“When praying, keep to the rule that it is better to say five words from the depth of your heart that ten thousand words with your tongue only.
When you observe that your heart is cold and prays unwillingly, stop praying and warm your heart by vividly representing to yourself either your own wickedness, your spiritual poverty, misery, and blindness, or the great benefits which God bestows every moment upon you and all mankind, especially upon Christians, and then pray slowly and fervently.
If you have not the time to say all the prayers, it does not matter, and you will receive incomparably greater benefit from praying fervently and not hurriedly than if you had said all your prayers hurriedly and without feeling: ‘I had rather speak five words with my understanding that ten thousand in an unknown tongue.’
But it would, of course, have been very well had we been able to say those ten thousand words in prayer with due understanding and feeling.”
St John of Kronstadt

Ήταν κάποτε ένας άνθρωπος ευλαβής που ωνομαζόταν Αγαθόνικος.
Αυτός είχε διδαχθή, ακόμη από την παιδική του ηλικία, να λέγη μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, τον ύμνο αυτό:
«Θεοτόκε, Παρθένε, χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ο Κύριος μετά σού. Ευλογημένη, συ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Ότι Σωτήρα έτεκες, των ψυχών ημών».
Αργότερα έκανε μια ζωή με πολλές φροντίδες και έλεγε σπανιώτερα αυτόν τον ύμνο της Κυρίας Θεοτόκου. Κατόπιν σιγά σιγά έπαυσε να τον λέγη.
Ο Θεός όμως, ο Οποίος δεν θέλει τον θάνατο του αμαρτωλού, έστειλε στο σπίτι του έναν ερημίτη από την Θηβαίδα για να τον ελέγξη διότι εξέχασε αυτόν τον ύμνο της Κυρίας Θεοτόκου.
Ο Αγαθόνικος απήντησε στον ερημίτη μοναχό ότι έπαυσε να τον λέγη, διότι, παρότι τον έλεγε για πολλά χρόνια, όμως δεν ευρήκε καμμία ωφέλεια.
Τότε ο ερημίτης του είπε:
«Φέρε στον νού σου τυφλέ και αχάριστε, πόσες φορές σε εβοήθησε αυτή η δοξολογική προσευχή και σε έσωσε από διάφορους πειρασμούς!
Θυμήσου, όταν ήσουν ακόμη παιδί, πως λυτρώθηκες από πνιγμό κατά ένα θαυμαστό τρόπο!
Ενθυμήσου, όταν σε εκτύπησαν πολλοί γείτονες σε μία λακκούβα που είχες πέσει κι όμως έμεινες ατραυμάτιστος!
Θυμήσου ακόμη, όταν ταξίδευες κάποτε με κάποιον φίλον σου, επέσατε και οι δυό σας από την καρότσα!
Αυτός έσπασε το πόδι του και συ δεν έπαθες τίποτε.
Δεν γνωρίζεις ότι ο φίλος σου είναι κάτω αδύνατος από μία ασθένεια, ενώ εσύ είσαι υγιής και δεν αισθάνεσαι κανένα πόνο;
Καί, όταν του έφερε στην μνήμη όλα αυτά τα θαυμαστά έργα, στο τέλος του είπε:
«Να ξέρης ότι όλες αυτές οι δυστυχίες και ατυχίες που ήλθαν στην ζωήν σου, απομακρύνθηκαν από την θεία Σκέπη της Υπεραγίας Θεοτόκου, χάρις στην μικρή σου αυτή δοξολογική προσευχή, την οποίαν έλεγες κάθε ημέρα ενώπιόν της.
Δώσε λοιπόν προσοχή και συνέχιζε να προσεύχεσαι και στο μέλλον με την προσευχή αυτή και η Μητέρα του Κυρίου μας δεν θα σε εγκαταλείψη ποτέ».
Έτσι κατάλαβε ο Αγαθόνικος και δεν άφησε πάλι αυτή την προσευχή.
Ούτε εμείς να μην αφήνουμε να περνά μία ημέρα χωρίς να προσευχηθούμε μ᾿ αυτή την προσευχή μπροστά στην Κυρία Θεοτόκο κι έτσι θα φυλαγώμεθα από πολλές δοκιμασίες και πειρασμούς στην ζωή μας
Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ
We should all read the prophecy of St. Paisios, it says everything...
This is an amateur translation from the original text that was in Greek:
He said for the French: "Leave those who gather Muslims and are building mosques.
Later, they will understand what is happening and then they will be the first to take action against them.
You will see what they will do. "
Μαρτυρίες Προσκυνητών. Τόμος Β΄, 2η έκδοση, σελίδα 365.

Αναγνωρίζουν ομιλίες, αντιλαμβάνονται συμπεριφορές, ξέρουν να μετρούν. Τα βρέφη είναι τελικά πολύ πιο «σύνθετα» όντα από ό,τι νομίζουμε.
Τα βρέφη αντιλαμβάνονται και γνωρίζουν πολύ περισσότερα από όσα πιστεύουμε
Ο υπέροχος αλλά μυστηριώδης κόσμος των βρεφών αρχίζει να φωτίζεται ολοένα και περισσότερο αφού οι επιστήμονες τα τελευταία χρόνια έχουν καταφέρει να αποκωδικοποιήσουν μια σειρά ικανότητες και δυνατότητες που έχει ο άνθρωπος κατά τους πρώτους μήνες, ακόμη και κατά τις πρώτες εβδομάδες της ζωής του. Όπως φαίνεται, τα βρέφη γνωρίζουν αλλά και αντιλαμβάνονται πολύ περισσότερα από όσα πιστεύαμε ως σήμερα.
Μας καταλαβαίνουν προτού καν… ξεμυτίσουν
Τα έμβρυα μπορούν να «αποκωδικοποιήσουν» τον λόγο ακόμη και τρεις μήνες πριν από τη γέννησή τους. Αυτό έδειξε μελέτη γάλλων ερευνητών του Εργαστηρίου GRAMFC (Groupe de Recherche sur l’ Analyse Multimodale de la Fonction Cérébrale) που βασίστηκε σε λεπτομερείς απεικονίσεις του εγκεφάλου 12 βρεφών τα οποία είχαν γεννηθεί πρόωρα. Μόλις στις 28 εβδομάδες της κύησης τα βρέφη φάνηκε ότι μπορούσαν να διακρίνουν μεταξύ διαφορετικών συλλαβών όπως «γκα» και «μπα» αλλά και μεταξύ ανδρικών και γυναικείων φωνών. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι είναι σχεδόν απίθανο η ελάχιστη εμπειρία των μωρών εκτός της μήτρας να ήταν εκείνη που τους χάρισε την ικανότητα να αντιλαμβάνονται τις συλλαβές. Όπως υποστηρίζουν, τα βρέφη μαθαίνουν τη… γλώσσα των μεγάλων κατά την ενδομήτρια ζωή τους. Τα νέα αυτά ευρήματα ενισχύουν τη θεωρία που αναφέρει πως τα βρέφη αποκτούν γλωσσικές ικανότητες ενόσω βρίσκονται στη μήτρα αποκρινόμενα στις φωνές των γονιών τους.
Αναγνωρίζουν τα ψέματα!
Πρόσφατη μελέτη έδειξε ότι τα μωρά, ακόμη και από την ηλικία των 18 μηνών, μπορούν να καταλάβουν πότε ο γονιός τους τούς λέει ψέματα! Τα βρέφη, όπως αναφέρουν ψυχολόγοι του Πανεπιστημίου Κονκόρντια στον Καναδά, είναι σε θέση να καταλάβουν πότε κάποια συναισθήματα που δείχνουν οι γύρω τους δεν συνάδουν προς τα γεγονότα που λαμβάνουν χώρα εκείνη τη στιγμή, όπως π.χ. όταν ένας ενήλικος δείχνει λυπημένος ενώ του δίνουν κάποιο αντικείμενο που επιθυμεί.
Οι μαθηματικές ικανότητες
Επιστήμονες του Πανεπιστημίου Ντιουκ στη Βόρεια Καρολίνα υποστηρίζουν ότι τα μωρά που αντιλαμβάνονται τη διαφορά ανάμεσα σε τρία μήλα και σε έξι μήλα στην ηλικία των έξι μηνών είναι πιθανότερο να έχουν καλύτερες αριθμητικές ικανότητες όταν φτάσουν στο προνήπιο. Και αυτό σημαίνει ότι ορισμένες μαθηματικές ικανότητες μπορεί να είναι έμφυτες. Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι τα βρέφη έχουν την ικανότητα να ξεχωρίζουν σύνολα που περιέχουν διαφορετικό αριθμό αντικειμένων. Πολλοί νευροεπιστήμονες και αναπτυξιακοί βιολόγοι υποψιάζονται ότι η «διαισθητική» αντίληψη του πλήθους αποτελεί τη βάση για τις μαθηματικές ικανότητες των ενηλίκων. Οι ερευνητές αναφέρουν ότι τα αποτελέσματα της μελέτης που έκαναν ενισχύουν την άποψη ότι η διαισθητική αντίληψη των αριθμών είναι έμφυτη ικανότητα στην οποία θα βασιστούν αργότερα οι μαθηματικές ικανότητες. Επισημαίνουν πάντως ότι το ταλέντο στα μαθηματικά επηρεάζεται και από πολλούς περιβαλλοντικούς παράγοντες όπως η παιδεία και η ενθάρρυνση από τους γονείς.
