Translate

Sunday, October 25, 2015

Which psalms should I memorize? ( St. Theophan the Recluse )



Which psalms should you memorize? Memorize the ones that strike your heart as you are reading them. Each person will find different psalms to be more effective for himself. Begin with Have mercy on me, O God (Psalm 50); then Bless the Lord, O my soul (Psalm 102); and Praise the Lord, O my Soul (Psalm 145).


These latter two are the antiphon hymns in the Liturgy. There are also the psalms in the Canon for Divine Communion: The Lord is my shepherd (Psalm 22); The earth is the Lord’s, and the fulness thereof (Psalm 23); I believed, wherefore I spake (Psalm 115); and the first psalm of the evening vigil, O God, be attentive unto helping me (Psalm 69). There are the psalms of the hours, and the like. Read the Psalter and select.

 A Prayer Rule, by St. Theophan the Recluse


http://agapienxristou.blogspot.ca/2012/10/which-psalms-should-i-memorize.html

Η αγάπη που δεν έχει όρια ( Αγιος Παίσιος )


...Αυτός ο άνθρωπος με τόση προσευχή, με τόσα δάκρυα που έχυνε...Μια φορά πήγα, τον είδα. Ήταν πολύ κουρασμένος. Του λέω:

-Τι έχεις γέροντα;

- Τι να κάνω, ευλογημένη ψυχή; Πονάω πάρα πολύ με τους ανθρώπους που έρχονται. Και ιδίως για τα παιδιά με τα ναρκωτικά (σσ: Τότε είχε αρχίσει το κύμα των ναρκωτικών το πολύ και έρχονταν πολλά παιδιά στον γέροντα και ζητούσαν βοήθεια).

Να, χθες είχα τρεις μέρες άυπνος κι ήρθε ένα παιδάκι, το καημένο εδώ πέρα, ταλαιπωρημένο, ορφανό, εγκαταλειμμένο, δεν είχε που την κεφαλή κλίνη και μου είπε: "Γέροντα, κανέναν δεν έχω στον κόσμο. Κανένας δεν με αγάπησε και είμαι και ορφανός και έμπλεξα και με τα ναρκωτικά. Θέλω να μου πεις κάτι". Και, ενώ τα μάτια μου έκλειναν απ'την αγρυπνία, τα τραβούσα -λέει- 9 ώρες, τα κόλλησα πάνω σ'αυτό το παιδάκι να μπορέσω να το βοηθήσω να καταλάβει κι αυτό ένα ίχνος αγάπης. Ε... Έφυγε αναπαυμένο. Τώρα δεν ξέρω πόσο το βοήθησα...

Αλλά αυτό το πράγμα, αν ερχόταν σε μένα κάποιος που θα'μουν κουρασμένος, θα έλεγα "άφησέ με να ξεκουραστώ και μετά".
Ο π. Παΐσιος δεν έβαζε τον εαυτό του ποτέ μπροστά. Έβαζε πάντοτε τον άλλον. Που είναι δείγμα μεγάλης αγιότητος αυτό...



Αγιος Παίσιος

Saturday, October 24, 2015

Adolescence is the most important period of life ( part 1 ) - St. Nektarios of Pentapolis


The age of adolescence is the most important and crucial time  period in man's life, because whoever someone comes to be during these years, one will subsequently continue to be throughout the remainder of life. For this reason, assiduous attention must be given to this time of life.
 

If the good or evil of adolescence was restricted only to this part of life, then the virtues or evils would have a limited impact restricted to the
individual alone. However, the virtue or evil of teenagers convey a broad and generalized quality, because this is the time of formation for the
successive generation, to whom in a short while the nation and the state will hand over the in
heritance of their forefathers and all the treasures
of the former generations. 


The upcoming generation will be entrusted with the honor and glory of the country. It will take over the administration of the nation. It will advance the arts and sciences. It will contribute to the prosperity of its citizens. It will embellish the state, the nation, and the Church. It will be the one to shape the moral character of society.
 

Consequently, if the next generation becomes virtuous, its virtue saves and preserves e
verything; if, however, it ends up being evil, its evil will destroy all things.


On account of the paramount significance of adolescence, both societies and parents have always turned their attention to and shown great concern for this age group, in order to render its teenagers into adults, fit and capable of preserving the precious heritage, which their country entrusts to them. 


 So they may by becoming virtuous people and useful citizens , increase their nation's glory and bestow honor to its name. 

St. Nektarios of Pentapolis

http://www.stnektariosmonastery.org/weeklymessage.pdf

Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Δημήτριος ὁ Μυροβλύτης (Ἐγκωμιαστικοὶ Λόγοι)


Ἅγιος Νεόφυτος ὁ ἔγκλειστος,
Ἐγκώμιον εἰς τὸν ἅγιον καὶ ἔνδοξον
μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ

Νεοφύτου πρεσβυτέρου μοναχοῦ καὶ ἐγκλείστου ἐγκωμιαστικὸς λόγος στὸν ἅγιο καὶ ἔνδοξο μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ Δημήτριο καθὼς καὶ σχετικὰ μὲ τὸ μαρτύριο, τὰ θαύματα καὶ τὸ σεβάσμιο ναό του.

1. Ὁ ἔνδοξος Δημήτριος καὶ συμμέτοχος στὴν οὐράνια δόξα, μᾶς χάρισε σήμερα τὴν πανήγυρή του ὡς ὑπέρτατο δῶρο. Ἐμπρὸς λοιπὸν καὶ ἐμεῖς, ποὺ ἀποτελοῦμε τὸ θίασο ἐκείνων ποὺ ἀγαποῦν τὸ μάρτυρα, ἂς τὸν τιμήσουμε μὲ θεόπνευστους ὕμνους καὶ ἐγκώμια, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει ὁ φίλος καὶ μάρτυρας ὡς μεσολαβητὴς στὸ βασιλέα Χριστό. Ἂς τονίσουμε λοιπὸν καὶ τὸ θεϊκό του ζῆλο καὶ τὴν ἀγάπη του γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ τὰ ἐνάρετα προτερήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἂς γεμίσουμε μὲ θεϊκὴ χαρὰ ὅπως ἔχει γραφεῖ, γιατὶ ἀναφέρεται ὅτι, ὅταν ἐγκωμιάζεται ὁ δίκαιος, γεμίζουν μὲ εὐφροσύνη οἱ λαοί. Μακάρι ὅμως νὰ μὴν γεμίσουμε μόνο μὲ ἀγαλλίαση, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθοῦμε ἀπὸ τὶς ὁμιλίες καὶ τὶς τιμητικὲς ἐκδηλώσεις στὴ μνήμη τοῦ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.2. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ μακάριος Δημήτριος, ποὺ εἶναι πράγματι πολίτης στὴν οὐράνια πόλη καὶ βασιλεία τιμήθηκε καὶ ἀπὸ τὴν ἐπίγεια θνητὴ βασιλεία. Γιατὶ μιὰ καὶ εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ καὶ μεγάλη φήμη καὶ φρόντιζε ἀπὸ μικρὴ ἡλικία γιὰ τὸν ἄψογο καὶ ἔντιμο βίο, τὸν ἀγάπησαν καὶ τὸν τίμησαν πολὺ συνάμα καὶ ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἀρχικὰ ἔλαβε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐκσκέπτορος καὶ ἦταν συνεργὸς καὶ συμμέτοχος στὴ σύγκλητο. Στὴ συνέχεια ἀναγορεύθηκε ἀνθύπατος τῆς Ἑλλάδας. Γιὰ τὸν ἴδιο ὅμως ὁ ἀληθινὸς πλοῦτος καὶ ἡ δόξα ἦταν αὐτή, νὰ εἶναι δηλαδὴ καὶ νὰ τὸν ἀποκαλοῦν χριστιανό, καὶ δὲν ὑπολόγιζε καθόλου τὶς τιμὲς τῶν βασιλιάδων. Γι᾿ αὐτὸ ἐπειδὴ ξεχείλιζε ἀπὸ διδασκαλία γεμάτη μὲ θεϊκὴ σοφία καὶ πνευματικὸ λόγο, ἄλλαζε τὴν πίστη πολλῶν καὶ ἀπὸ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων τοὺς ὁδηγοῦσε στὴν ἀληθινὴ πίστη.

3. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ ἅγιος τέτοια κήρυττε στὸ λαὸ στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης καὶ ἐξαπλωνόταν ἡ φήμη του σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ αὐτήν, τὸν συνέλαβαν οἱ διῶκτες τῆς ἀλήθειας καὶ τὸν ὁδήγησαν στὸν τύραννο Μαξιμιανό. Ὁ ἅγιος ὅμως εἶχε λαμπερὸ τὸ πρόσωπό του μὲ τὴν παρέμβαση τῆς θείας χάρης καὶ προκάλεσε ἔκπληξη στὸν τύραννο, ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ ντράπηκε τελικὰ δὲν τὸν τιμώρησε, ἀλλὰ τὸν κατηγόρησε ὡς ἀχάριστο γιατὶ λησμόνησε βαθιὰ τὶς βασιλικὲς τιμὲς καὶ πίστεψε στὸ σταυρωμένο Χριστό. Ἐκφράζοντας λοιπὸν αὐτὰ τὰ λόγια καὶ κάποιες ἄλλες κολακευτικὲς μωρολογίες προσπαθοῦσε νὰ παρασύρει τὸν ἅγιο ἀπὸ τὴν πίστη του. Αὐτὸς ὅμως ἀντιστεκόταν σὰν ἀκλόνητος στύλος καὶ σὰν βράχος στὴν ἀκτὴ ἀπέναντι στὰ χτυπήματα τῶν κυμάτων. ‘Ὅταν τὸν ρώτησε καὶ πάλι ὁ βασιλιὰς ἂν ἐπιμένει νὰ πιστεύει στὸ σταυρωμένο Χριστό, ὁ ἅγιος του ἀπάντησε: «Μακάρι νὰ μποροῦσα, βασιλιά, ὄχι μόνο τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ καὶ ὅλο τὸν κόσμο νὰ τὸν πείσω νὰ πιστεύει στὸν Ἐσταυρωμένο καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ μεγαλομανία καὶ τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Καὶ ἐγὼ βέβαια εἶμαι ἕτοιμος στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ μου νὰ ὑποστῶ ὄχι μόνον ἕναν θάνατο, ἀλλὰ πολλούς, ἂν βέβαια αὐτὸ τὸ ἐπιτρέπει ἡ φύση μου».

4. Ὁ βασιλιὰς λοιπόν, ὅταν εἶδε τὴ μεγάλη τόλμη τοῦ ἄνδρα καὶ κατάλαβε τὴν ἀκλόνητη ἀπόφασή του, ἔγινε θηρίο ἀπὸ θυμὸ γιὰ νὰ βασανίσει τὸν ἅγιο. Συγκράτησε ὡστόσο τὸ θυμό του γιὰ τὸ τέλος, γιατὶ ἤθελε νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὸ θέατρο καὶ τὸ στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ λοιπὸν ἔφτασε σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος μὲ ἅμαξα. Διέταξε νὰ φρουρήσουν τὸ μάρτυρα σὲ μιὰ κάμαρα λουτροκαμίνου, ποὺ δὲν τὴν εἶχαν ἀκόμη ἀνάψει, ὥσπου νὰ βρεῖ εὐκαιρία ἀπὸ τὰ μάταια θεάματα καὶ στὴ συνέχεια νὰ ὁδηγήσει τὸν ἅγιο σὲ ἐξέταση.

5. Τὸ θέατρο τῆς πόλης, ποὺ τὸ ἔλεγαν καὶ στάδιο, ἦταν κλεισμένο γύρω – γύρω μὲ σανίδες καὶ ὁρισμένα μάγγανα, ὅπου ὅσοι ἔμπαιναν, παρακολουθοῦσαν σὰν σὲ θέατρο, καὶ σκότωναν σὲ μονομαχία γιὰ νὰ εὐχαριστήσουν τὸν αἱμοχαρῆ βασιλιὰ μὲ τὸ νὰ χύνουν συχνὰ ἀνθρώπινο αἷμα.

6. Ὁ βασιλιὰς εἶχε ἀποκτήσει κάποιον μονομάχο, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λυαῖο, πολὺ δυνατὸ καὶ μεγαλόσωμο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Βανδάλων καὶ ὁ ὁποῖος στὴ Ρώμη, στὸ Σέρμιο καὶ στὴ Θεσσαλονίκη, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς ἄλλους τόπους σκότωσε πολλοὺς ἀνθρώπους σὲ μονομαχία, καὶ ὁ βασιλιὰς θεωροῦσε θαυματουργὴ τὴν πολὺ μεγάλη του δύναμη καὶ τὴν ἱκανότητά του στὸ φόνο καὶ κόμπαζε.

7. Ὅταν αὐτὸς στάθηκε στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε, καὶ ὁ βασιλιὰς καλοῦσε τὸν κόσμο μὲ τοὺς κήρυκες ὑποσχόμενος χρήματα σ᾿ ὅποιον ἐπιθυμοῦσε ἀπὸ τοὺς πολίτες νὰ μονομαχήσει μὲ τὸ Λυαῖο, κανεὶς δὲν εἶχε τὴν τόλμη νὰ μονομαχήσει μὲ αὐτόν, γιατὶ ὅλοι ἔτρεμαν ἀπὸ φόβο καὶ μόνο ἀπὸ τὴν ὄψη καὶ τὸ θράσος τοῦ Λυαίου.

8. Τότε λοιπὸν ἕνας νεαρὸς παρακινήθηκε ἀπὸ τὸ Θεὸ ἐναντίον αὐτοῦ του κακοποιοῦ, ποὺ τὸν ἔλεγαν Νέστορα, ποὺ ἦταν ὡραῖος στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, καὶ γνωστὸς τοῦ ἁγίου Δημητρίου, τρέχει σ᾿ αὐτόν, στὸν τόπο ποὺ τὸν φρουροῦσαν, ἔπεσε στὰ πόδια του καὶ τὸν παρακαλοῦσε λέγοντας «Νὰ προσευχηθεῖς γιὰ μένα, δοῦλε τοῦ Θεοῦ, καὶ νὰ ἐπικαλεστεῖς τὸ Χριστό. Γιατὶ θέλω νὰ μονομαχήσω πρόθυμα μὲ αὐτόν». Τότε ὁ ἅγιος σταύρωσε τὸ μέτωπο καὶ τὴν καρδιὰ τοῦ Νέστορος καὶ λέγει στὸν ἴδιο. «Πήγαινε, παιδί μου, καὶ τὸ Λυαῖο θὰ νικήσεις καὶ θὰ μαρτυρήσεις γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ».

