Translate

Wednesday, December 23, 2015

Elder Philotheos Zervakos: "It Is Not With Ease That the Saints Went to Paradise"


           
It is not with ease that the saints went to Paradise, but they worked and struggled against the three enemies - the flesh, the world, and the devil. To be willing and great, however, they overcame the devil and the desires of the world and the flesh. We need prayer and vigilance.

All the saints were sanctified by humility, because humility generates love and all the virtues. The humble person is the dwelling place of God and the bearer of the gifts of the Holy Spirit. If all the virtues are present and humility is absent, then they are empty, unprofitable, and harmful.

Divine Chrysostom when asked, "when will the end be?", responded, "when shame will be absent from women". And an unspoken prophecy says that the end will come when men will become women and women men. In our days we see these fulfilled.

Be careful, my beloved children, to not have in your mind the earthly, the perishable, and the vain of this world, but raise it to the country above, to heaven. May you remember always the Kingdom of God and quickly you will gain it.
 

Elder Philotheos Zervakos

Monday, December 21, 2015

«Με νομίζουνε χαζό και τρελό» ( Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης )

«Με νομίζουνε χαζό και τρελό».
Όλο τον Οκτώβρη πονούσε και υπέφερε αφάνταστα. Γινότανε κάτωχρος, έχανε από το πρόσωπο κάθε ίχνος ζωής, τον ενόμιζε κανείς νεκρό. Του απαγόρευαν κάθε απασχόληση, να μην εξομολογεί, ούτε στην Ακολουθία να κατεβαίνει. Εκείνος, μόλις λίγο συνερχόταν, και εξομολογούσε και στην Ακολουθία κατέβαινε.
Προπαντός προσευχότανε για τα προβλήματα των ανθρώπων, που του το ζητούσαν. Οι θεραπείες πλήθαιναν, και ο κόσμος όλο και περισσότερο κατέφευγε στο Μοναστήρι. Αλλά δεν ήτανε μόνο οι φρόνιμοι και ευσεβείς. Κάποιοι σκέφτονταν και λέγανε δυσάρεστα για το γέροντα, που με το δικό του τρόπο τα επληροφορείτο. Στεναχωριότανε γι’αυτά και μια μέρα αφέθηκε:
–Πάτερ μου, με νομίζουνε χαζό, τρελό… άμα πεθάνω θα δούνε ποιος είναι ο Ιάκωβος… Δεν τα λέω από εγωισμό και υπερηφάνεια, αλλά τα λέω προς δόξαν Θεού αυτά!
Και πράγματι, όσο πλησίαζε το τέλος του, ενώ ικέτευε για το έλεος του Θεού, ενώ έλεγε και ξανάλεγε ότι «δεν έχω κάνει τίποτα για το Χριστό», αφηνότανε καμιά φορά κι έλεγε για τα χαρίσματα, που του έδωσε ο Θεός:
–Έχω την υπακοή και την ταπεινοφροσύνη, γιατί να μην το πω… αφού ο Θεός μου τα έδωσε!
Άλλοτε πάλι, με λίγο πλάγιο τρόπο, θέλοντας να πείσει ότι λησμονεί όσα του εξομολογούνται, είπε:
–Θεέ μου, μου έχεις δώσει πολλά χαρίσματα. Σε παρακαλώ να μου δώσεις κι άλλο ένα? να ξεχνώ αυτά που μου λένε στην εξομολόγηση.
Και κάτι πολύ περισσότερο. Μεταξύ 15 και 20 Οκτωβρίου, τον άκουσε ο π. Κύριλλος να μονολογεί:
–Στην κηδεία μου θα μαζευτεί κόσμος, θά ’ρθουνε φύλλα και χορτάρια (= πολλοί άνθρωποι)… Θα ’ρθει πολύς κόσμος κι αν κάνω πως τους ευλογώ κιόλας…
Πράγματι, όταν έξω από το ναό σηκώσανε ψηλά το φέρετρο, να δουν το γέροντα οι χιλιάδες κόσμου, κάποιοι δήλωσαν ότι τον είδανε όρθιο να ευλογεί τους παρόντες.
Τον τελευταίο τούτο καιρό είχε την αγωνία του οικείου επισκόπου. Είχε καιρό να επικοινωνήσει με το Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χαλκίδας Χρυσόστομο και αναζητούσε την ευκαιρία να το κάνει. Επικοινώνησε με τον επίσκοπό του, ζήτησε την ευχή του κι ένιωσε γι’ αυτό πολύ βαθιά χαρά. Ο μακαριστός γέροντας ζούσε γνήσια και παραδοσιακή εκκλησιαστικότητα. Είχε συνείδηση του λειτουργήματος του επισκόπου και σεβότανε όλους τους επισκόπους. Τον στενοχωρούσαν και καταδίκαζε τις ασχήμιες εις βάρος επισκόπων, οποιοιδήποτε και αν ήσαν. «Είναι επίσκοπος», έλεγε, «δεν παύει να είναι αρχιερέας». Χρησιμοποιούσε πολύ τη λέξη αρχιερέας? και μόνο ο τρόπος που την πρόφερε έδειχνε ότι κατανοούσε το βάθος της. Γι’αυτό και όλες τις ενδοεκκλησιαστικές ταραχές των τελευταίων μηνών τις καταδίκαζε.