Η αριθμητική
Τα 18μηνα βρέφη κατανοούν τους βασικούς κανόνες της αριθμητικής, σύμφωνα με μια μελέτη ειδικών του Πανεπιστημίου του Κουίνσλαντ στην Αυστραλία. Οι ερευνητές κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα αφού παρακολούθησαν βρέφη της συγκεκριμένης ηλικίας και είδαν ότι τα μικρά επιλέγουν να βλέπουν βίντεο όπου γίνεται σωστή αρίθμηση παρά άλλα όπου δεν ακολουθούνται οι κανόνες της πρόσθεσης. Παρ’ ότι ως σήμερα πιστεύαμε πως τα παιδιά κατακτούν τους κύριους κανόνες της αριθμητικής στην ηλικία των περίπου τεσσάρων ετών, η συγκεκριμένη μελέτη δείχνει ότι οι βασικές αρχές γίνονται «κτήμα» των παιδιών από τη βρεφική ακόμη ηλικία.
Σούπερ παιδιά τα βρέφη που κολυμπούν
Η εκμάθηση κολύμβησης από την αρχή της ζωής χαρίζει στα παιδιά εντυπωσιακές δεξιότητες αργότερα στον βίο τους, σύμφωνα με μελέτη ειδικών του Νορβηγικού Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας και του Πανεπιστημίου του Λάνκαστερ. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι τα μωρά που κολυμπούν εμφανίζουν καλύτερη ισορροπία και μπορούν να αρπάζουν και να κρατούν αντικείμενα πολύ πιο εύκολα από όσα βρέφη δεν μαθαίνουν κολύμβηση. Μάλιστα η διαφορά αυτή σε σημαντικές δεξιότητες φάνηκε να ισχύει ακόμη και όταν τα παιδιά είχαν συμπληρώσει τα πέντε έτη τους.
Οι ερευνητές συνέκριναν 19 βρέφη-κολυμβητές με αντίστοιχο αριθμό παιδιών που δεν συμμετείχαν σε μαθήματα κολύμβησης. Τα βρέφη είχαν συμμετάσχει σε πρόγραμμα κολύμβησης επί δύο ώρες την εβδομάδα από την ηλικία των δύο-τριών μηνών ως την ηλικία των επτά μηνών. Όταν τα παιδιά των δύο ομάδων εξετάστηκαν στην ηλικία των πέντε ετών, η διαφορά στις επιδόσεις τους σε ασκήσεις ισορροπίας και άλλων φυσικών δεξιοτήτων ήταν εντυπωσιακή, σημειώνουν οι ερευνητές.
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/11/blog-post_1790.html
The Holy Angels and the Saints of God are our best, kindest, truest, brethren and friends, so often helping us in circumstances in which no one on this earth can do so. As these brothers, who load us with benefits, are invisible, whilst we, on account of our corporality, wish to have them before our eyes, we have images of them; and looking upon these images we call upon these images, we call upon them in our prayers, knowing that they have great boldness before God, to help us.St. John of Kronstadt
(Ο Γέροντας θυμάται τα παιδικά του χρόνια).
Στο τραπέζι καθόμασταν όλοι μαζί. Κάναμε πρώτα προσευχή και υστέρα αρχίζαμε να τρώμε. Αν άρχιζε κανείς να τρώει, πριν ευλογηθεί το τραπέζι, λέγαμε: «αυτός πόρνευσε».
Την έλλειψη εγκράτειας την θεωρούσαμε πορνεία.
Είναι διάλυση της οικογενείας να έρχεται ο καθένας στο σπίτι, οποία ώρα θέλει, και να τρώει μόνος του χωρίς να υπάρχει λόγος.
Εσείς γέροντα την έλλειψη της εγκράτειας στο φαγητό τη θεωρούσατε πορνεία.
Όσοι από εμάς θεωρούμε την πορνεία αρετή, άλλά και τα κουσούρια τα ονομάσαμε υπέρβαση και απελευθέρωση σε τι σειρά αρετής κατατασσόμαστε;
Αν αυτό που τότε λέγατε εσείς ήταν το αποκορύφωμα της εγκράτειας, αυτό που τώρα κάποιοι λένε από εμάς είναι προφανως το αποκορύφωμα... της διαφθοράς!
Αγιος Παϊσιος

Προς τους νέους, πως να οφελούνται από τα Ελληνικά γράμματα
Πολλοί λόγοι, αγαπητά μου παιδιά, με κάνουν να σας δώσω αυτές τις συμβουλές. Πιστεύω ότι είναι οι καλύτερες και θα σας ωφελήσουν, αν τις κάνετε κτήμα σας. Έχω προχωρημένη ηλικία. Ασκήθηκα στη ζωή με πολλούς τρόπους. Γνώρισα επί πολλά χρόνια τις βιοτικές μεταβολές, που συμπληρώνουν την ανθρώπινη μόρφωση.
Έτσι, έχω κάμποση πείρα στα ανθρώπινα πράγματα. Μπορώ, λοιπόν, σ΄ αυτούς που πρωτομπαίνουν στο στάδιο της ζωής, να δείξω τον πιο σίγουρο δρόμο. Από την άποψη της συγγένειας, έρχομαι ευθύς μετά τους γονείς σας. Γι΄ αυτό, σας αγαπώ όμοια μ΄ εκείνους. Και σεις με βλέπετε σαν πατέρα σας, έτσι θαρρώ.
Αν, λοιπόν, δεχθήτε με προθυμία τα λόγια μου, θα ανήκετε στη δεύτερη κατηγορία εκείνων που επαινεί ο αρχαίος ποιητής Ησίοδος, γράφοντας ότι είναι άριστος άνθρωπος όποιος μονάχος του ξεχωρίζει το σωστό κι είναι καλός άνθρωπος όποιος συμμορφώνεται με τις σωστές υποδείξεις. Ένω όποιον δεν είναι ικανός να το κάνει αυτό, τον χαρακτηρίζει σαν άνθρωπο άχρηστο.
Και μην απορήσετε που έρχομαι να προσθέσω κάτι δικό μου σε όσα διαβάζετε από τους αρχαίους στα σχολεία σας και μάλιστα να σας πω ότι αυτό το δικό μου είναι ωφελιμότερο από όσα εκείνοι σας διδάσκουν. Ακριβώς αυτό είναι το νόημα της συμβουλής μου: δεν πρέπει να παραδώσετε στους αρχαίους συγγραφείς το τιμόνι του νου σας, για να σας πάνε όπου αυτοί θέλουν. Δεν πρέπει να τους ακολουθείτε σε όλα. Πρέπει να πάρετε απ΄ αυτούς ο, τι είναι χρήσιμο και να μη δώσετε προσοχή στα υπόλοιπα. Έρχομαι, λοιπόν, αμέσως να σας υποδείξω ποιά είναι τα άχρηστα μέσα στα συγγράμματά τους και πως να ξεχωρίζετε τα πρώτα από τα δεύτερα.
Εμείς οι χριστιανοί θεωρούμε εντελώς ασήμαντο πράγμα την εδώ κάτω ανθρώπινη ζωή. Δεν λογαριάζουμε και δεν λέμε καλό ο, τι μας εξυπηρετεί σ΄ αυτή μονάχα τη ζωή. Την ένδοξη καταγωγή, την ευρωστία του κορμιού, τη σωματική καλλονή, το ωραίο ανάστημα, τις τιμές που δίνουν οι άνθρωποι, ακόμα και το βασιλικό αξίωμα κι οτιδήποτε άλλο προσφέρει ο παρών κόσμος, δεν θα τα θαρρούμε μεγάλα και ζηλευτά πράγματα. Δεν μας κάνουν εντύπωση όσοι τα έχουν.
Οι δικές μας ελπίδες πάνε πολύ μακρύτερα. Οι πράξεις μας είναι μια προετοιμασία για κάποιαν άλλη ζωή. Ακριβώς, λοιπόν, όσα μας χρειάζονται γι΄ αυτή την άλλη ζωή, αυτά αγαπάμε, αυτά λαχταράμε, περιφρονώντας όσα δεν φθάνουν ως εκεί. Ποιά είναι αυτή η άλλη ζωή; Που και πως θα τη ζήσουμε; Αυτό το θέμα είναι ανώτερο της τωρινής αφορμής, για να το περιγράψω. Και σεις, εξ άλλου, δεν έχετε ακόμη όλη την ωριμότητα, για να αφομοιώσετε την περιγραφή του.
Θα σας δώσω όμως ένα σκιαγράφημά του, που θα σας είναι αρκετό. Ας πάρουμε από τη μια μεριά όλη την ευτυχία, που σωρεύθηκε στον κόσμο αυτόν εδώ από την πρώτη ημέρα του. Όλη, λοιπόν, αυτή η γήινη ευτυχία δεν φθάνει ούτε το μικρότερο από τα αγαθά της άλλης ζωής.
Όλα τα καλά του κόσμου τούτου είναι τόσο κατώτερα από το ελάχιστο ανάμεσα σ΄ εκείνα τα αγαθά, όσο κατώτερα είναι η σκια και το όνειρο από την πραγματικότητα. Ή, για να χρησιμοποιήσω ένα πιο συνηθισμένο παράδειγμα, η διαφορά ανάμεσα στις δυό ζωές, για τις οποίες μιλάμε, είναι όσο κι η διαφορά σε αξία ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα.