9. Καὶ αὐτὸς ἐξοπλίστηκε μὲ τὴν εὐχὴ τοῦ ἁγίου Δημητρίου σὰν νὰ φόρεσε θεῖο θώρακα, ἔρχεται τρεχάτος στὸ στάδιο, ἔβγαλε καὶ πέταξε κάτω τὸ χιτώνα του καὶ πηδώντας ἀπὸ τὶς βαθμίδες στάθηκε μπροστὰ στὸ βασιλιά. Αὐτὸς ἔμεινε ἔκπληκτος ἀπὸ τὴν τόλμη τοῦ νεαροῦ καὶ τοῦ λέγει: «Νεαρέ μου, ἀπ᾿ ὅ,τι φαίνεται ἡ ἐπιθυμία τῶν χρημάτων σὲ ὁδήγησε σ᾿ αὐτὸ τὸ τόλμημα. Ἐγὼ βέβαια, ἐπειδὴ λυπᾶμαι καὶ τὴν ὀμορφιά σου καὶ τὸν ἀνθὸ τῆς νιότης σου, σοῦ δίνω τὰ χρήματα καὶ παραδέχομαι τὴ γενναιότητά σου καὶ φύγε κερδίζοντας καὶ τὴ ζωή σου καὶ τὰ χρήματα. Μὴν ἀντισταθεῖς ὅμως στὸ Λυαῖο, γιατὶ πολλοὺς ἔστειλε στὸ θάνατο, πιὸ δυνατοὺς ἀπὸ σένα».

10. Ὅταν λοιπὸν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Νέστωρ, οὔτε τὸ Λυαῖο φοβήθηκε γιὰ τοὺς ἐπαίνους, οὔτε ὑποχώρησε στὴ γενναιοδωρία τοῦ βασιλιά, ἀλλὰ τοῦ εἶπε: «βασιλιά μου, δὲν ἔχω ἔρθει σ᾿ αὐτὴ τὴ μονομαχία γιατὶ ἐπιθυμῶ χρήματα, ἀλλὰ γιὰ ν᾿ ἀποδείξω σήμερα μπροστά σου πιὸ ἰσχυρὸ τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ τὸ Λυαῖο». Τότε λοιπὸν ὁ βασιλιὰς καὶ οἱ σύνεδροί του γεμάτοι θυμὸ κατάλαβαν τὴν ἀλαζονεία τοῦ Νέστορος καὶ ἐνθάρρυναν ὑπερβολικὰ τὸ Λυαῖο γιὰ τὴν ἐξόντωσή του.

11. Καὶ ὁ νεανίας τοῦ Θεοῦ ἐνισχύθηκε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, πῆρε στὰ χέρια του τὸν ἀκινάκη, σήκωσε τὰ μάτια στὸν οὐρανό, προσευχήθηκε καὶ εἶπε «ὁ Θεὸς τοῦ δούλου σου Δημητρίου καὶ ὁ ἀγαπημένος γιὸς σου Ἰησοῦς Χριστός, ποὺ νίκησες τὸν ἐχθρὸ Γολιὰθ μὲ τὸν ἐκλεκτό σου Δαβίδ, ἐσὺ Κύριε νίκησε καὶ τούτη τὴ στιγμὴ τὴ δύναμη τοῦ Λυαίου». Ἔτσι λοιπὸν προσευχήθηκε καὶ πήδησε μέσα ἀπὸ τὰ μάγγανα καί, ὅταν ἔγινε ἡ συμπλοκή, ὁ Λυαῖος δέχτηκε καίριο χτύπημα στὴν καρδιὰ ἀπὸ τὸ Νέστορα καὶ πέθανε ἀμέσως καὶ ἔφερε τὴν πιὸ μεγάλη στενοχώρια στὰ βασιλιά. Καὶ ὁ Νέστωρ δόξαζε τὸ Θεό, γιατὶ ὁ βάρβαρος σκοτώθηκε μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ἁγίου Δημητρίου.

12. Ὁ Μαξιμιανὸς ὅμως τινάχτηκε μὲ θυμὸ ἀπὸ τὴν καθέδρα, καὶ συμπεριφερόταν στυγνὰ στοὺς αὐλικούς του λέγοντας «μὰ τοὺς θεούς, ἂν δὲν ἔγινε κάποια μαγεία, ἕνας μικρόσωμος νεαρὸς δὲν θὰ σκότωνε τὸ Λυαῖο, ποὺ ἔχει κάνει τόσα καὶ τέτοια κατορθώματα».

13. Τότε ὁ τύραννος κάλεσε τὸ Νέστορα καὶ τὸν ρώτησε λέγοντάς του «ἀπάντησέ μας, νεαρέ μου, μὲ ποιὰ μαγικὰ τεχνάσματα καὶ ποιοὺς συνεργάτες εἶχες καὶ σκότωσες τὸ Λυαῖο;». Ὁ Νέστωρ λοιπὸν πῆρε τὸ λόγο καὶ εἶπε «οὔτε μὲ μαγεία, οὔτε μὲ μαγγανεία, ὅπως εἶπες, βασιλιά, σκοτώθηκε ὁ Λυαῖος, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς τοῦ Δημητρίου, ὁ Θεὸς τῶν χριστιανῶν, ἔστειλε τὸν ἄγγελό του καὶ σκότωσε τὸ Λυαῖο μὲ τὸ χέρι μου, γιατὶ ἦταν μιαρὸς καὶ ἐγωιστής». Τότε λοιπὸν ὁ θεομάχος γέμισε μὲ θυμὸ καὶ ὀργὴ καὶ διέταξε νὰ ὁδηγήσουν τὸ Νέστορα στὸ δυτικὸ μέρος τῆς Θεσσαλονίκης, στὴ λεγάμενη Χρυσὴ πύλη, καὶ νὰ τὸν σκοτώσουν, γιατὶ ἦταν χριστιανός, καὶ ἔτσι λοιπὸν ὁ ἅγιος αὐτὸς νεανίας στεφανώθηκε μὲ τὸ στεφάνι τοῦ μαρτυρίου, στὶς εἰκοσιπέντε τοῦ Ὀκτωβρίου.

14. Αὐτὸς ὁ ἱερὸς μεγαλομάρτυρας τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος βλέπει στὴν καμάρα ποὺ τὸν φρουροῦσαν νὰ βγαίνει ἀπὸ τὴ γῆ ἕνας πελώριος σκορπιὸς ἕτοιμος νὰ τὸν πλήξει μὲ τὸ κεντρί του, μνημονεύει ἐκεῖνον ποὺ ἔδωσε ἐξουσία νὰ πατοῦμε πάνω σε φίδια καὶ σκορπιούς, ἔφτυσε τὸ σκορπιό, τὸν σφράγισε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ τὸν ἐπέδειξε ἀμέσως νεκρό. Ἀμέσως τότε ἄγγελος Κυρίου πῆρε ἕνα θεϊκὸ στεφάνι καὶ στεφάνωσε τὴν κάρα τοῦ μάρτυρα, ἡ στέψη δὲν ἔγινε ἴσως γιὰ τὴ νέκρωση τοῦ σκορπιοῦ, ἀλλὰ γιὰ τὴ σφαγὴ τοῦ ἁγίου στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ θὰ γινόταν μετὰ ἀπὸ λίγο. Γι’ αὐτὸ καὶ τοῦ ἔλεγε ὁ ἄγγελος «Εἰρήνη σὲ σένα, ἀθλητὴ τοῦ Χριστοῦ, νὰ ἔχεις θάρρος καὶ νὰ φανεῖς γενναῖος ἄντρας».

15. Τότε λοιπὸν ὁρισμένοι ἄρχοντες συκοφάντες κατηγοροῦν τὸ Δημήτριο στὸ βασιλιὰ ὡς αἴτιο τῆς σφαγῆς τοῦ Λυαίου. Ὅταν τὸ ἄκουσε ὁ ἴδιος, ἔλεγε πὼς δὲν ἦταν καλὸς οἰωνὸς ἡ συνάντησή του μὲ τὸν ἅγιο στὰ στάδιο. Γι᾿ αὐτὸ βράζοντας ἀπὸ τὸ θυμό του ἐναντίον τοῦ μάρτυρα, διατάζει νὰ τὸν σκοτώσουν μὲ λόγχη, ἐκεῖ μέσα στὶς καμάρες, ὅπου τὸν φρουροῦσαν, πράγμα ποὺ ἔκαναν ἀμέσως μὲ πολλὴ γρηγοράδα οἱ δήμιοι χωρὶς λύπηση στὶς εἰκοσιέξι Ὀκτωβρίου.

