι σαν την αμαρτωλή γυναίκα , πλύνε Του σιωπηλά τα πόδια με το μύρο των δακρύων σου .Αν είσαι σαν τον άσωτο , «ελθέ εις εαυτόν» και τρέξε χωρίς καθυστέρηση κοντά Του, για να σε ντύσει με «την στολή την πρώτη»…

Γέροντας Ζωσιμάς της Σιβηρίας