Γέροντας Ιάκωβος Τσαλίκης

Friday, December 18, 2015

Τα πάθη και τις αδυναμίες ..( Μέγας Αλέξανδρος )



''Ειναι γεναιοτερο και βασικότερο να νικάς τα πάθη και τις αδυναμίες σού, από το να νικάς στην μάχη τον εχθρό"

Μέγας Αλέξανδρος

Wednesday, December 16, 2015

Γιατί έρχονται πολλοί στην εκκλησία ( Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος )




Γιατί έρχονται πολλοί στην εκκλησία, επαναλαμβάνουν μηχανικά ψαλμούς και ευχές, και φεύγουν, δίχως να ξέρουν τι είπαν. Τα χείλη κινούνται, αλλά τ' αυτιά δεν ακούνε. Εσύ δεν ακούς την προσευχή σου, και θέλεις να σε εισακούσει ο Θεός; Γονάτισα, λες· αλλά ο νους σου πετούσε μακριά. Το σώμα σου ήταν μέσα στην εκκλησία και η ψυχή σου έξω. Το στόμα έλεγε την προσευχή και ο νους μετρούσε τόκους, συμβόλαια, συναλλαγές, χωράφια, κτήματα, συναναστροφές με φίλους. Κι όλα αυτά συμβαίνουν, γιατί ο διάβολος είναι πονηρός· ξέρει πως την ώρα της προσευχής κερδίζουμε πολλά, γι' αυτό τότε επιτίθεται με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Άλλες φορές είμαστε ξαπλωμένοι στο κρεβάτι, και τίποτα δεν σκεφτόμαστε· ήρθαμε όμως στην εκκλησία να προσευχηθούμε, και ο διάβολος μας έβαλε ένα σωρό λογισμούς, ώστε καθόλου να μην ωφεληθούμε.

Αν, αλήθεια, ο Θεός σου ζητήσει λόγο για την αδιαφορία ή και την ασέβεια που δείχνεις στις λατρευτικές συνάξεις, τι θα κάνεις; Να, την ώρα που Αυτός σου μιλάει, εσύ, αντί να προσεύχεσαι, έχεις πιάσει κουβέντα με τον διπλανό σου για πράγματα ανώφελα. Και όλα τ' άλλα αμαρτήματά μας αν παραβλέψει ο Θεός, τούτο φτάνει για να στερηθούμε τη σωτηρία. Μην το θεωρείς μικρό παράπτωμα. Για να καταλάβεις, τη βαρύτητά του, σκέψου τι γίνεται στην ανάλογη περίπτωση των ανθρώπων. Ας υποθέσουμε ότι συζητάς μ' ένα επίσημο πρόσωπο ή μ' έναν εγκάρδιο φίλο σου. Και ενώ εκείνος σου μιλάει, εσύ γυρίζεις αδιάφορα το κεφάλι σου και αρχίζεις να κουβεντιάζεις με κάποιον άλλο. Δεν θα προσβληθεί ο συνομιλητής σου απ' αυτή την απρέπειά σου; Δεν θα θυμώσει; Δεν θα σου ζητήσει το λόγο;