16. Καὶ τὸ μαρτύριο τοῦ ἀθλητῆ ἦταν σύντομο καὶ χαλαρό, ὁ ἴδιος ὅμως ἐπιθυμοῦσε νὰ ὑποστεῖ τὸ μαρτύριο ὄχι μόνο σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα, ἀλλὰ γιὰ πολλὲς ἡμέρες καὶ μὲ περίπλοκα βάσανα γιὰ τὴν ἀγάπη του στὸ Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ καρδιογνώστης Θεός, ἐπειδὴ δέχτηκε τὴ στιγμιαία σφαγὴ ὡς πολύχρονο μαρτύριο καὶ τὴ συντομία της ὡς διαρκέστερο μαρτύριο, τὸν στεφάνωσε γιὰ τὴν πρόθεσή του καὶ τὸν ἐφοδίασε μὲ πολλὲς θαυματουργικὲς ἱκανότητες καὶ ἰαματικὰ χαρίσματα, μὲ ἀποτέλεσμα ἡ ἴδια ἡ κιβωτὸς τοῦ ἁγίου λειψάνου νὰ ἀναδίδει συνέχεια τὸ μύρο, σὰν πηγὴ τοῦ ζῶντος ὕδατος, ὥστε πιὸ εὔκολα νὰ λιγοστεύει τὸ νερὸ τῆς πηγῆς, παρὰ νὰ λιγοστέψει ποτὲ ἐκείνη ἡ πηγὴ τοῦ μύρου. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο λοιπὸν ὁ γενναιόδωρος Θεὸς γνωρίζει νὰ ἀνταποδίδει τὴ δόξα σ᾿ ὅσους τὸν δοξάζουν.

17. Καὶ ὁ Λοῦπος, ὁ ὑπηρέτης τοῦ μάρτυρα βλέποντας τὴ σφαγὴ τοῦ ἀφέντη του ἀποκομίζει σημαντικὸ κέρδος. Ἀφοῦ πῆρε λοιπὸν τὸ ὀράριο τοῦ ἁγίου καὶ τὸ βασιλικὸ δαχτυλίδι ἀπὸ τὸ χέρι του καὶ τὰ ἔβαψε μέσα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, ἐπιτελοῦσε μὲ αὐτὰ θεραπεῖες κάθε νοσήματος καὶ ἀπομάκρυνε τὰ πονηρὰ πνεύματα. Ἐπειδὴ ἡ φήμη τῶν θαυμάτων ἐξαπλώθηκε σ᾿ ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ γύρω ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη, ἔφτασε μέχρι καὶ στὸ βασιλιά, ὁ ὁποῖος παθιασμένος ἀπὸ τὸ θυμὸ διέταξε νὰ σκοτώσουν καὶ τὸ Λοῦπο, τὸν ὁποῖο σκότωσαν στὸ λεγόμενο δημαρχεῖο τῆς πόλης τῆς Θεσσαλονίκης.

18. Τὸ καλλίνικο καὶ πανάγιο λείψανο τοῦ ἁγίου Δημητρίου βρισκόταν περιφρονημένο ἀπὸ φόβο στὸ βασιλιὰ καὶ τοὺς διῶχτες. Τὴ νύχτα ὅμως, τὸ ἔκλεψαν ὁρισμένοι πιστοὶ ἄνθρωποι καὶ τὸ ἔκρυψαν στὸ χῶμα, ὅσο μποροῦσαν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν μπορεῖ νὰ κρυφτεῖ μιὰ πόλη, ποὺ βρίσκεται στὴν κορφὴ τοῦ βουνοῦ, οὔτε αὐτὸ τὸ ἄφησε νὰ κρυφτεῖ ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων, ἀλλὰ ἔγινε ξακουστὸς σ᾿ ὁλόκληρη τὴ Μακεδονία καὶ τὴ Θεσσαλία ὁ ἅγιος μὲ τὰ θαύματά του δηλαδή, μὲ τὰ ὁποῖα νικήθηκαν οἱ αὐθάδειες τῆς μανίας τῶν εἰδώλων καὶ λαμπρύνονταν τὰ δόγματα τῆς ἄμεμπτης πίστης τῶν χριστιανῶν.

19. Τότε λοιπὸν ἕνα εὐσεβὴς καὶ ἔνδοξος ἄντρας, ποὺ τὸν ἔλεγαν Λεόντιο, καὶ ἔγινε ὕπαρχος τοῦ Ἰλλυρικοῦ, πήγαινε στὴ χώρα τῶν Θρακῶν καὶ ἀρρώστησε ἀπὸ ἀνίατη ἀσθένεια· τὸν ὁδήγησαν οἱ δικοί του στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης μ᾿ ἕνα φορεῖο καὶ τὸν ξάπλωσαν πάνω στὸ ἰαματικὸ μνῆμα τοῦ μάρτυρα καὶ ἀμέσως ἔγινε ἐντελῶς καλά, μὲ ἀποτέλεσμα καὶ ὁ ἴδιος ὁ ὕπαρχος καὶ ὅλοι οἱ γύρω του νὰ θαυμάζουν τὴν ταχύτατη βοήθεια τοῦ μάρτυρα, νὰ δοξάζουν τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἐγκωμιάζουν τὸ μάρτυρά του Δημήτριο.

20. Αὐτὸς λοιπὸν κατέστρεψε τὶς καμάρες τῶν καμινιῶν καὶ τὰ κτίσματα τῶν θερμῶν λουτρῶν καὶ καθάρισε ἐντελῶς τὸν τόπο ἀπὸ ὅλα τα ξύλα καὶ τὰ σκουπίδια, ἀνήγειρε πανέμορφο καὶ πάνσεπτο ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἀνάμεσα στὸ δημόσιο λουτρὸ καὶ στὸ στάδιο, ποὺ ἀναφέραμε προηγουμένως, τὸν ὁποῖο κόσμησε μὲ δαπάνη πολλῶν χρημάτων καὶ τὸν ἔκανε πολὺ λαμπρό. Αὐτὸς μέχρι καὶ σήμερα καμαρώνει σὰν ἐπίγειος οὐρανός, γιατὶ τὸν ἔχει κάνει ἔνδοξο ἡ πηγὴ τῶν θαυμάτων, αὐτὸς φέρει πάντα τὴ θεοβρυτη λάρνακα τοῦ μύρου ὡς ἀνεξάντλητη πηγή, αὐτὸς ὑπάρχει παυσίπονο φάρμακο, ποὺ θεραπεύει τὰ διάφορα νοσήματα, αὐτὸς ἔχοντας ὡς ἀσυναγώνιστο οἰκοδεσπότη τὸν ξακουστὸ Δημήτριο δὲν θὰ φοβηθεῖ τὶς ἐπιδρομὲς τῶν βαρβάρων ἐχθρῶν, αὐτὸς πολλὲς φορὲς εἶναι ἡ λύτρωση τῶν αἰχμαλώτων, μὲ ἀποτέλεσμα πολλὲς φορὲς νὰ βρίσκονται αἰχμάλωτοι σ᾿ ἐκεῖνον τὸν ἱερὸ ναὸ μαζὶ μὲ τὶς ἁλυσίδες τους καὶ ἀπὸ τὴ Συρία καὶ ἀπὸ ἄλλες βαρβαρικὲς χῶρες καὶ νὰ λένε ὅτι τοὺς ἁρπάζει ὁ ἅγιος Δημήτριος καὶ τοὺς διασώζει φέρνοντάς τους μετέωρους μέχρι τὸ ναό του.