Οδηγός μας στην εδώ κάτω ζωή είναι η Αγία Γραφή, που η γλώσσα της έχει πολύ μυστήριο. Όσο ο άνθρωπος έχει ακόμα μικρή ηλικία, είναι φυσικό να μη καταλαβαίνει τη βαθιά της σημασία. Τι κάνει, λοιπόν; Προγυμνάζεται με τα μάτια της ψυχής σε άλλα κείμενα, όχι εντελώς ξένα, που μοιάζουν με καθρέφτες και σκιές. Συμβαίνει δηλαδή ο, τι και στον στρατό.
Οι στρατιώτες αποκτούν την πολεμική πείρα πρώτα με τις κινήσεις των γυμνασίων, που είναι ένα είδος παιχνίδι. Ύστερα, γνωρίζουν τον αληθινό πόλεμο. Έχουμε κι εμείς μπροστά μας μια μάχη. Τη μεγαλύτερη απ΄ όλες. Για να ετοιμασθούμε, πρέπει να γυμνασθούμε, να κοπιάσουμε. Πως θα γίνει αυτή η προγύμναση; Με το να γνωρίσουμε καλά τους ποιητές, τους πεζογράφους, τους ρήτορες κι όλους τους ανθρώπους, που θα μας προσφέρουν κάτι για να δυναμώσουμε την ψυχή μας.
Θυμηθήτε τι κάνουν τα βαφεία. Πρώτα ετοιμάζουν με διάφορους τρόπους το ύφασμα που θα βάψουν. Και μονάχα αφού γίνει αυτή η προεργασία, τότε παίρνουν και μεταχειρίζονται το κόκκινο η άλλο χρώμα για να κάνουν το βάψιμο. Το ίδιο πρέπει να γίνεται και σε μας. Πρώτα θα ετοιμάσουμε τη συνείδησή μας με την κοσμική σοφία κι ύστερα θ΄ ακούσουμε τα ιερά και βαθιά νοήματα της χριστιανικής διδασκαλίας. Πρώτα θα συνηθίσουμε να βλέπουμε τον ήλιο μέσα στο νερό κι ύστερα θ΄ ατενίσουμε τον ίδιο τον ήλιο.
Αν οι δυό διδασκαλίες έχουν κάποια συγγένεια, θα ήταν ωφέλιμη η γνώση και των δυό. Αλλά έχουν και μεγάλη διαφορά. Γι΄ αυτό, αν τις βάλουμε τη μια πλάι στην άλλη και τις συγκρίνουμε, θα δούμε καθαρά ότι η μια υπερέχει της άλλης. Με τι όμως να τις παρομοιάσουμε, ώστε να δώσουμε μια πετυχημένη εικόνα τους; Η κύρια αξία του φυτού είναι το ότι κάνει καρπούς.
Αλλά και τα φύλλα του προσφέρουν ένα στόλισμα, καθώς παίζουν κάτω από την πνοή του αέρα γύρω στους κλάδους. Κάτι ανάλογο γίνεται και στην ψυχή. Ο καρπός της, η αξία της είναι η αλήθεια. Είναι όμως ωραίο πράγμα να την τριγυρίζει κι η κοσμική σοφία, σαν φυλλωσιά, που σκεπάζει όμορφα τους καρπούς. Αυτό συνέβη με τον μεγάλο Μωϋσή, τον περιβόητο για τη σοφία του, καθώς αναφέρει η παράδοση.
Πρώτα - λένε - γύμνασε τον νου του στις επιστήμες της αρχαίας Αιγύπτου κι ύστερα σίμωσε για να δει τον αληθινό Θεό. Παρόμοιο συνέβη και με τον σοφό Δανιήλ, αιώνες αργότερα. Πρώτα διδάχθηκε στη Βαβυλώνα τη σοφία των Χαλδαίων κι ύστερα έπεσε στη σπουδή της θείας διδασκαλίας.
Αρκετά σας εξήγησα το ότι αυτά τα κοσμικά μαθήματα δεν είναι ανώφελα για την ψυχή. Ας έλθουμε τώρα να δούμε και το πως πρέπει να τα αφομοιώνετε. Ας αρχίσουμε από τα πολύμορφα έργα των ποιητών. Δεν πρέπει να δίνετε σημασία σε όλα, χωρίς εξαίρεση, τα διδάγματά τους. Όταν σας εξιστορούν κατορθώματα η σας εκθέτουν λόγια καλών ανθρώπων, να τα δέχεστε με αγάπη, να κοιτάτε να τους μιμηθήτε, να τους μοιάσετε, όσο μπορείτε.
Όταν όμως φέρνουν στη μέση κακούς ανθρώπους, πρέπει να αποφεύγετε τις τέτοιες εικόνες, φράζοντας τ΄ αυτιά σας όμως ο Οδυσσέας, που, καθώς διηγείται ο Όμηρος, ήθελε ν΄ αποφύγει τη μελωδία των Σειρήνων. Γιατί; Διότι άμα συνηθίσει κανείς στα αμαρτωλά λόγια, περνά και στα αμαρτωλά έργα. Γι΄ αυτό, λοιπόν, πρέπει με κάθε τρόπο να προφυλάσσουμε την ψυχή μας. Γιατί υπάρχει κίνδυνος, μαζί με τη γλύκα των λόγων να πάρουμε μέσα μας και κάτι θανάσιμο, χωρίς να το καταλάβουμε.
Είναι μέλι, που έχει και δηλητήριο. Δεν θα επαινέσουμε, έτσι, τους ποιητές, όταν παριστάνουν ανθρώπους που ασεβούν, που εμπαίζουν, που παραδίνονται στην ακολασία, που παρασύρονται από το πιοτό, ούτε όταν περιορίζουν την ευτυχία σε πλούσια τραπέζια και σε άσεμνα τραγούδια. Και δεν θα δώσουμε καμιά σημασία, όταν κάνουν λόγο για θεούς και μας λένε ότι οι θεοί αυτοί είναι πολλοί κι αλληλομισούνται. Γιατί, καθώς ξέρετε, οι ψεύτικοι θεοί της ειδωλολατρίας πολεμάνε ο αδελφός τον αδελφό κι ο πατέρας τα παιδιά του κι εκείνα τους γονείς τους, με υπουλότητα.
Θ΄ αφήσουμε στους ανθρώπους του Θεάτρου τις μοιχείες των θεών, τους έρωτές τους, τις ασύστολες σαρκικές τους σχέσεις και προ παντός του μεγαλύτερου απ΄ όλους θεού Δία, όπως λέγουν αυτοί. Είναι πράγματα όλα αυτά, που και για τα ζώα αν τα έλεγε κανείς θα κοκκίνιζε. Τα ίδια έχω να πω και για τους πεζογράφους και μάλιστα όταν γράφουν για να διασκεδάσουν.
Επίσης δεν θα μιμηθούμε τους ρήτορες των δικαστηρίων, που η τέχνη τους είναι το ψέμα. Γιατί το ψέμα δεν είναι ωφέλιμο ούτε στα δικαστήρια ούτε πουθενά αλλού, μια και προτιμήσαμε, σαν χριστιανοί, τον σωστό κι αληθινό δρόμο της ζωής και το Ευαγγέλιο μας προστάζει να μη καταφεύγουμε στα δικαστήρια. Απ΄ όσα μας διδάσκουν οι παρά πάνω, θα διαλέγουμε και θα παίρνουμε μονάχα ο, τι είναι έπαινος της αρετής και κατάκριση της κακίας.
Για τον άνθρωπο και τ΄ άλλα ζώα, τα λουλούδια είναι καλά μονάχα για το άρωμά τους και το χρώμα τους. Για τις μέλισσες όμως, υπάρχει σ΄ αυτά και κάτι άλλο: το μέλι. Έτσι κι εδώ. Όσοι στα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων δεν αναζητούν μονάχα τη γλύκα και τη χάρη του λόγου, μπορούν ν΄ αποκομίσουν και κάποια ωφέλεια για την ψυχή. Πρέπει, λοιπόν, αυτά τα συγγράμματα να τα σπουδάζουμε ακολουθώντας το παράδειγμα των μελισσών.
Οι μέλισσες δεν πετάνε σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν. Έτσι κι εμείς, αν είμαστε φρόνιμοι. Θα πάρουμε απ΄ αυτά τα κείμενα ο, τι συγγενεύει με την αλήθεια και μας χρειάζεται και τα υπόλοιπα θα τα αφήσουμε πίσω μας.
Κι όπως, κόβοντας το τριαντάφυλλο, αποφεύγουμε τ΄ αγκάθια της τριανταφυλλιάς, έτσι κι από τα κείμενα αυτά θα πάρουμε ότι είναι χρήσιμο και θα φυλάξουμε τον εαυτό μας απ΄ ότι είναι επιζήμιο. Από την πρώτη, λοιπόν, στιγμή πρέπει να εξετάζουμε τα διδάγματα χωριστά και να τα προσαρμόσουμε στον σκοπό μας, φέρνοντας, κατά τη δωρική παροιμία τη σχετική με τους κτίστες, την πέτρα στο αλφάδι.