Αλίμονο! Βρίσκεσαι στη θεία Λειτουργία, κι ενώ το βασιλικό τραπέζι είναι ετοιμασμένο, ενώ ο Αμνός του Θεού θυσιάζεται για χάρη σου, ενώ ο ιερέας αγωνίζεται για τη σωτηρία σου, εσύ αδιαφορείς. Την ώρα που τα εξαπτέρυγα Σεραφείμ σκεπάζουν τα πρόσωπά τους από δέος και όλες οι ουράνιες δυνάμεις μαζί με τον ιερέα παρακαλούν το Θεό για σένα, τη στιγμή που κατεβαίνει από τον ουρανό η φωτιά του Αγίου Πνεύματος και το αίμα του Χριστού χύνεται από την άχραντη πλευρά Του μέσα στο άγιο Ποτήριο, τη στιγμή αυτή η συνείδησή σου, άραγε, δεν σε ελέγχει για την απροσεξία σου; Σκέψου, άνθρωπε μου, μπροστά σε Ποιον στέκεσαι την ώρα της φρικτής μυσταγωγίας και μαζί με ποιους - με τα Χερουβείμ, με τα Σεραφείμ, με όλες τις ουράνιες δυνάμεις. Αναλογίσου μαζί με ποιους ψάλλεις και προσεύχεσαι. Είναι αρκετό για να συνέλθεις, όταν θυμηθείς ότι, ενώ έχεις υλικό σώμα, αξιώνεσαι να υμνείς τον Κύριο της κτίσεως μαζί με τους ασώματους αγγέλους.

Μη συμμετέχεις, λοιπόν, στην ιερή εκείνη υμνωδία με αδιαφορία. Μην έχεις στο νου σου βιοτικές σκέψεις. Διώξε κάθε γήινο λογισμό και ανέβα νοερά στον ουρανό, κοντά στο θρόνο του Θεού. Πέταξε εκεί μαζί με τα Σεραφείμ, φτερούγισε μαζί τους, ψάλε τον τρισάγιο ύμνο στην Παναγία Τριάδα.

Αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Καλοί άνθρωποι ὑπάρχουν παντοῦ. Ὅμως, Ἁγίους δέν ἔχει πουθενά ἀλλοῦ, παρά μόνο στήν Ὀρθοδοξία μας. ( Αγιος Παϊσιος )


Δεν ισχυρίζομαι ότι όλοι οι Χριστιανοί είναι... Άγιοι. Θέλουν όμως να γίνουν!! Δεν ισχυρίζομαι ότι οι Χριστιανοί δεν έχουν... ελατ­τώματα ή κακίες. Προσπαθούν όμως να τα αποβάλουν!! Πράγματα που δεν τα κάνουν οι «άλλοι», οι εχθροί της εκκλησίας. Δεν ισχυρίζο­μαι ότι δε γίνονται σκάνδαλα στο χώρο της εκκλησίας, αλλά και πού δε γίνονται; Δε γίνονται στα πολιτικά κόμματα; δε γίνονται στις εται­ρείες; δε γίνονται στις ποδοσφαιρικές ομάδες; στους συλλόγους; Παντού όπου υπάρχουν άνθρωποι γίνονται και θα γίνονται τέτοια πράγματα.
Αυτό όμως που ισχυρίζομαι είναι ότι οι εφημερίδες, η Τ.V., μιλούν μόνο για τα άσχημα της εκκλησίας που πολλές φορές τα εξογκώνουν και άλλες τόσες τα κατασκευάζουν από το τίποτα. Γιατί αυτή η άδικη συμπεριφορά; Γιατί επιμένουν συνειδητά σ' αυτή την μερική, άρα ψεύ­τικη εικόνα;
Υπάρχουν γεροντάδες που έχουν γίνει γνωστοί στα πέρατα του κό­σμου, στόμα με στόμα, χωρίς ποτέ κάποια εφημερίδα ν' ασχοληθεί μα­ζί τους ή να τους αναφέρει το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση.
Υπάρχουν γεροντάδες που για χάρη τους έρχονται άνθρωποι από την Αμερική, από την Αυστραλία, από τη Γερμανία, από όλα τα μέρη του κόσμου να τους δουν, να συζητήσουν, να βοηθηθούν. Υπάρχουν άνθρωποι χιλιά­δες, που διηγούνται τα θαύματα και τις ευεργεσίες, που οι ίδιοι προσωπικά απόλαυσαν απ' αυτούς, και με παρρησία διηγούνται τα περιστατι­κά με λεπτομέρειες, καταθέτοντας με ευγνωμοσύνη την προσωπική τους μαρτυρία.
Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι τέτοιοι γεροντάδες, τέτοιοι Άγιοι δεν υπάρχουν πουθενά αλλού. Αυτό που ισχυρίζομαι είναι ότι η συνω­μοσία της σιωπής των ισχυρών αυτής της γης, γύρω από την ορθοδο­ξία και τους Αγίους της διαλύεται σαν καπνός από τη δύναμη του Θεού. Πάντοτε έτσι γινόταν. Πάντοτε η εκκλησία επολεμείτο είτε φανε­ρά είτε ύπουλα. Πάντοτε η εκκλησία θριάμβευε στο τέλος. Έτσι συμ­βαίνει εδώ και 2.000 χρόνια. Έτσι θα συμβαίνει και στο μέλλον.
Γιατί έτσι προέγραψε τη θριαμβευτική πορεία της μέσα στους αιώνες, ο γλυκύτατος Θεάνθρωπος, ο Ιησούς Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός. «επί ταύτη τη πέτρα, οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής» (Ματ. ιστ'18).