21. Καὶ ὄχι μόνο αὐτῶν ἀλλὰ καὶ τῶν πιστῶν βασιλιάδων εἶναι σύμμαχος αὐτὸς ὁ ἱερὸς ὁπλίτης, στὸν ὁποῖο καὶ ἐγὼ γεμάτος χαρὰ θὰ ἀπευθύνω λίγους χαιρετισμοὺς καὶ θὰ τελειώσω τὸ λόγο μου.

22. Χαῖρε, ἀσυναγώνιστε στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ τρισευτυχισμένε Δημήτριε, γιατὶ σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλο, ἀγωνίστηκες τὸν ὡραῖο ἀγώνα, ἔχεις τρέξει τὸ δρόμο μέχρι τὸ τέρμα, ἔχεις διαφυλάξει τὴν πίστη καὶ στεφανώθηκες ἐπάξια ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ τὸ στέφανο τῆς δικαιοσύνης.

Χαῖρε μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἂν καὶ ἔχεις δεχτεῖ καὶ σὺ στὸ σῶμα σου τὶς πληγὲς ποὺ δέχτηκε ὁ Χριστός, ἀνέβηκες στὸν ἴδιον μὲ χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἔγινες πράγματι μιμητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνος βέβαια γιὰ χάρη ὅλων μας δέχτηκε τὴ λόγχη ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ στρατιώτη στὴν ἀμόλυντη πλευρά του καὶ σὺ ὡς εὐσεβὴς στρατιώτης του γιὰ χάρη τῆς ἀγάπης τοῦ δέχτηκες τὴ λόγχη στὴ φυλακὴ ἀπὸ ἀσεβεῖς στρατιῶτες.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ ἔχεις πλουτίσει μὲ τὴν ἀγγελικὴ χάρη καὶ ἀποδεικνύεσαι ἐπίγειος ἄγγελος καὶ οὐράνιος ἄνθρωπος γεμάτος δόξα.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, γιατὶ εἶσαι μυημένος στὴ χάρη καὶ ἐλευθερωτὴς τῶν αἰχμαλώτων καὶ πολὺ γρήγορος γιατρὸς τῶν διάφορων ἀσθενειῶν.

Χαῖρε, μάρτυρα Δημήτριε, μαζὶ μὲ τὸ Γεώργιο καὶ τὸ Θεόδωρο, τοὺς συναθλητὲς καὶ συμμέτοχούς σου, τὸ τρισευτυχισμένο ὅπλο τῶν εὐσεβῶν βασιλιάδων μας, τὸ ξίφος τους μὲ τὶς τρεῖς αἰχμὲς ἐναντίον τῶν ἄθεων βαρβάρων, τὸ τριπλὸ τεῖχος τῆς βασιλικῆς αὐλῆς, τὸ τρίσπαθο κάρφωμα στὴν καρδιὰ τῶν σκληρῶν ἐχθρῶν, τὸ τριστόλιστο στέμμα τῶν βασιλιάδων μας, τὸ τριπλὸ φῶς τῆς ὁδοιπορίας τοὺς μέρα καὶ νύχτα, τὸ τριπλὸ ὅπλο τοῦ ἐκφοβισμοῦ τους καὶ τὸ πολὺ ἀγαπητὸ καὶ ἰσάριθμό της Τριάδος.

Χαῖρε, γιατὶ ἔχεις ἀξιωθεῖ τὴν ἀκατάπαυτη χαρὰ καὶ εἶσαι συνοδὸς τῶν πιστῶν βασιλιάδων. Καὶ ἐγὼ τὸ γνωρίζω ὅτι νικιέται ἡ παράταξή μας σὲ περίοδο πολέμου. Ἀλλὰ δὲν ρίχνουμε τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἥττα στὴν ἀδράνεια αὐτῶν τῶν στρατηγῶν, ἀλλὰ οἱ καρποὶ τῶν κακῶν πράξεων κάνουν πιὸ ἰσχυρούς τους ἐχθρούς μας ἐναντίον μας. Πῶς λοιπόν, ἀναφέρει ὁ προφήτης, ἕνας θὰ καταδιώξει χίλιους καὶ δύο θὰ μετακινήσουν μυριάδες καὶ τὰ ἀκόλουθα.

23. Καὶ ὁ ἅγιος ἐκεῖνος ἄνθρωπος, ὁ Λεόντιος, ὅταν ὁλοκλήρωσε τὸν πανσεβάσμιο ναὸ τοῦ μάρτυρα καὶ ἐπρόκειτο νὰ φύγει στὸ Ἰλλυρικό, σκεπτόταν νὰ πάρει μαζί του κάποιο λείψανο, γιὰ νὰ ἀνεγείρει καὶ ἐκεῖ ναὸ στὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου. Ὁ ἅγιος ὅμως τὴ νύχτα παρουσιάστηκε σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ ἔκοψε τὴν ὁρμή. Τότε λοιπὸν ὁ ἄνθρωπος πῆρε τὴ χλαμύδα τοῦ ἁγίου καὶ ἕνα μέρος ἀπὸ τὸ ὀράριο, ποὺ ἦταν βαμμένα κατακόκκινα στὸ αἷμα τοῦ ἁγίου, κατασκεύασε ἀργυρὴ λειψανοθήκη, τὰ ἀπέθεσε μέσα σ᾿ αὐτὴν καὶ συνέχισε τὸ δρόμο του.

24. Ὅταν ἔφτασε σ᾿ ἕναν ποταμό, ποὺ τὸν λένε Δούναβι, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ περάσει ἀπὸ τὸ θυελλώδη καιρὸ καὶ τὸ φούσκωμα τοῦ ὁρμητικοῦ ρεύματος, καθόταν καὶ περίμενε νὰ λιγοστέψει ὁ ποταμός, αὐτὸς ὅμως πιὸ πολὺ φούσκωνε, ἀντὶ νὰ λιγοστεύει. Καὶ ὁ ἅγιος Δημήτριος παρουσιάστηκε νύχτα σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Διῶξε ἀπὸ μέσα σου κάθε δειλία καὶ ἀπιστία, ἀνέβα πάνω στὸ πλοιάριό σου, πάρε στὰ χέρια σου τὴ σορὸ ποὺ φέρνεις μαζί σου καὶ πέρνα ἄφοβα τὸν ποταμὸ μαζὶ μὲ τὴ συνοδεία σου». Καὶ ὁ ἄνθρωπος ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα, πέρασε ἀβλαβὴς τὸν ποταμὸ καὶ ἔτσι διασώθηκε καὶ ἀπέθεσε τὴν ἁγία λειψανοθήκη μὲ τὰ ἁγιάσματά της, ἐκεῖ ὅπου ἔχτισε καὶ ἄλλον ναὸ πρὸς τιμὴν τοῦ μάρτυρα ἁγίου Δημητρίου, δίπλα στὸ σεβάσμιο ναὸ τῆς καλλίνικου μάρτυρας Ἀναστασίας, ἀπ᾿ ὅπου ξεχύθηκαν πολλοὶ ποταμοὶ θαυμάτων. Ἀπὸ αὐτούς, Χριστὲ βασιλιά μου, ἀφοῦ μᾶς ποτίσεις, ὡς ποταμὸς τῆς εἰρήνης, γέμισέ μας, φώτισε, καθάρισε, θεράπευσε τὶς ψυχές μας μαζὶ καὶ τὰ σώματά μας μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ ὑπηρέτη Σου καὶ μάρτυρα Δημητρίου καὶ τῆς ἄχραντης Θεοτόκου, γιὰ νὰ δοξαστεῖ καὶ ἀπὸ ἐδῶ τὸ πανάγιο ὄνομά Σου, γιατὶ Σοῦ πρέπει κάθε δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνηση, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα Σου καὶ τὸ ἅγιό Σου πνεῦμα πάντοτε, καὶ τώρα καὶ γιὰ πάντα καὶ στοὺς αἰῶνες Ἀμήν.
Συμεών μοναχὸς καὶ φιλόσοφος,
Ἐγκωμιαστικὸς λόγος εἰς τὸν ἅγιον καὶ πανένδοξον μεγαλομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, ΔΗΜΗΤΡΙΟΝ

1. Φίλοι τοῦ μάρτυρα, σήμερα μᾶς συγκέντρωσε ὁ σπουδαῖος ἀνάμεσα στοὺς ἀγωνιστὲς τοῦ Χριστοῦ Δημήτριος, ὁ ἀληθινὸς πολιοῦχος καὶ θερμοτατος προστάτης μας, προσφέροντάς μας τοὺς ἄθλους του σὲ πνευματικὸ συμπόσιο.