Στην άλλη ζωή, θα φθάσουμε με την αρετή. Την αρετή, που εξύμνησαν κι οι ποιητές κι οι πεζογράφοι, άλλα πιο πολύ οι φιλόσοφοι. Έτσι, μεγαλύτερη προσοχή πρέπει να δώσουμε στα συγγράμματα αυτών των τελευταίων. Δεν είναι μικρό το κέρδος, όταν οι ψυχές των νέων συνηθίσουν και κάνουν δική τους την αρετή. Όσα ο άνθρωπος αφομοιώνει στην τρυφερή ηλικία του, μένουν ασάλευτα. Γιατί η ψυχή είναι ακόμα απλή τότε και ο, τι δέχεται, εντυπώνεται πολύ βαθιά μέσα της.
Τι άλλο τάχα σκέφθηκε ο Ησίοδος από το να προτρέψει τους νέους στην αρετή, όταν φιλοτεχνούσε τους στίχους του, που όλοι τους τραγουδούν; Σκέφθηκε ότι ο δρόμος της αρετής είναι στην αρχή κακοτράχαλος και δυσκολοδιάβατος κι ανηφορικός. Ότι τον κάνει κανείς με πολύ ιδρώτα και πολύ κόπο. Ότι, γι΄ αυτόν τον λόγο, δεν μπορεί ο καθένας να βάλει το πόδι του σ΄ αττόν τον δρόμο, με την αποτομιά που δείχνει, κι ούτε, αν τον περπατήσει, θα φθάσει εύκολα στην κορφή.
Ότι σαν φθάσει όμως εκεί πάνω, βλέπει πως στην πραγματικότητα ήταν ένας δρόμος ίσιος, όμορφος, εύκολος, καλοδιάβατος και πιο ευχάριστος από τον άλλο, που οδηγεί στην κακία και που ο ίδιος ποιητής είπε ότι μονομιάς μπορεί κανείς να τον διαβεί, γιατί βρίσκεται κοντά μας. Εγώ το πιστεύω:
Ο Ησίοδος ιστόρησε όλα αυτά για να μας παροτρύνει στην αρετή, να σπρώξει τον καθένα στο καλό, να μας κάνει να μη το βάλουμε κάτω μπροστά στους κόπους και να μη σταματήσουμε πριν από το τέλος του δρόμου. Κι όποιος άλλος με τέτοιο τρόπο τραγούδησε την αρετή, ας γίνει ο λόγος του καλόδεχτος από μας, μια κι οδηγεί στον ίδιο σκοπό.
Άκουσα κάποτε να μιλά σχετικά μ΄ αυτό το θέμα ένας άνθρωπος, που είχε τη δύναμη να εμβαθύνει στο νόημα των ποιητών. Έλεγε, λοιπόν, ότι όλη η ποίηση του Ομήρου δεν είναι άλλο παρά ένας ύμνος της αρετής. Όλα, στον Όμηρο, εκτός από ο, τι είναι περιθωριακό, αποβλέπουν σ΄ αυτό. Έτσι, λόγου χάρη, συμβαίνει με όσα γράφει για τον Οδυσσέα, που σώθηκε γυμνός από το ναυάγιο και, στην αρχή, με μόνη την εμφάνισή του, προκάλεσε τον σεβασμό της βασιλοκόρης Ναυσικάς.
Η γύμνια του δεν ήταν ντροπή, γιατί αντί για ρούχα ήταν ντυμένος με την αρετή. Κι ύστερα προκάλεσε αγαθή εντύπωση και στους άλλους Φαίακες, σε σημείο που να παρατήσουν την τρυφηλή ζωή τους και να προσπαθούν, θαυμάζοντας τον, να τον μιμηθούν. Και στο στόμα κάθε Φαίακος, τότε, άλλη ευχή δεν υπήρχε παρά να γίνει δεύτερος Οδυσσεας, έστω και θαλασσοδαρμένος. Γιατί - έλεγε ο ερμηνευτής εκείνος του ποιητικού νοήματος- με αυτά ο Όμηρος διδάσκει ξάστερα τα εξής: Άνθρωποι γυμνασθήτε στην αρετή, που κολυμπά μαζί σας στο ναυάγιο, κι όταν πατήσετε στη στεριά γυμνοί, θα σας παραστήσει πιο τιμημένους από τους αμέριμνους Φαίακες. Και, πραγματικά, αυτό είναι.
Όλα τα άλλα, που τυχόν έχουμε, ανήκουν εξ ίσου στους ιδιοκτήτες τους και σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο. Πέφτουν πότε εδώ και πότε εκεί, όπως τα ζάρια. Η μόνη αναφαίρετη ιδιοκτησία είναι η αρετή. Την έχει δική του ο καθένας κι όσο ζη κι όταν φύγει απ΄ αυτόν εδώ τον κόσμο. Γι΄ αυτό κι ο Σόλων, θαρρώ, είπε στους πλουσίους το: «Δεν θ΄ ανταλλάξουμε μαζί τους τον πλούτο με την αρετή. Πάντα εκείνη μένει, ενώ το χρήμα συχνά απ΄ τον ένα στον άλλο περνά»
Παρόμοια είναι κι όσα λέγει ο Θέογνις. Ο κάθε θεός γέρνει προς τους ανθρώπους τον ζυγό με διαφορετικό πάντα τρόπο, ώστε: «άλλοτε να πλουτούν κι άλλοτε να μην έχουν τίποτε».
Αλλά κι ο σοφιστής Πρόδικος, ο Κείος, εκφράζεται παρόμοια κάπου στα συγγράμματά του, φιλοσοφώντας γύρω από την αρετή και την κακία. Ας δώσουμε, λοιπόν, και σ΄ αυτόν προσοχή, γιατί είναι αξιόλογος άνθρωπος. Διηγείται τα εξής, από όσο θυμάμαι, γιατί δεν έχω αποστηθισμένο τον λόγο του, που είναι πεζός κι όχι σε στίχους. Όταν ο Ηρακλής ήταν ακόμα πολύ νέος, σχεδόν της ηλικίας σας, σκεφτόταν ποιόν δρόμο να πάρει, τον κοπιαστικό της αρετής η τον πολύ εύκολο.
Τον σίμωσαν, λοιπόν, δυό γυναίκες, η Αρετή κι η Κακία. Η διαφορά τους φάνηκε ευθύς, με την εξωτερική τους εμφάνιση, πριν ακόμα αρθρώσουν λέξη. Η μια ήταν στολισμένη φανταχτερά από την κομμωτική τέχνη, σαν καλλονή, αλλά με πλαδαρές σάρκες εξ αιτίας της τρυφηλής ζωής, κι από πίσω της έρχονταν όλα τα πάθη της ηδονής. Τα έδειχνε όλα αυτά και τα συνόδευε με πολλές υποσχέσεις, προσπαθώντας να τραβήξει προς το μέρος της τον Ηρακλή.
Η άλλη ήταν ισχνή, ατημέλητη, με σοβαρό βλέμμα κι έλεγε πράγματα εντελώς διαφορετικά. Δεν υποσχόταν τίποτε το αναπαυτικό και το ευχάριστο. Υποσχόταν μονάχα χίλιους δυό κόπους κι ιδρώτα και κινδύνους παντού, σε στεριές και θάλασσες. Και το βραβείο, για όλα αυτά, θα ήταν να γίνει ο Ηρακλής θεός - έλεγε ο Πρόδικος. Κι όπως ξέρετε, ο Ηρακλής, στο τέλος αυτήν ακολούθησε.
Όλοι, λοιπόν, σχεδόν οι αξιόλογοι για τη σοφία τους άνθρωποι, άλλος λιγότερο κι άλλος περισσότερο, κι ο καθένας με τον τρόπο του, έχουν εξυμνήσει, στα όσα έγραψαν, την αρετή. Αυτούς πρέπει να πιστεύουμε και να πασχίζουμε να εφαρμόσουμε στη ζωή μας τα λόγια τους. Γιατί όποιος στηρίζει με πράξεις τη φιλοσοφία, που άλλοι την περιορίζουν στα λόγια «αυτός μονάχα έχει νου, σαν σκιές οι άλλοι γυροφέρνουν».
Έχουμε, σ΄ αυτή την περίπτωση, μια θαυμαστή σε ομορφιά προσωπογραφία και πλάι της το ίδιο πρόσωπο στην πραγματικότητα, εξίσου ωραίο με την απεικόνισή του. Υπάρχουν άνθρωποι που με φουσκωμένα λόγια εξυμνούν την αρετή μπροστά στους άλλους, αλλά στη δική τους ζωή προτιμούν την ακολασία από τη σωφροσύνη, την πλεονεξία από το δίκιο.
Με τι μοιάζουν αυτοί; Μοιάζουν με τους ηθοποιούς που παίζουν δράματα και παρουσιάζονται στη σκηνή συχνά σαν βασιλιάδες και μεγάλοι άρχοντες, χωρίς να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο στην πραγματικότητα και, καμιά φορά, ούτε ελεύθεροι πολίτες, αλλά δούλοι. Ο μουσικός θα δεχόταν να μην είναι καλά κουρντισμένη η λύρα του; Ο κορυφαίος του χορού, στην τραγωδία, θα δεχόταν να μην είναι ο χορός εναρμονισμένος μαζί του; Όχι.