Άνθρωποι με ελαττώματα υπάρχουν στην κοινωνία, υπάρχουν και στην εκκλησία. Άνθρωποι καλοί υπάρχουν στην εκκλησία, αλλά υπάρ­χουν και στα πολιτικά κόμματα, και στις θρησκευτικές οργανώσεις, και στις ψεύτικες θρησκείες και φιλοσοφίες. Έχει όλος ο κόσμος καλούς ανθρώπους, και ευτυχώς που έχει, γιατί γίνονται παρηγοριά και βοήθεια για το περιβάλλον τους.
Όμως Αγίους δεν έχει πουθενά αλλού, παρά μόνο στην ορθοδοξία.

Από το βιβλίο: «ΟΙ ΓΚΟΥΡΟΥ Ο ΝΕΟΣ ΚΑΙ Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ»
του Διονυσίου Φαρασιώτου


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/12/blog-post_3527.html

Monday, December 14, 2015

Abbess Thaisia of Leushino -On Idle Talk and Gossip


            
But I say unto you, that every idle word that men shall speak, they shall give account thereof in the day of judgment. (Matt. 12:36)



YOU COMPLAIN, Sister, about the trials which are over taking you, which are arising, according to your words, from certain misunderstandings, suspicion, and indiscretion in conversations. The last, I think, is the effective and chief cause of all your trials and the source of all the evil. On this subject I want to write you a few words about the harm arising from the idle talk and gossip so common among you. This is something you yourself don't even notice; you speak too much, without discerning whether it is necessary or unnecessary, profitable or harmful, provided only that something is spoken. It is as if you are afraid of silence, which in fact is a nun's first obligation, the chief condition of her success and the adornment of her whole life.

Deeply rooted in people is the love of idle talk, i.e., empty, unnecessary conversations, and it has become a beloved pastime among them. It seems we don't know and don't believe that idle talk is a sin, and a serious sin, which gives birth to a multitude of other sins: quarrels, conflicts, gossip, slander, condemnation, calumny, and the like. Indeed, all the various confusions which fill human life to overflowing, all the disturbances of the inner quiet of the soul, have as their source this same idle talk, which has crept into all of everyday life, as though it were its indispensable property and requirement. If any sin or any passion knows how to clothe itself in an attractive form, it is precisely—idle talk.

It begins under the pretext of conversing, of discussing some business, but then we proceed imperceptibly to an altogether unnecessary, empty, and sinful conversation. Like a deeply-rooted infection, this sickness does not easily submit to healing. It has penetrated all layers of social and private life; it is active in people of every age and gender, every class and social position, and has not even spared monasteries.

One deeply thinking pastor, contemporary to us, writes the following on idle talk, among other things: "How heedlessly, how carelessly we use our words, Which should be highly valued as a great gift from God! But on the contrary, what do we least esteem, if not the spoken word? In what are we fickle, if not in the spoken word? What do we throw out every minute, as though it were dirt, if not the spoken word? O Christian! Value your words, be attentive to them!"