Ὅτι ἦταν λοιπὸν ξεχωριστὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ ὑπερεῖχε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους σὲ δύο πράγματα, στὴ γενιὰ καὶ τὴν εὐημερία τῆς φύσης, καθὼς καὶ στὴ σύνεση τῶν θείων καὶ τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπινων εἶναι φανερὸ ἀπὸ πολλά, ποὺ τὸ δείχνουν καθαρά, ὅλα ὅσα σχετίζονται μ᾿ αὐτόν, ὅτι ἦταν ὅμως καὶ στοὺς ἄθλους ἀσυναγώνιστος, τὸ ἐπιβεβαιώνουν αὐτὰ ποὺ βλέπουμε.

Ποιὰ τιμὴ λοιπὸν τόσο μεγάλη καὶ ὑπέροχη, καὶ χοροστάσια μὲ τὴ συμμετοχὴ ὅλου του λαοῦ καὶ ἄσματα γεμάτα χάρη, τοῦ ἔχουν ἀποδώσει ἀκόμη καὶ οἱ ἴδιοι οἱ βασιλιάδες περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον;

Καὶ ἂν αὐτὰ ποὺ τελοῦμε ἐδῶ γιὰ τὰ μαρτύρια καὶ τοὺς ἄθλους του, ποὺ ἔκανε γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἀποδεικνύουν τόσο σπουδαῖο καὶ λαμπρό, πόσο σπουδαῖο θὰ τὸν ἀναδείξει ἡ εὐτυχία του στοὺς οὐρανούς;

Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι νικητὴς σὲ κάθε λόγο, δὲν εἶναι καθόλου ἄξιο ἀπορίας ἂν θὰ κατανικήσει καὶ τοὺς δικούς μας ἐπαίνους. Ἀπὸ ἐδῶ λοιπὸν θὰ ἀποδειχτεῖ πολὺ περισσότερο ἄξιος θαυμασμοῦ, γιατὶ ὑστεροῦν ὅλοι λόγω τῆς ἀνωτερότητας τῆς δόξας του καὶ θὰ δοξαστεῖ περισσότερο, γιατὶ μειονεκτοῦν ὅλοι μετὰ ἀπὸ αὐτόν.

2. Θὰ ἀδιαφορήσουμε λοιπὸν γιὰ ἕνα τόσο σπουδαῖο θέμα ἂν καὶ ἔχουμε ἀνταποκριθεῖ πιὸ ἀργὰ ἀπὸ τὸν κατάλληλο χρόνο καὶ γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε κατώτεροι ἀπὸ τοὺς προηγούμενους ὁμιλητές του μάρτυρα; Τόσο πολὺ θὰ διστάσουμε, ὥστε νὰ νομίζουμε ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν τὸν ἐγκωμιάζουμε τιμοῦμε περισσότερό τους ἑαυτούς μας καὶ καθαγιάζουμε τὴ γλώσσα; Σὲ καμιὰ περίπτωση. Καὶ αὐτὸ λοιπὸν τὸ ὅτι δὲν ἐπαρκοῦν οἱ λόγοι γιὰ τὴν ἀξία ἐκείνου καὶ ὑποχωροῦν μπροστὰ στὸ μεγαλεῖο του ἀποτελεῖ μεγάλη φιλοδοξία γιὰ ὅσους τὸν ἐπαινοῦν. Τόσο μεγάλη δόξα εἶναι ὁ ἔπαινος τοῦ μάρτυρα.

3. Μιὰ καὶ ἔχω τονίσει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ προοίμιο τοῦ λόγου ὅτι αὐτὸς ἦταν ἐξαιρετικὸς σὲ ὅλα καὶ πανένδοξος καὶ στὰ δύο, ἀπὸ ποῦ νὰ ἐπιχειρήσω νὰ πλέξω τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων; Ἀπὸ ὅπου λοιπὸν καὶ νὰ θελήσουμε, θὰ βροῦμε εὔκολα πολλὰ καὶ σπουδαία καὶ δὲν θὰ παραχωρήσουμε γενικὰ (ἐνν. τὸ ὑφάδι τῶν ἐγκωμίων) σὲ κανέναν ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ ἔχουν τὴν ἐξουσία καὶ τὰ πρωτεῖα, μέχρι ποὺ κανεὶς λόγος δὲν θὰ μὲ πείθει ὅτι δὲν καμαρώνουν οἱ μάρτυρες μὲ τοὺς ἐπαινετικοὺς λόγους, ποὺ ἀφιερώνονται σ᾿ αὐτούς, σὰν νὰ εἶναι δικοί τους.

Νὰ μιλήσει λοιπὸν κανεὶς γιὰ τὴ γενιά του, ποιὰ ἦταν, καὶ γιὰ τὴν οἰκογενειαά του καὶ γιὰ τὴν πατρίδα του καὶ γιὰ τὴ στρατιωτική του δύναμη καὶ τὴν ἐπαγγελματική του σταδιοδρομία καὶ τὴν εὐτυχία καὶ τὸν κλῆρο, τὰ ὁποῖα κέρδισε μὲ ἀφθονία χάρη στὴν εὐσέβεια καὶ στὶς δύο ζωές του, θὰ τραβοῦσε πολὺ μακριά, εἶναι κοπιαστικό, καὶ ἀποτελεῖ ἔργο τῆς ἱστορίας καὶ ὄχι τοῦ ἐγκωμίου. Μὲ τὴν ἐξαίρεση ὅμως νὰ ποῦμε ὅσα θὰ ἔπρεπε, εἶχε εὐγενικὴ καταγωγὴ σὰν ἕνας ἄλλος Ἰώβ, δὲν ἦταν βέβαια βασιλιάς, ὅπως ἐκεῖνος, τῆς Ἀνατολῆς ἢ τῆς Δύσης, γιὰ νὰ μιλήσουμε πιὸ οἰκεία, ἀλλὰ ἦταν ἀνθύπατος τῶν δικῶν μᾶς βασιλιάδων καὶ τῆς συγκλήτου.

4. Πατρίδα του ἦταν ἡ Θεσσαλονίκη, ὁ ἔνδοξος τόπος μας χάρη σ᾿ αὐτὸν τὸν ἴδιο, περισσότερο φημισμένη ἀπὸ τὶς ὑπόλοιπες πόλεις, καὶ ὑπερέχει ἀπὸ ὅλες σὲ ὅλα, γιὰ ὅσα ἐγκωμιάζεται μιὰ πόλη, πολὺ περισσότερο ὅμως γιατὶ ἔχει πολιοῦχο τὸ μάρτυρα. Ἡ στρατιωτική του καριέρα καὶ τὰ ἄλλα, μὲ τὰ ὁποῖα ἐξυμνεῖται ἡ ἐπίγεια φήμη, ὑπῆρξαν σ᾿ αὐτὸν λαμπρὰ καὶ σπουδαία, τοῦ φαίνονταν ὡστόσο ἀσήμαντα μπροστὰ στὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν εὐτυχία ποὺ προερχόταν ἀπὸ ἐκεῖ καὶ τὴν αἰώνια δόξα. Γιατὶ μόνο τὸ Χριστὸ ἀγαποῦσε καὶ σεβόταν πάνω ἀπ᾿ ὅλους καὶ τὸν κήρυττε σωστὰ καὶ μὲ σαφήνεια στοὺς συμπατριῶτες του.