Υπάρχουν όμως άνθρωποι που θέλουν να διαφωνούν με τον εαυτό τους, κι η ζωή τους να έρχεται σε αντίθεση με τα λόγια τους, να συμβαίνει σ΄ αυτούς αυτό που λέγει ο Ευριπίδης" η γλώσσα μου ορκίσθηκε αλλά όχι κι ο νους, και που να θέλουν να φαίνονται κι όχι να είναι στ΄ αλήθεια καλοί; Αλλά κάτι παρόμοιο θα ήταν το άκρον άωτο της αδικίας, αν πρέπει να πιστέψουμε στον Πλάτωνα, το να δίνει κανείς την εντύπωση ότι είναι σωστός άνθρωπος και στην πραγματικότητα να μην είναι.
Όσα, λοιπόν, λόγια οδηγούν προς το καλό, πρέπει να τα αφομοιώνουμε, όπως είπαμε παραπάνω. Αλλά και σπουδαίες πράξεις των αρχαίων σώθηκαν στη μνήμη ως τις ημέρες μας η καταγραμμένες στις σελίδες των ποιητών και των πεζογράφων. Ας μη παραμελήσουμε και τη δική τους ωφέλεια. Κάποτε, λόγου χάρη, ένας χυδαίος άνθρωπος έβριζε τον Περικλή, ένω ο μεγάλος πολιτικός δεν έδινε καμιά σημασία.
Όλη τη μέρα ο άνθρωπος εκείνος περιέλουζε με βρισιές τον Περικλή, αλλ΄ αυτός έμενε αδιάφορος. Όταν, λοιπόν, έπεσε το βράδι και σκοτείνιασε κι εκείνος αποκαμωμένος απομακρυνόταν, ο Περικλής, πιστός στην άσκηση της φιλοσοφίας, πρόσταξε να του φωτίσουν το δρόμο που περπατούσε. Μια άλλη φορά, πάλι, ένας άνθρωπος οργισμένος εναντίον του Ευκλείδη, του φιλοσόφου από τα Μέγαρα, τον απείλησε, και μάλιστα με όρκο, ότι θα τον σκότωνε.
Αλλά κι ο Ευκλείδης του ορκίσθηκε ότι θα τον ικανοποιούσε και θα τον έβγαζε από την οργή του. Τι σπουδαίο θα ήταν αν όσοι παρασύρονται στο πάθος του θυμού έφερναν στον νου τους τέτοια περιστατικά! Γιατί δεν πρέπει να πιστεύουμε στην τραγωδία, που διδάσκει ότι η οργή οπωσδήποτε αρματώνει το χέρι εναντίον του εχθρού μας και να ερεθιζόμαστε απ΄ αυτή. Κι αν αυτό είναι δύσκολο, πρέπει να χρησιμοποιούμε τη λογική εναντίον της και να της κόβουμε τα φτερά.
Ας γυρίσουμε πάλι στα παραδείγματα σπουδαίων πράξεων. Όρμησε κάποιος εναντίον του φιλοσόφου Σωκράτη και τον χτυπούσε αλύπητα στο πρόσωπο. Αλλά εκείνος δεν έφερε αντίσταση. Άφησε τον μεθυσμένο να χορτάσει την οργή του, ως ότου η όψη του είχε μελανιάσει και πρησθεί από τα χτυπήματα. Όταν το ξύλο σταμάτησε καμιά φορά, ο Σωκράτης έκανε μονάχα αυτό: έγραψε στο μέτωπο του ο τάδε το κανε, όπως επιγράφουν στους ανδριάντες το όνομα του γλύπτη.
Ήταν η μόνη του εκδίκηση. Τα παραδείγματα αυτά έχουν σχεδόν την ίδια επιδίωξη με την Αγία Γραφή μας. Γι΄ αυτό είπα ότι είναι για την ηλικία σας πολύ αξιομίμητα. Λόγου χάρη, το τελευταίο περιστατικό, εκείνο του Σωκράτη, μοιάζει με ο, τι παραγγέλλει ο Κύριος: αν σε χτυπήσει κανείς στο ένα μάγουλο, στρέψε του και το άλλο, αντί να υπερασπίσεις τον εαυτό σου. Όσο για τα περιστατικά του Περικλή η του Ευκλείδη, θυμίζουν την εντολή να υπομένουμε όποιους μας κάνουν κακό και να βαστάμε με πραότητα την οργή τους, να μην καταριόμαστε αλλά να απαντάμε με ευχές στους εχθρούς μας.
Όποιος προγυμνασθεί στα αρχαία εκείνα παραδείγματα, δεν θα δυσπιστήσει στις εντολές του Ευαγγελίου σαν ακατόρθωτες. Δεν θα λησμονήσω και την πράξη του Μεγάλου Αλεξάνδρου, που αφού έπιασε αιχμάλωτες τις πανέμορφες, όπως λέγεται, κόρες του Δαρείου, δεν καταδέχθηκε ούτε να τις κοιτάξη, θαρρώντας ντροπή για τον νικητή ανδρών να νικηθεί από γυναίκες. Αυτό συμπίπτει με το ευαγγελικό: όποιος ρίξει βλέμμα επιθυμίας σε γυναίκα, έστω κι αν δεν κάνει μοιχεία στην πράξη, με το να δεχθεί όμως τη μοιχεία στην ψυχή του, είναι ένοχος.
Όσο για το παράδειγμα του Κλεινία, μαθητή του φιλοσόφου και μαθηματικού Πυθαγόρα, είναι δύσκολο να παραδεχθούμε ότι τυχαία συμπίπτει με αυτή του φιλοσόφου και μαθηματικού Πυθαγόρα. Τι έκανε ο Κλεινίας; Αν ορκιζόταν, θα γλίτωνε πρόστιμο τριών ταλάντων. Αλλά προτίμησε να πληρώσει αυτό το υπέρογκο ποσό για να μη πάρει όρκο, έστω κι αν ο όρκος θα ήταν αληθινός. Κι αυτό το έκανε, ίσως γιατί άκουσε την εντολή, που απαγορεύει τον όρκο.
Αλλά ας κάνουμε πάλι πίσω, σε ο, τι έλεγα στην αρχή. Στο ότι δηλαδή δεν πρέπει να τα αφομοιώνουμε όλα χωρίς διάκριση, άλλα μονάχα όσα ωφελούν. Γιατί είναι ντροπή, να απωθούμε τις βλαβερές τροφές, ένω στα μαθήματα, που είναι η τροφή της ψυχής, να μη δίνουμε καμιά σημασία, αλλά να τα παίρνουμε και να τα καταπίνουμε σαν το ορμητικό ποτάμι. Ο καπετάνιος δεν παρατά το καράβι του όπως λάχει στους ανέμους, άλλα το κατευθύνει προς το λιμάνι.
Ο τοξότης σκοπεύει τον στόχο του. Ο χαλκιάς κι ο χτίστης δουλεύουν σύμφωνα με τον προσανατολισμό της δουλειάς τους. Εμείς είμαστε τάχα κατώτεροι απ΄ αυτούς τους επαγγελματίες τουλάχιστο στο να ξεχωρίζουμε το συμφέρον μας; Όπως ο επαγγελματίας έχει ένα στόχο στη δουλειά του, έτσι κι η ανθρώπινη ζωή έχει ένα δικό της στόχο. Και σ΄ αυτόν έχουν τα μάτια τους όλοι όσοι δεν θέλουν να μοιάζουν με άλογα ζώα. Αλλιώς θα είμαστε το ίδιο πράγμα με πλοία, που δεν έχουν έρμα, το τιμόνι της ψυχής μας δεν θα το μεταχειρίζεται η λογική και θα γυροφέρνουμε μέσα στη ζωή άσκοπα. Στους γυμναστικούς αγώνες και στους μουσικούς επίσης διαγωνισμούς, όποιος λαβαίνει μέρος, έχει υπόψη του το αντίστοιχο στεφάνι. Όποιος αθλείται στην πάλη η στο παγκράτιο, δεν χάνει τον καιρό του να παίζει κιθάρα η αυλό.
Παράδειγμα ο χεροδύναμος αθλητής Πολυδάμας, που πριν κατεβεί στους Ολυμπιακούς Αγώνες, αναχαίτιζε καταμεσίς του δρόμου τα άρματα που έτρεχαν και μ΄ αυτό τον τρόπο δυνάμωνε τους μυς του. Επίσης ο Μίλων ο Κροτωνιάτης δεν μετατοπιζόταν έξω από το αλειμμένο σκουτάρι κι αντιστεκόταν στο σπρώξιμο όπως τα κολλημένα με μολύβι αγάλματα.
Μ΄ ένα λόγο, γυμνάζονταν για να είναι έτοιμοι στα αγωνίσματά τους. Ας υποθέσουμε όμως ότι τους έτρωγε η περιέργεια κι άφηναν τον κουρνιαχτό των γυμναστηρίων για τις μελωδίες του Μαρσύα, του αυλητή από τη Φρυγία, και του μαθητή του, του Όλυμπου. Τι θα συνέβαινε τότε; Θα κέρδιζαν τον κότινο; Θα δοξάζονταν; Θα προκαλούσαν τον θαυμασμό με την σωματική τους αλκή; Αλλά ούτε κι ο Τιμόθεος, ο περίφημος αυλητής από τη Θήβα, παράτησε τη μουσική για να χάνει τον καιρό του στις παλαίστρες.