In our words, which we regard so carelessly, so thoughtlessly, will be either our justification or condemnation, as our Lord Jesus Christ Himself says: By thy words thou shalt be justified, and by thy words thou shalt be condemned (Matt. 12:37); I say unto you, that every idle word that men shall speak, they shall give account thereof in the day of judgment (Matt. 12:36). If even one idle, i.e, empty, unnecessary word will be subject to accounting in the day of judgment, then to what condemnation and punishment will we be subject, who talk idly continually and constantly, restrained neither by place nor time, nor by the presence of outsiders, who, perhaps even against their will, we make participants in our empty conversations, and in such a manner draw them into sin. So, drawing them into sin, we are subject to a double condemnation—both for idle talk and for being a cause of temptation, for woe, it is said, to that man by whom the offence cometh (Matt. 18:7). We don't think about this, we don't take care at all! We misuse our natural faculty of speech, which was given to us for this purpose above all: that we might praise our Creator, thank and glorify Him with words, as is proper to a rational creature. Even mute nature glorifies Him with its grandeur and harmony, not deviating in the least from the laws appointed to it by the Creator: The heavens declare the glory of God, and the firmament proclaimeth the work of His hands (Ps. 18:1).

The gift of speech was also given to us that we might understand one another, not through instinct, like the dumb animals, but through intellect. Thus we verbally express our ideas, which are abundantly and clearly opened to us by our God-enlightened mind, the source of thought and word, in order that we might conduct intelligent, mutual, brotherly conversation on the aim of daily life and its regulation, for mutual edification and benefit, in support and consolation of each other, and the like. It was not given to us that we might talk idly; or judge, slander, and condemn our neighbors, pronouncing judgments on them like unmerciful judges and torturers rather than considering ourselves as their brothers, weak and sinful as they, if not still worse. Thou art inexcusable, O man, whosoever thou art that judgest, says the Apostle, for wherein thou judgest another, thou condemnest thyself; for thou that judgest doest the same things. And thinkest thou this, O man, that judgest them which do such things, and doest the same, that thou shalt escape the judgment of God? (Rom. 2:1, 3) He that ... judgeth his brother, says another Apostle, ...judgeth the law; but if thou judge the law, thou art not a doer of the law, but a judge (James 4:11). And what great evil results from empty and idle conversations and gossip! Sometimes one heedlessly spoken word causes a whole storm of unpleasantness and fills the heart of the one referred to with indignation and hatred. So even a word that was not ill-intentioned, one we counted as nothing, can strike a mortal sin, just as a small spark often turns into a great fire burning whole villages. How great a matter a little fire kindleth, says the Apostle James. Even so the tongue is a little member, and boasteth great things (cf. James 3:5); it is a fire, a world of iniquity:... it defileth the whole body, and setteth on fire the course of nature; and it is set on fire of hell (James 3:6). The tongue is an untamable evil, full of deadly poison. Therewith bless we God and therewith curse we men, which are after the similitude of God. Out of the same mouth proceedeth blessing an d cursing. My brethren, these things ought not so to be! Doth a fountain send forth at the same place sweet water and bitter? (James 3:8-11) Who is a wise man and endued with knowledge ... let him show this out of his works, through good conduct, and not by condemning others. But if ye have bitter envying and strife in your hearts, glory not, and lie not against the truth (i.e., don't consider yourself wise). This is not the wisdom that descends from above, but is earthly ... devilish. For where envying and strife is, there is confusion and every evil work (cf. James 3:13-16). Behold the harm from all our idle talk and gossip! And if they are improper to Christians in general, are they not even less pardonable for nuns, who have voluntarily renounced the world with all its worldly sinful ways, who have retired within their monastic gates for a more unhindered attention to their salvation? The enemy of everyone's salvation, knowing the infirmity of men, who notwithstanding their readiness towards a life of pleasing God, are ever inclined to seek indulgences and consolations, is not slow even here to sow his tares amid the wheat of God. You nuns by your departure from the world have also left all its consolations and pleasures permitted to lay people.