5. Ὅπως πάντα καὶ τότε τὸ νυχτερινὸ σκοτάδι τὸ διέλυε ὁ ἥλιος, ἔτσι καὶ τὸ σκοτάδι τῆς ἀσέβειας καὶ τῆς μανίας τῶν εἰδώλων, ποὺ ξερνοῦσε ἀπὸ τὰ μύχια του εἰδωλολάτρη Μαξιμιανοῦ, ποὺ κυβερνοῦσε ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ὁ Δημήτριος τὸ διέλυε μὲ τὶς ἀστραπὲς τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπειδὴ σκεφτόταν συνάμα μὲ σοφία καὶ σύνεση, ἀντάλλασσε τὸν πρόσκαιρο καὶ ἄθεο βασιλιὰ μὲ τὸν ἀληθινὸ καὶ αἰώνιο, καὶ γινόταν ἀπὸ ὕπατος ἀπόστολος καὶ ἀπὸ ἰλλούστριος γνώστης τῶν θείων μυστηρίων. Γιατὶ γνώριζε τὸ ἀνώτερο καὶ προοριζόταν μᾶλλον νὰ τὸν ρίξουν στοὺς ναοὺς τοῦ Θεοῦ παρὰ στὰ ἀνάκτορα τῶν ἁμαρτωλῶν βασιλιάδων, ποὺ ἀποπνέουν ἀσέβεια.

6. Αὐτὴ ἡ μεγαλόπολη λοιπὸν τὸν εἶχε ὅπως τώρα δὰ καὶ τότε καὶ ὑπέρλαμπρο ἄστρο τῆς αὐγῆς ποὺ ὑπερεῖχε μὲ τὴν ἀκτινοβολία τῆς εὐσέβειας τοῦ θείου καὶ νοητοῦ ἡλίου καὶ μὲ τὸ φεγγοβόλημα τῆς ψυχῆς, καθόλου κατώτερο ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴ ὀμορφιὰ τοῦ σώματος ποὺ ἦταν στὸ ἄνθος της καὶ ἀκτινοβολοῦσαν ἀπὸ πολὺ μακριά.

7. Καὶ ὁ Μαξιμιανὸς λοιπόν, Ἐρκούλιος στὴ γενιὰ καὶ στὴ συμπεριφορὰ συνάμα, ὁρμᾶ στὴν περιοχὴ τῶν Ἰλλυριῶν σὰν ἀπειλητικὸ σύννεφο, ποὺ φέρνει τὴν καταστροφή· γιατὶ ἦταν ἰσχυρὸς στὴν ἀσέβεια συνάμα καὶ στὴ σκληρότητα, κομπάζοντας καὶ μὲ ἄλλον τρόπο γιὰ τὴν τυραννία του, κυρίως ὅμως καυχιόταν μὲ τὶς νίκες τοῦ κατὰ τῶν Σαυροματῶν καὶ τῶν Γότθων. Μπαίνει λοιπὸν πρῶτα σ᾿ αὐτὴν ἐδῶ τὴν πόλη καὶ παραμένει μὲ ἀλαζονεία καὶ μὲ κακία, δυναμώνοντας συνάμα καὶ κατοχυρώνοντας τὴν ἀσέβεια.

8. Καὶ ὅταν ξεχύθηκε στὴ Δύση σὰν μιὰ ὁμίχλη καὶ ἄγρια θύελλα καὶ αἰγυπτιακὸ σκοτάδι, ποιὸς θὰ μποροῦσε νὰ περιγράφει λοιπὸν ἱκανοποιητικὰ τὶς συμφορὲς καὶ τὸν πόλεμο κατὰ τῶν χριστιανῶν; Ὁ λόγος εἶναι σύντομος καὶ ὁ χρόνος δὲν ἐπαρκεῖ.

Ἐκεῖνοι λοιπὸν ποὺ μιλοῦσαν μὲ τόλμη γιὰ τὴν εὐσέβεια καὶ κατέφευγαν στοὺς ἀγῶνες, πέθαιναν μὲ διάφορα φοβερὰ βασανιστήρια, ὅσοι ὅμως λόγω τῆς ἀσθενικῆς φύσης φοβόντουσαν λίγο ἀκόμη τὴ δοκιμασία, κρύβονταν στὶς σπηλιὲς καὶ τὰ βουνὰ καὶ τὰ ἀνοίγματα τῆς γῆς.

Τότε λοιπὸν ὁ λαμπρὸς λυχνίτης τῆς εὐσέβειας Δημήτριος, ποὺ δὲν κρυβόταν ἔξω καὶ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του, ἀλλὰ στὸ κέντρο της, γιὰ νὰ μὴ νομίσει κανεὶς ὅτι ἀποφεύγει τὸ μαρτύριο ἢ ἔχει δισταγμοὺς γιὰ τὸν ἀγώνα ἢ ἀπαρνιέται τοὺς κόπους (μὲ ποιὸν τρόπο ἄλλωστε θὰ ἔκανε αὐτὸ τὸ πράγμα, αὐτὸς ποὺ ἔκανε πολλοὺς μάρτυρες μὲ τὶς σοφές του παραινέσεις), ἀλλὰ γιὰ νὰ ὁδηγήσει περισσότερους στὸ Χριστὸ μὲ τὴ διδασκαλία, διοχέτευε πλούσια σ᾿ αὐτοὺς ποὺ τὸν πλησίαζαν τὸ θεῖο φωτισμό. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ κρυφτεῖ ὁλόκληρο τὸ λυχνάρι κάτω ἀπὸ τὸ μόδι.

Γιατὶ σὲ κάθε μέρος ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στὴ μανία τῶν εἰδώλων καὶ ὑπηρετοῦσαν τοὺς κυβερνῆτες τῆς ἀσέβειας, ὠμὰ καὶ χωρὶς ἔλεος γύριζαν παντοῦ καὶ ἔψαχναν τὰ πλήθη τῶν χριστιανῶν, γεμίζοντας χαρὰ μὲ τὸ αἷμα τῶν μαρτύρων καὶ σὰν νὰ χόρταιναν ἀκόμη καὶ μὲ αὐτὸ μιμούμενοι τὴν αἱμοβόρα διάθεση τῶν δαιμόνων, ποὺ λάτρευαν οἱ ἴδιοι.

9. Καὶ γιατὶ πρέπει νὰ ὑπερβοῦμε τὸ λόγο; Σ᾿ αὐτὸν τὸν πανένδοξο Δημήτριο φτάνουν πιὰ μὲ ὁρμὴ σὰν ἄγρια θηρία στὶς ὑπόγειες στοές, ὅπου κρυβόταν, καὶ μὲ μεγάλη χαρά, γιατὶ τάχα πέτυχαν τὸ πιὸ σπουδαῖο θήραμα καὶ ἀπέδωσαν μεγαλύτερη εὐγνωμοσύνη στὸ Μαξιμιανό, ἔσυραν ὀδηγώντας ὡς ὑπεύθυνο τὸν ἀνεύθυνο.