Γιατί αν έκανε κάτι τέτοιο, δεν θα μπορούσε να τους ξεπεράσει όλους στην τέχνη των ήχων και να έχει τέτοια ικανότητα σ΄ αυτήν, ώστε, ανάλογα με το κέφι του, άλλοτε οιστρηλατούσε την ψυχή με τη σοβαρή κι αυστηρή αρμονία κι άλλοτε, γλυκαίνοντας τους τόνους, τη χαλάρωνε και την επράυνε. Χάρη στην τέχνη του, καθώς λένε, ακόμα και τον Μέγα Αλέξανδρο, παίζοντας ένα φρυγικό μέλος, τον έκανε να πεταχτεί από το τραπέζι σε πολεμικό συναγερμό κι ύστερα τον ξανάφερε ανάμεσα στους συνδαιτημόνες του, απαλαίνοντας το μουσικό του παίξιμο. Τόση είναι η δύναμη και στη μουσική και στον αθλητισμό, που δίνει η προσαρμοσμένη στον σκοπό της άσκηση.
Και μια που ο λόγος για στεφάνια κι αθλητές. Τι τραβούν αυτοί οι άνθρωποι! Αυξαίνουν τη δύναμή τους με πολύ ιδρώτα και κόπους στα γυμναστήρια. Ο προπονητής τους ακόμα και ξύλο τους δίνει. Η δίαιτά τους δεν είναι καθόλου ζηλευτή.
Είναι η γνωστή των γυμναστών. Κι από κάθε άλλη άποψη - για να μη μακρηγορήσουμε- περνούν ζωή δύσκολη, που είναι προετοιμασία για τον αγώνα. Κι αφού έτσι ετοιμασθούν, τότε μπαίνουν γυμνοί στο στάδιο και περνούν όλους τους κόπους και τις λαχτάρες, για να κερδίσουν ένα στεφάνι από ταπεινό χορτάρι και να αναγορευθούν νικητές. Κι εμείς, τώρα, που περιμένουμε τόσο θαυμαστά στον αριθμό και στην αξία στεφάνια, απερίγραπτά με λέξεις, πως είναι δυνατόν να πετύχουμε με ημίμετρα, με μαλθακή ζωή, με έλλειψη περιορισμών; Αν ήταν έτσι, η αμεριμνησία θα ήταν πολύτιμο πράγμα στη ζωή.
Ο Σαρδανάπαλος, ο Ασσύριος εκείνος βασιλιάς, που ήταν ονομαστός για την τρυφηλή ζωή του, θα έπρεπε να ήταν ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος. Επίσης ο Μαργίτης, που καθώς αναφέρει ένα ποίημα αποδινόμενο στον Όμηρο, δεν ήταν ικανός ούτε να οργώνει ούτε να σκάβει ούτε τίποτε άλλο παρόμοιο να κάνει. Αλλά ας κοιτάξουμε μήπως είναι μεγάλη αλήθεια αυτό που είπε ένας από τους εφτά σοφούς, ο Πιττακός, ότι το να γίνει κανείς καλός άνθρωπος είναι δύσκολο πράγμα.
Πραγματικά, θ΄ αποκτήσουμε με πολλούς κόπους τα αγαθά, που, καθώς προείπαμε, τίποτε το ανθρώπινο δεν τους μοιάζει. Δεν πρέπει, λοιπόν, να είμαστε αμελείς και με λιγόχρονη ακηδία να χάσουμε τις ελπίδες πολύ ακριβών πραγμάτων. Έτσι, θα ήταν σαν να θέλουμε να τιμωρηθούμε και σ΄ αυτόν εδώ τον κόσμο, πράγμα πολύ βαρύ για κάθε συνετό άνθρωπο, άλλα και στα κριτήρια, που υπάρχουν είτε κάτω από τη γη είτε οπουδήποτε άλλου του σύμπαντος. Γιατί, όποιος χωρίς να θέλει δεν έξεπληρωσε το καθήκον του, ίσως συγχωρηθεί κάπως από τον Θεό. Αλλά όποιος διάλεξε συνειδητά το κακό, είναι εντελώς αδικαιολόγητος και θα τιμωρηθεί απανωτά.
Αλλά, θα πει κανείς: Τι πρέπει, λοιπόν, να κάνουμε; Απλούστατα: τίποτε άλλο παρά να παραμερίσουμε το κάθε τι και να μεριμνήσουμε για την ψυχή. Δεν πρέπει να είμαστε υποταγμένοι στο σώμα, χωρίς απόλυτη ανάγκη. Αλλά να παρέχουμε στην ψυχή ο, τι το πιο καλό, χρησιμοποιώντας τη σωστή σκέψη και λύνοντας την έτσι από τα δεσμά των παθών του σώματος, που είναι κατά κάποιο τρόπο η φυλακή της. Και, παράλληλα κάνοντας το σώμα ανώτερο από τα πάθη. Λόγου χάρη, παρέχοντας στο στομάχι ο, τι είναι αναγκαίο κι όχι ο, τι είναι ευχάριστο. Υπάρχουν άνθρωποι, που ψάχνουν σε στεριές και σε θάλασσε, για να βρουν σπουδαίους μαγείρους και τραπεζοποιούς, λες και τους πρόσταξε να το κάνουν κάποιος απαιτητικός ηγεμόνας, σαν φόρο στη βουλιμία του.
Είναι άνθρωποι για κλάματα. Δεινοπαθούν όπως οι κολασμένοι στον άδη. Και για ποιό λόγο; Όπως λέγει η παροιμία, κουβαλούν νερό με κόσκινο σε τρύπιο πιθάρι κι οι κόποι τους τέλος δεν έχουν. Κι η περίσσια περιποίηση των μαλλιών και του ντυσίματος είναι, κατά τα λεγόμενα του Διογένη, απασχόληση ανθρώπων αδίκων η δυστυχισμένων. Το να είναι κανείς κομψευόμενος η και το να λέγεται τέτοιος, είναι το ίδιο περίπου σαν να μιμείται τις εταίρες η να επιβουλεύεται την οικογενειακή τιμή του πλησίον του.
Τι διαφορά, για τον φρόνιμο άνθρωπο, ανάμεσα στο πολυτελές και στο άπλα πρακτικό ρούχο, μια και το τελευταίο κάνει τη δουλειά του, προστατεύοντας το κορμί από το χειμωνιάτικο κρύο κι από το κάμα του καλοκαιριού; Και για όλα τα άλλα, πάλι, το ίδιο ισχύει: να μη ξεπερνούν το μέτρο της λογικής ανάγκης κι ούτε να κολακεύουν το σώμα σε βάρος τους συμφέροντος της ψυχής.
Ο άνθρωπος που αξίζει να λέγεται άνθρωπος, θεωρεί ίδια ντροπή το να είναι κομψευόμενος και υπηρέτης του κορμιού, όπως και το να είναι υποδουλωμένος σε οποιοδήποτε άλλο πάθος. Όποιος κάνει το παν για την εκζήτηση στη σωματική του εμφάνιση, αποδείχνει ότι δεν έχει συνείδηση της αληθινής ανθρώπινης αξίας. Δεν καταλαβαίνει το σοφό γνωμικό, που λέγει: άνθρωπος δεν είναι ο, τι φαίνεται απ΄ έξω. Πρέπει, με υψηλότερη σκέψη, να καταλαβαίνουμε τι πραγματικά είμαστε ο καθένας.
Για να γίνει αυτό, χρειάζεται ψυχή καθαρή πιο πολύ απ΄ ότι για να δει κανείς τον ήλιο με γερά μάτια. Και τι σημαίνει, με λίγα λόγια, καθαρή ψυχή; Περιφρόνηση των σωματικών απολαύσεων. Δηλαδή να μην τρέφουμε την όρασή μας με τα άτοπα θεάματα των θαυματοποιών. Να μην εκθέτουμε γυμνά τα σώματα, πράγμα που προκαλεί την ηδονή άμεσα. Να μην ακούμε μεθυστικά τραγούδια για την ψυχή, με άσεμνο περιεχόμενο, μια και τέτοια μουσική δίνει ζωή σε πάθη που υποδουλώνουν κι εξευτελίζουν τον άνθρωπο. Άλλη είναι η μουσική που ταιριάζει σε μας.
Μια μουσική που είναι καλύτερη κι υψώνει στο καλύτερο. Εκείνη που μεταχειριζόταν κι ο Δαβίδ, ο ποιητής των ψαλμών της Παλαιάς Διαθήκης, για να κατασιγάσει την εξαλλοσύνη του βασιλιά Σαούλ. Κάτι παρόμοιο λέγεται και για τον φιλόσοφο και μαθηματικό Πυθαγόρα. Κάποτε συναπάντησε μεθυσμένους, που βρίσκονταν σε ευθυμία. Πρόσταξε, λοιπόν, τον αυλητή, που τους συνόδευε, ν΄ αλλάξει σκοπό και να παίξει δωρική μελωδία. Τότε, κάτω από την επίδρασή της, ήρθαν στα συγκαλά τους, πέταξαν τα στεφάνια και τράβηξαν για τα σπίτια τους γεμάτοι ντροπή. Άλλοι πάλι, κάτω από τους ήχους του αυλού, μεταβάλλονται σε Κορύβαντες και Βάκχες. Τόσο διαφέρει στην επίδρασή της η καλή από την ανήθικη μουσική. Λοιπόν, το πρώτο που πρέπει να αποφεύγετε απ΄ όσα καταφάνερα αισχρά πράγματα υπάρχουν, είναι η μάθηση της μουσικής που έχει σήμερα πέραση.