The only true consolation for you should consist in your close fellowship and heart to heart talks. Your superiors, as wise and kind guides, don't restrain you, don't forbid you these innocent consolations: you are permitted to visit one another, to go for walks together in your free time, and when you gather for common monastery obediences, you may converse with one another unhindered. But you abuse this liberty, you derive from it not profit and true spiritual consolation, but the opposite: harm, quarrels, gossip, and discord, which like a spark kindles a great fire, which burns away all your monastic labors and struggles. In such a manner you lose your salvation. Or do you not know the apostolic saying: Every one of us shall give account of himself to God (Rom. 14:12) Who is ready to judge (I Peter 4:5)? Oh, if only you would gather together, like the ancient nuns, for spiritual edification and mutual instruction, you would not converse about irrelevant things and affairs which don't concern you, but only about this, how each of you will work out your own salvation (Philip. 2:12): what sort of cell rule to have and how to perform it, what struggles to undertake. Thus you would edify and support one another on your slippery path, stretching out a helping hand to each other, and the words of the all-wise Solomon would be realized in you: A brother helped by a brother is as a strong city (Prov. 18:19). And your assembly would be like the assembly of the angels, who in spite of their great multitude have one common holy will, one striving—how to fulfill the will of the Creator.

O Sister, not for nothing is our monastic order called the angelic order!... Surely each of us who has gathered in the holy monastery in the name of the Lord has one and the same will, one striving common to us all: how he may please the Lord (I Cor. 7:32). We have no earthly fetters binding us to the world, there are no anxieties and worldly cares to entangle our wings and hinder our flight to our Heavenly Bridegroom! We are free, like the birds of the air, which sow not, neither do they reap, nor gather into barns; but our heavenly Father feedeth us (cf. Matt. 6:26). Let us then remember our angelic calling, and walk worthy of the vocation wherewith we are called, with all lowliness and meekness, with longsuffering, forbearing one another in love, endeavoring to keep the unity of the Spirit in the bond of peace (Eph. 4:1-3), as the holy Apostle teaches.

From Letters to a Beginner: On Giving One's Life to God (Platina, CA: St. Xenia Skete Press, 1993), pp. 70-75.

http://tokandylaki.blogspot.ca/

Thursday, December 10, 2015

Crossing the great abyss with prayer ( Fr. Dimitru Staniloae )


The virtue of prayer brings about the mystery of our union with God, because prayer is the tie of rational creatures with the Creator. - Saint Gregory Palamas

Pure Prayer is the bridge we seek to union with God and to be participants in His divine light. It is prayer that enables us to cross the great abyss when realize God is beyond all mental concepts and involves a higher knowledge. It is a step that is beyond apophaticism or negative theology.


Fr. Dimitru Staniloae writes,
Pure prayer is an ecstasy of interior quietness, a total cessation of thought in the face of divine mystery, before the divine light descends to the mind thus stopped by astonishment.
This pure prayer is only given to us once we have mastered our passions.


Fr. Dimitru says,
Pure prayer is made only after the mind has been raised from the contemplation of visible nature and from the world of concepts, when the mind doesn't have any image or form or concept.
It is called pure because it does not have and object and does not involve any words. This is also called by the Church Fathers as the Prayer of the mind, or noetic prayer, where the mind is free and we are face to face with God.


Fr. Dimitru gives us a couple of conditions for reaching this level of prayer:
1. The mind must withdraw from things outside and focus on what is within, to its heart. It is in this place called the heart, the center of our soul where we find God.
2. One should use only a few words addressed to Jesus to assure a remembrance of Him and to focus the mind on its goal. He says, "even the most pure prayer must keep the thought of the presence of Jesus." He advises us that the common prayer of this nature is the Jesus Prayer :Lord Jesus Christ, Son of God, have mercy on me a sinner."


With the mind focused on the heart we will find that the mind no longer looks for external things. With its focus on the name of Jesus it is guarded by any sinful thoughts. But there is a struggle involved against evil forces.


Fr. Dimitru says,
It must struggle much with the thoughts around it, to make its way toward it (the heart) and to open it... The mind with difficulty regains the habit of looking toward God... Then it lives His presence directly, or feels itself in His presence.
This state of prayer involves the opening of the heart. We feel the pleasure of constantly remembering His name and being within with His love.


St. Diadochos writes,
Grace itself then thinks together with the soul and cries or together with it: "Lord Jesus Christ." [Because immediately]... we need His help to unite and gladden all our thoughts with His ineffable Sweetness, that we might be moved with all our heart to the remembrance and love of our God and Father.

Fr. Dimitru Staniloae

«Πέθανα και με γύρισε πίσω» (Θαύμα των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης )


Προς τα τέλη Αυγούστου, η κ. Άλκηστις, από τη Μύκονο τηλεφώνησε στην Ιερά Μονή του Αγίου Ραφαήλ στο Άνω Σούλι του Μαραθώνος και ρώτησε πληροφορίες για την πρόσβαση και τη διαμονή στην περιοχή, προκειμένου να παραστεί στη Χάρη του Αγίου Ραφαήλ, στην Ιερά Πανήγυρη του Μοναστηριού της 2ας Σεπτεμβρίου.