Και το να ανακατεύετε την ατμόσφαιρα με λογιών-λογιών αναθυμιάσεις, που ήδονιζουν την όσφρηση, ή το να φοράτε αρώματα, ντρέπομαι ακόμα και να τα απαγορέψω. Όσο για τις ηδονές της επαφής και της γεύσεως, τι να πω άλλο από το ότι υποχρεώνουν όσους τους έχουν δοθεί να ζούνε σαν κτήνη, έχοντας ενδιαφέρον μονάχα για την κοιλιά κι ο, τι είναι κάτω από την κοιλιά;
Ας το πω, σύντομα: όποιος δεν θέλει να βουλιάξει στο βόρβορο των σωματικών ηδονών, πρέπει να περιφρονήσει όλο το σώμα η να το φροντίζει τόσο μονάχα όσο του χρειάζεται για να το έχει βοηθό στη φιλοσοφία, όπως λέγει ο Πλάτων κι όπως λέγει ο Παύλος συμβουλεύοντας να μη φροντίζουμε για το σώμα κατά τρόπο που να δίνει λαβή σε επιθυμίες.
Όσοι φροντίζουν για να είναι καλά το σώμα και την ψυχή, που θα χρησιμοποιήσει το σώμα, την παραμελούν σαν ανάξια λόγου, είναι ίδιοι με όσους νοιάζονται πολύ για τα εργαλεία, αλλά δεν τους νοιάζει για την τέχνη, που τα χρησιμοποιεί. Το αντίθετο πρέπει να γίνεται. Να τιμωρούν το σώμα. Να καταπτοούν τις ορμές του σαν θηρία. Να παίρνουν την ορθή σκέψη σαν βούρδουλα και να μαστιγώνουν και να αποκοιμίζουν την τρικυμία της ψυχής, που προκαλείται από το σώμα.
Κι όχι αμολώντας κάθε χαλινάρι για την ηδονή, ν΄ αφήνουν την ψυχή στο κατάντημα άτυχου ηνιόχου, που τον πάνε κατά κρημνών ατίθασα κι ορμητικά άλογα. Ας θυμούνται και το εξής από τη ζωή του Πυθαγόρα: κάποτε, σαν είδε ένα φίλο του, που με την καλοφαγία και τις σωματικές ασκήσεις, είχε κάνει κορμί εντυπωσιακό, του είπε: Δεν παύεις, φίλε μου να φτιάχνεις τη φυλακή σου πιο δύσκολη; Λένε και για τον Πλάτωνα: προβλέποντας τις ζημιές, που θα του προκαλούσε το κορμί, εγκαταστάθηκε έξεπιτηδες στην Ακαδημία, τόπο της Αττικής νοσηρό, για να κόψει έτσι την υπερβολική ευαισθησία του σώματος, όπως κόβουν το περίσσιο φύλλωμα του αμπελιού. Εγώ μάλιστα άκουσα τους γιατρούς να λένε ότι η πολλή υγεία είναι κάτι το επικίνδυνο.
Μια, λοιπόν, που η περίσσια φροντίδα για το σώμα είναι και στο ίδιο άχρηστη και στην ψυχή εμπόδιο, είναι σωστή αφροσύνη το να εξαρτάμε όλα από το σώμα και να είμαστε σκλάβοι του. Κανένα άλλο ανθρώπινο πράγμα δεν αξίζει τόσο θαυμασμό όσο η άσκηση στην περιφρόνηση του σώματος. Δεν καταλαβαίνω, λόγου χάρη, τι θα τον χρειασθούμε τον πλούτο, όταν έχουμε καταπατήσει τις σωματικές ηδονές. Έκτος αν είναι ευχαρίστηση να αγρυπνεί κανείς πάνω από θαμμένους θησαυρούς, όπως οι μυθικοί δράκοντες, που αναφέρει ο ιστορικός Ηρόδοτος.
Ο άνθρωπος που έχει καλλιεργηθεί κι απόκτησε ελεύθερο φρόνημα ως προς αυτά, δεν μπορεί να κάνει η να πει ποτέ κάτι το ποταπό και το αισχρό. Ένας τέτοιος άνθρωπος προσέχει μονάχα το αναγκαίο. Τα υπόλοιπα, έστω κι αν είναι σαν το χρυσάφι του Πακτωλού ποταμού η σαν το χρυσάφι που βγάζουν το μερμήγκια, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, τα κανονίζουν οι ανάγκες της φύσεως κι όχι η άπλησια των ηδονών. Όσοι ξεπερνούν τα σύνορα της ανάγκης, μοιάζουν με ανθρώπους που γλιστρούν σε κατήφορο και μην έχοντας που να στηρίξουν τα πόδια τους εξακολουθούν αέναα να πέφτουν.
Όσο πιο πολλά αποκτούν, τόσο περισσότερα χρειάζονται, για να ικανοποιούν τις επιθυμίες όπως λέγει κι ο νομοθέτης Σόλων: «Στον ανθρώπινο πλούτο τέρμα φανερό δεν υπάρχει» . Αλλά κι ο Θέογνις ας έρθει στη μέση για να μας διδάξει σ΄ αυτό το ζήτημα: «Δεν ποθώ ούτε εύχομαι να γίνω πλούσιος. Άμποτε με λίγα να ζω, χωρίς δεινά».
Άξιος θαυμασμού είναι κι ο Διογένης, που περιφρονούσε όλα μαζί τα ανθρώπινα αγαθά κι έλεγε ότι είναι πλουσιώτερος κι από τον βασιλιά της Περσίας, γιατί στη ζωή του είχε ανάγκη από λιγότερα πράγματα. Οι πολλοί όμως τίποτε δεν θαρρούν αρκετό και θα ήθελαν να έχουν τα τάλαντα του Πυθίου κι απέραντα χωράφια κι αναρίθμητα κοπάδια.
Αλλά νομίζω ότι τον πλούτο, όταν δεν τον έχουμε, δεν πρέπει να τον ποθούμε. Κι όταν τον έχουμε, να μη καυχώμαστε για το ότι είναι δικός μας, αλλά για το ότι ξέρουμε να τον χρησιμοποιούμε. Σωστά μίλησε ο Σωκράτης σ΄ ένα πλούσιο, που καυχιόταν για το βιος του, όταν του είπε ότι δεν θα τον θαύμαζε πριν διαπιστώσει αν ήξερε να τον χρησιμοποιήσει. Θα ήταν για γέλια ο Φειδίας κι ο Πολύκλειτος, αν καυχιόντουσαν για το χρυσάφι και το φίλντισι, με τα όποια ο ένας έφτιαξε το άγαλμα του Δία για τους κατοίκους της Ηλείας κι ο άλλος το άγαλμα της Ήρας για τους Άργειους.
Γιατί θα είχαν καυχηθεί για πλούτο που δεν ήταν δικός τους και γιατί δεν θα λογάριαζαν την τέχνη τους που έδωσε νόημα κι ομορφιά στο χρυσάφι. Εμείς τώρα είμαστε λιγότερο καταγέλαστοι αν παραδεχθούμε ότι η αρετή δεν είναι αρκετό στολίδι του εαυτού της;
Ας πούμε, λοιπόν, ότι καταπατήσαμε τον πλούτο και περιφρονήσαμε τις ηδονές των αισθήσεων. Θα επιζητήσουμε όμως την κολακεία και τα χάδια και θα αντιγράψουμε τη φιλοκέρδεια και την ευστροφία της αλεπούς, που αναφέρει ο μύθος του λυρικού ποιητή Αρχιλόχου; Ο φρόνιμος άνθρωπος τίποτε άλλο δεν πρέπει να αποφεύγει περισσότερο από τη ζωή των επιδείξεων, από το να τον επηρεάζει το τι θα πει γι΄ αυτόν ο κόσμος, από το να μην έχει πυξίδα της ζωής του τη λογική.
Αν τα έχει αποφύγει αυτά, τότε δεν φοβάται να πάει αντίθετα προς τη γνώμη όλης της κοινωνίας, να τον κατηγορήσουν, να κινδυνέψει για χάρη του αγαθού, να σταθεί ακλόνητος στην ορθή απόφαση. Ένας που δεν ζη έτσι, δεν διαφέρει σε τίποτε από τον ομηρικό Πρωτέα, που όταν ήθελε γινόταν φυτό η ζώο η φωτιά η νερό η οτιδήποτε άλλο πράγμα.
Γιατί ένας τέτοιας λογής άνθρωπος άλλοτε εξυμνεί το δίκιο σε όσους το τιμούν, άλλοτε θα πει τα αντίθετα, όταν δει ότι κυριαρχεί η αδικία, όπως ακριβώς κάνουν οι κόλακες. Κι όπως το χταπόδι αλλάζει χρώμα ανάλογα με τον βυθό, έτσι κι αυτός θ΄ αλλάζει γνώμες ανάλογα μ΄ εκείνες των γύρω του.
Αυτά όλα θα τα διδαχθούμε τελειότερα στην Αγία Γραφή μας. Αλλά προς ώρας τα περιγράφουμε, σαν σκιαγράφημα της αρετής από την κοσμική σοφία. Όσοι μ΄ επιμέλεια μαζεύουν την ωφέλεια από κάθε τι, μοιάζουν με ποτάμια που παίρνουν στο διάβα τους νερό από παραποτάμους κι ολοένα γίνονται μεγαλύτερα. Είναι σωστή η υπόμνηση του Ησιόδου για το λίγο που προστίθεται στο λίγο, όχι μονάχα σχετικά με το χρήμα, αλλά και με τη γνώση.
Με τον τρόπο αυτόν κι η γνώση γίνεται περισσότερη και μεγάλη. Όταν ο φιλόσοφος Βίας αποχαιρετούσε τον γιο του, που έφευγε για την Αίγυπτο, και το παιδί τον ρώτησε με ποιά πράξη του θα τον ευχαριστούσε περισσότερο, του αποκρίθηκε: Αποκτώντας εφόδιο για τα γηρατιά σου. Και με τη λέξη εφόδιο εννοούσε την αρετή, περιγράφοντας τη σύντομα, μια και την ωφέλεια της την περιόριζε στο μήκος του ανθρώπινου βίου. Αλλά για μένα, έστω κι αν πρόκειται για τα γηρατιά του μυθικού Τιθωνού ή του μακρόβιου βασιλιά της Ταρτησσού, του Άργανθωνιου ή και του Μαθουσάλα, που αναφέρει η Παλαιά Διαθήκη και λέγει ότι έζησε εννιακόσια εβδομήντα χρόνια, έστω ακόμα κι αν πρόκειται να υπολογίσουμε όλο τον χρόνο από τότε που πρωτοφανηκε ο άνθρωπος, βλέπω το διάστημα αυτό σαν παιδιάστικη, για γέλια έκταση. Γιατί ατενίζω τον μακρό κι αγέραστο αιώνα, που τέλος δεν έχει, την ηλικία της αθάνατης ψυχής.
Συμβουλέω ν΄ αποκτάμε εφόδιο για την ατελεύτητη αυτή ζωή, κινώντας, σύμφωνά με τη γνωστή έκφραση, πάντα λίθον, ώστε να παίρνουμε από παντού ωφέλεια για μια τέτοια προοπτική. Βέβαια είναι ζήτημα που θέλει κόπο κι έχει δυσκολίες.
Αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποθαρρυνθούμε και να το αμελήσουμε. Αλλά να θυμηθούμε το παράγγελμα των Πυθαγορείων, που λέγει ότι ο καθένας πρέπει να διαλέγει τον άριστο τρόπο ζωής και να βρίσκει χαρά μέσα του, συνηθίζοντας τον. Έτσι, θα επιχειρήσουμε το καλύτερο απ΄ όλα. Είναι ντροπή να αδιαφορήσουμε για την τωρινή ευκαιρία κι όταν περάσει ο καιρός να πασχίζουμε να φέρουμε μπροστά μας τα περασμένα, χωρίς να κατορθώσουμε τίποτε άλλο από θλίψη.
Απ΄ όσα, λοιπόν, θαρρώ ότι είναι τα καλύτερα, άλλα σας τα είπα τώρα κι άλλα όσο ζω θα σας τα συμβουλεύω. Και σεις, τώρα, ανάμεσα στα τρία είδη αρρώστιας, μη τοποθετηθήτε στο τελευταίο, το αθεράπευτο. Και μη δείξετε ότι η ψυχική σας ασθένεια μοιάζει μ΄ εκείνες των σωματικά άρρωστων. Όσοι δηλαδή έχουν κάποια μικρή αρρώστια, πάνε οι ίδιοι στους γιατρούς.
Όσοι έπαθαν κάποια μεγαλύτερη αρρώστια τους προσκαλούν στο σπίτι τους. Κι όσοι έπεσαν σε εντελώς ανίατη μανία, και που τους πλησιάζουν οι γιατροί, δεν τους δέχονται. Μη πάθετε κάτι τέτοιο, παιδιά μου, αποφεύγοντας τις ορθές σκέψεις.
Μέγας Βασίλειος
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/12/blog-post_7.html
Let us suppose that a beneficial thought has been accepted by and occupies our attention. Now we must hasten to lead it to a level of awakening at which it will become a strong linchpin, easily and powerfully leading all our inward parts into action. For this we must give it a wide berth to pass inward, and for that we must perform, let us say, an operation on ourselves as the most necessary and most effective preparation for awakening.
Such an operation should be in opposition to those subtle nets, or against the habits and inclinations that imprison a person in sin. Sin entangles a soul by its many nets, or hides itself from the soul by its many coverings; because sin is ugly in and of itself, and one glance finds it repulsive. The covering that is deepest and closest to the heart is comprised of self-deception, insensitivity and carelessness; over them and closer to the surface lie absent-mindedness and much-caring, the chief players, which hide and feed sin and sinful habits and conditions. The uppermost covering is prevalence of the flesh, which is the most visible covering, no less strong and significant.
The first covering (self-deception, insensitivity and carelessness) is the essential one. It prevents the person from seeing the danger of his condition and undercuts his desire to change. The second two are essentially only instruments — they only magnify and support the sinful condition. When divine grace comes unto the separation of soul and spirit, it strikes directly against the first covering and tears it apart. Under its action the sinful person is completely uncovered and stands before his own consciousness in all his ugliness. But when the person is seeking grace-filled awakening himself, he has to begin from the outside and work his way in.
Thus, if you want to properly contemplate the thought that has been presented to you about your sinful life, begin by removing the sinful coverings as one would remove layers of earth in order to expose a treasure buried beneath.
The Body.
First of all, go after the body. Refuse it delights and pleasures, restrict indulgences in even the most natural needs; lengthen the hour of vigil, decrease the usual amount of food, add labor to labor. Mainly, in whatever way you want or are able, lighten the flesh, thin its corpulence. Through this the soul will free itself of the bonds of matter, will become more energetic, lighter, and more receptive to good impressions. The material body prevailing over the soul communicates to the soul the body's lethargy and coldness. Physical ascetic labors weaken these bonds and eliminate their effects. True, not every sinner lives unrestrainedly and indulges the body. But it would be hard to find an individual in normal life who does not have something he would do well to refuse the body once the desire for salvation touches his heart. And the goal is very significant — it completely changes one's activity. What you have done previously according to habit, or in support of your usual occupations, you now begin to do with some changes and additional austerity for the sake of salvation — and there will be tangible results.
Cares and Scattered Thoughts.
The body burdens the soul from the outside; cares and scattered thoughts wear it down from within. Let us suppose that the flesh is already humbled — this, the first step, was taken. But two barriers divide the soul from its own self.
Cares do not leave any time to work on oneself. When they are present, you have one matter on your hands and ten more in your head. That is why they push a person always further onward, not giving him the opportunity to look back and see himself. Therefore, you must put aside cares for a time, all without exception. You will take up your usual affairs later on, but for now let them cease, fling them from your hands and throw them out of your thoughts.
But once the cares have ceased, the whirlwind still remains in the head — one thought after another, one in agreement, another diametrically opposed. The soul is scattered, and the mind swings in different directions and thus does not allow you to retain anything lasting and steadfast. Collect your scattered children into one, like a pastor gathers his flock, or like a glass gathers scattered rays, and turn them back on yourself.
The desire to go deeper within yourself and work on yourself, to cut off your scattered thoughts and cares, of course inevitably requires the following means: solitude on one hand and on the other, cessation of usual occupations both personal and duty-related. First of all, this humbling of the flesh requires a change in the way you satisfy your natural needs. In this light, the most convenient time to change your life should be considered to be during a fast, especially Great Lent. Everything is set up for this during Lent — at home, in church, and even in society. During this time everything is looked upon as preparation for repentance. Just the same, this does not mean that when the beneficial thought has come to change your life, you should put off its fulfillment until the Fast begins. Everything required during this time can be fulfilled at any other time, other than the fasting. But when the holy Fast has arrived it is a sin to miss the chance to take care for the salvation of your soul, as it is often missed at another time. If anyone who has had the salvific thought outside of the Fast to change his life, and whose hinders him from carrying it out, it would be better for him to retreat for a time to a monastery. There it will be easier for him to master himself.
Carelessness, Insensitivity and Blindness.
Now you stand before your heart. Before you is your inner man, sunk in the deep slumber of carelessness, insensitivity and blindness. Begin to awaken it. The beneficial thought that came has already troubled it a little. Step up to it with great good hope and mighty mental exertion, collecting all your attention, and begin to force on yourself various ideas, more or less strong and startling, accepting them all into your inner state.
First of all remove the veils from the eyes of your mind that keep your mind in a state of blindness. If a person does not deny sin and run from it, then that is because he does not know himself and the danger he is in for the sake of his sin. If his eyes were opened he would run from sin as he would run from a house engulfed in flames. Such blindness is the result of inattentiveness to himself — the person does not know himself because he has never entered inside himself, and has never thought about himself or his moral condition. But for the most part his blindness is supported by certain prejudices concerning himself. The person creates a net of thoughts, systematically closing himself off to himself. Perhaps these thoughts are but as spider webs — that is, they are of the slightest probability, but the mind never took them apart carefully, and the heart speaks very loudly of their reality and truthfulness. This is moral delusion or prejudice which comes from the heart's intrusion into things belonging to the reason. That is why it is necessary to unite particular soberness to deep attention at this moment, renouncing every deceit of an evil heart. If the heart needs to feel something at this moment, let it feel it under the influence of the mind's formulations, and not all by itself, sort of running ahead. Otherwise it will again force the reason to imagine things as the heart likes; again it will force the reason to submit to the heart, again bringing disorder to the understanding and, instead of enlightening, it will only sink it into deeper blindness.
An excerpt from "The Path to Salvation"
St.Theophan the Recluse