Μιλώντας στο τηλέφωνο με κάποιον από τους πατέρες, του ζήτησε να ανάψει ένα κεράκι στον Άγιο Ραφαήλ, για τον αδελφό της γυναίκας που είχε στο σπίτι της για να τη βοηθάει στις δουλειές, ο οποίος είχε πάθει εγκεφαλικό και είχε πέσει τελικά σε κώμα.

Είχε μάθει ότι οι γιατροί είχαν πει ότι είναι σχεδόν αδύνατο να επανέλθει ο ασθενής και είχαν συστήσει στους συγγενείς να ετοιμάζονται για το μοιραίο. Είχαν δε επισημάνει ότι ακόμα και να επανέλθει, πράγμα εντελώς απίθανο, δεν θα μπορεί ούτε να κουνάει χέρια και πόδια, αλλά και ούτε να μιλήσει καλά-καλά και να συντονίσει τη σκέψη του, λόγω της εκτεταμένης εγκεφαλικής βλάβης. Το αποτέλεσμα ήταν όλοι οι συγγενείς του ασθενούς (μουσουλμάνοι στο θρήσκευμα, όπως και ο ίδιος ο ασθενής) να είναι πολύ στεναχωρημένοι, αλλά και η κ. Άλκηστις επίσης, καθώς συμμεριζόταν τον πόνο τους.

Την ίδια ημέρα, λοιπόν, που η κ. Άλκηστις πήρε τηλέφωνο και οι πατέρες άναψαν ένα κεράκι στον Άγιο Ραφαήλ, ο ασθενής έκανε κάποια κινησούλα. Αυτό το παρατήρησαν οι συγγενείς του. Στις 2 Σεπτεμβρίου, που η κ. Άλκηστις παρευρισκόταν στην Εορτή των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, ο ασθενής κίνησε το χέρι και το πόδι του και άρχισε να δίνει σημεία ζωής. Κι’ αυτό το παρατήρησαν οι συγγενείς του και τους έκανε εντύπωση, διότι συνέπεσε με την Εορτή των Αγίων. Όταν, επέστρεψε η κ. Άλκηστις στο νησί, η αδελφή του ασθενούς, παρότι μουσουλμάνα, ζήτησε από μόνη της την εικόνα του Αγίου Ραφαήλ και άρχισε να την ασπάζεται, κλαίγοντας και παρακαλώντας για τον αδελφό της.

Μετά, λοιπόν, από δεκαπέντε λεπτά, την παίρνουν τηλέφωνο από τη Βουλγαρία, όπου βρισκόταν ο αδελφός και οι υπόλοιποι συγγενείς της και της λένε ότι ο αδελφός της άρχισε ξαφνικά να κινεί το κεφάλι του, ξύπνησε και τους μίλησε ρωτώντας «έρχεστε πολλές μέρες και με βλέπετε;» και ξανάπεσε σε κώμα. Η χαρά και η συγκίνησή της δεν περιγραφόταν. Προσευχόταν με λυγμούς στον Άγιο Ραφαήλ και Του έλεγε ότι πιστεύει σ’ Αυτόν και ότι είναι σίγουρη ότι ο αδελφός της θα γίνει καλά. Υποσχόταν μάλιστα να τον φέρει στο Μοναστήρι του Αγίου Ραφαήλ. Η κ. Άλκηστις της έδωσε και λαδάκι από τον Άγιο Ραφαήλ και της είπε να το στείλει στον αδελφό της μαζί με την εικόνα των Αγίων. Εκείνη αμέσως συμφώνησε και τα έστειλε στον αδελφό της μέσω του γιού της που «κατά σύμπτωσιν» (4 χρόνια και δεν την είχε επισκεφθεί) είχε έρθει να τη δει και θα επέστρεφε στη Βουλγαρία.

Με το που φεύγει η εικόνα και το λαδάκι του Αγίου Ραφαήλ, ο άρρωστος ξύπνησε οριστικά από το κώμα και ζήτησε να φάει και να πάει στο σπίτι του!! Όλοι μείνανε έκπληκτοι και εντυπωσιασμένοι. Ο Άγιος Ραφαήλ είχε κάνει το θαύμα του!! Μάλιστα, μόλις η εικόνα του Αγίου Ραφαήλ έφτασε στο Νοσοκομείο, την ίδια μέρα βγήκε ο ασθενής και πήγε σπίτι του. Οι γιατροί είπαν ότι πρόκειται ξεκάθαρα για θαύμα, ο ασθενής από την εντατική, σε κωματώδη κατάσταση, να πηγαίνει κατευθείαν σπίτι του και πολύς κόσμος έμαθε γι’ αυτό το θαύμα. Και ο ίδιος ο άρρωστος πίστεψε στην θαυματουργική σωτηρία του από τον Άγιο Ραφαήλ και κοιμόταν με την εικόνα του Αγίου πάνω από το κρεβάτι του και μόνος του έλεγε: «Σήμερα δε μου βάλατε λαδάκι… Βάλτε μου λαδάκι!».

Λίγες μέρες μετά μάλιστα είπε στην αδελφή του τα εξής: «Έχω επίγνωση του τι μου συνέβη. Πέθανα και με γύρισε πίσω. Είδα ότι ήμουν νεκρός και με πηγαίναν στο κοιμητήριό μας. Εκεί είδα, όμως, μια χριστιανική εκκλησία και έναν παπά χριστιανό, ο οποίος μου είπε: Εσύ έπρεπε να πεθάνεις τώρα, αλλά εγώ σου κάνω χάρη και σε ξαναγυρίζω πίσω, για το γιό σου και για την κόρη σου…».

Οι ζωές αυτών των ανθρώπων άλλαξαν. Απ’ όποιο σπιτικό πέρασε η εικόνα του Αγίου Ραφαήλ οι άνθρωποι έγιναν πιο δραστήριοι, πιο πρόσχαροι και άρχισαν να δείχνουν περισσότερη αγάπη ο ένας προς τον άλλον και οι ίδιοι αισθανόντουσαν και ομολογούσαν αυτή την αλλαγή και πίστευαν ότι αυτή οφείλεται στον Άγιο Ραφαήλ. Πραγματικά, μεγάλη η Χάρις των Αγίου Ραφαήλ και των συν Αυτώ και πολλές οι ευλογίες του Θεού που μεταφέρουν στους ανθρώπους που Τους επικαλούνται, πιστούς ή και απίστους. Δοξασμένο το όνομά Τους. Να έχομε την ευχή Τους. Και είθε οι άνθρωποι να ανταποκρίνονται με ευγνωμοσύνη στις ευλογίες των Αγίων και να καταλήγουν στη σωτηρία και τον Παράδεισο, δια της Εκκλησίας και των Μυστηρίων της. Αμήν.

Άλκηστις Ρούσση, Μύκονος 


http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/12/blog-post_10.html

Wednesday, December 9, 2015

Why we need to say everything to our spiritual father ( Saint Theophan the Recluse )


In our spiritual life we need to be careful about our own judgments, decisions and self-evaluations. Since there are evil powers at work, even with strong faith we can be misled. You should always be aware of this reality.

Saint Theophan writes,

Secretiveness in everyday life is not a bad thing; in spiritual life, however, it is most dangerous. It is indispensable to have someone with whom you may consult about everything that is going on outwardly, and more importantly, inwardly. ...There is some sort of evil power around us and inside us, which through various illusionary qualities leads us into deception and confuses our affairs, directing them to something vain or even bad... Your reasoning does not always work, because the enemy confuses it with his own advice (our elders have nicknamed this "add-vice"). We should keep a journal so that when we see our spiritual father we can relate our difficulties to him and in this way he can best help us. When we are making a big decision, especially those that impact others, in addition to prayer, we should discuss our reasoning with him also. He will not tell you what decision to make, but will help you see if you are being deceived in your analysis. Decision are always up to our own will. Never allow a spiritual father to make your decisions. Any advisor who would do this is not a true spiritual guide. Look to him for advice and not a decision.

For most people your local priest can serve as your guide. But as you progress spiritually you may need to find a new guide. These are often found at monasteries. Visit them and talk with the elders there. A guide always comes naturally when you ask and seek.

Saint Theophan the Recluse
Reference: The Spiritual Life, pp 277-280