10. Ἀλλὰ αὐτοὶ συνέλαβαν τὸν ἅγιο καὶ πήγαιναν βιαστικὰ μὲ μεγάλη χαρὰ στὸ βέβηλο καὶ ἐκεῖνος ὁ ἀσεβὴς Μαξιμιανὸς ποὺ διασκέδαζε μὲ τὴν εὐμένεια τῶν ὑπηκόων του καὶ ἔκανε διασκέδαση ὁλόκληρη τὴ ζωή του, πήγαινε βιαστικὰ στὸ στάδιο τῆς πόλης, γιὰ νὰ παρακολουθήσει τὰ πένταθλα, τὰ ὁποῖα γνωρίζουν πιὸ πολὺ ἀπὸ τοὺς ἄλλους οἱ ἄνθρωποι τοῦ θεάτρου, καὶ τὰ ὁποῖα μακάρι νὰ μὴν εἶχαν ὀνομασία, οὔτε νὰ ἦταν γνωστά, στὴν πραγματικότητα ὅμως, γιατὶ χαιρόταν μὲ τὶς αἱματοχυσίες καὶ ἱκανοποιοῦνταν μὲ τὸ φόνο τῶν ἀνθρώπων.

Ὑποστήριζε λοιπὸν πολὺ κάποιον Λυαῖο, ποὺ καταγόταν ἀπὸ τὸ ἔθνος τῶν Βανδάλων, ὁ ὁποῖος ὑπερίσχυε ἀπ᾿ ὅλους τους ἄλλους καὶ στὸ μέγεθος καὶ τὴ δύναμη τοῦ σώματος καὶ διέτρεχε μὲ μεγάλη πείρα μέσα ἀπὸ τὶς σανίδες τῶν μαγγάνων, καὶ ὁ ὁποῖος ὅταν συμπλεκόταν μὲ πολλοὺς σὲ ἀγῶνες, πολλοὺς μέσα ἀπὸ τέτοια μονομαχία τοὺς ἔστειλε στὸ θάνατο.

Καθὼς λοιπὸν αὐτὸς πήγαινε μὲ σκοπὸ νὰ παρακολουθήσει τέτοια θεάματα καὶ εἶχε προετοιμαστεῖ ἐντελῶς γιὰ τὸ θέατρο, τὸν συνάντησε ὁ σπουδαῖος Δημήτριος, καθὼς τὸν ὁδηγοῦσαν σ᾿ αὐτόν.

11. Τώρα ὅμως ὁ λόγος γίνεται γεμάτος ἀγωνία, γιατὶ ἔφτασε στὸ σπουδαιότερο μέρος τῶν ἀγώνων τοῦ στεφανωμένου μάρτυρα. Μὲ ποιὸν τρόπο λοιπὸν θὰ περγράψω ἀντάξια εἴτε τὸ θράσος τοῦ τυράννου εἴτε τὴ σταθερότητα τοῦ ἁγίου; Αὐτὸς πήγαινε πάνω στὴν ἅμαξα μὲ μεγάλη ἔπαρση καὶ φούσκωνε σύμφωνα μὲ τὴ συμπεριφορὰ τοῦ Φαραώ, σὰν ἄλλος Αἰγύπτιος, βλασφημώντας τὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ καὶ ἐξαπολύοντας ὑβριστικὰ λόγια κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ καὶ ὅσοι προπορεύονταν καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν δυνάμωναν τὸ βόρβορο τῆς θρασύτητας καὶ φούντωναν τὴ φλόγα τῆς ἀλαζονίας.

Καὶ αὐτὸς ὁδηγοῦνταν μὲ χαμηλωμένα μάτια, ὅπως ὁ Χριστός μας στὸ παρελθὸν στὸν Ἡρώδη καὶ τὸν Πιλάτο ἀποστρέφοντας τὸ πρόσωπο νὰ κοιτάξει μὲ ἐκεῖνο τὸ βλέμμα τοῦ μαρτυρίου τὰ πρόσωπα τῶν ἀσεβῶν. Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ μὲ τοὺς σωματοφύλακές του ἀπηύθυνε αὐτὲς τὶς ἄθεες καὶ ἀσεβεῖς ἐρωτήσεις, δηλαδὴ ἂν εἶναι χριστιανὸς καὶ ἂν τὸ ἐπιβεβαιώνει ὅτι εἶναι καὶ δὲν ἔχει ἀλλάξει τὸ χαρακτήρα του.

Καὶ αὐτὸς δείχνοντας τὸ πρόσωπο καὶ τὴν ψυχή, γεμάτα χάρη καὶ λαμπρότητα μὲ καθαρὴ καὶ γεμάτη σύνεση φωνή, συντάραξε τὰ αὐτιὰ τοῦ ἀσεβοῦς. Καὶ εἶπε «δὲν ἤθελες ἐσὺ βέβαια, σοφὲ στὰ μάταια καὶ ἰσχυρὲ στὴν ἀσέβεια νὰ εἶμαι καὶ νὰ ὀνομάζομαι χριστιανὸς καὶ νὰ λατρεύω τὸν κτίστη ἀπ᾿ ὅ,τι βέβαια τὴ κτίση, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ κάνω μαζὶ μὲ σένα ἀνόητες ἐνέργειες καὶ νὰ προσκυνῶ τὴν ἄψυχη καὶ ἀναίσθητη ὕλη καὶ νὰ βάλω ἐμένα πάνω ἀπ᾿ ὅσα ἔχουν γίνει γιὰ χάρη μου καὶ ὄχι βέβαια τὸ Θεὸ ποὺ δημιούργησε τὰ πάντα ἀπὸ τὸ μηδὲν καὶ τὰ ἔστησε μὲ θαυμαστὸ τρόπο.

Ἀλλὰ ἐγὼ βέβαια δὲν τυφλώνω τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου, καὶ ὅπως ἐσὺ ποὺ εἶσαι μύωπας στὸ θεῖο φῶς ἢ προσπαθεῖς νὰ κλείσεις τὰ μάτια στὴν ἀλήθεια, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἐξευμενίζεις ἀποστάτες καὶ ψυχοφθόρους θεοὺς μὲ ξόανα καὶ ἀγάλματα καὶ σπονδὲς καὶ κνίσες καὶ νὰ πηγαίνεις νὰ βγάζεις δόγμα γιὰ τὴ κτίση μπροστὰ στὸ δημιουργό. Μακάρι καὶ σὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐπανερχόσουν ἀπὸ τέτοια πλάνη καὶ νὰ μὴν προσπαθοῦσες νὰ κάνεις καὶ πολλοὺς ἄλλους συμμέτοχους στὴν καταστροφή σου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποκάμεις ἀπὸ τὰ πάντα, πολέμησε μόνο ἐκεῖνο ποὺ μπορεῖς νὰ πολεμήσεις, τὸ σῶμα καὶ πλήγωσέ το καὶ χτύπησέ το μὲ ὁποιοδήποτε χτύπημα θανάτου. Πάλι λοιπὸν αὐτὸ θὰ τὸ λάβω ἄφθαρτο στὴν Ἀνάσταση καὶ θὰ δοξαστῶ αἰωνίως μαζὶ μὲ τὸ Χριστό, γιὰ τὸν ὁποῖο ὑποφέρω προσωρινά. Γιατὶ οὔτε σύ, οὔτε ἄλλος ἄνθρωπος ἔχει ἀποκτήσει τὴν ἐξουσία νὰ τιμωρεῖ τὴ νοερὴ ψυχή, παρὰ μόνο ὁ Θεός».

12. Μπροστὰ λοιπὸν σὲ τέτοια καὶ τόσο μεγάλη τόλμη τοῦ περίφημου καὶ ἐκλεκτοῦ μας ὁ ἀσεβὴς ἀφοῦ ἀπόκαμε μὲ ἔκπληξη καὶ σαστιμάρα καὶ ἀκόμη ἐπειδὴ πήγαινε βιαστικὰ στὸ στάδιο καὶ γιὰ τὰ ἄλλα θεάματα καὶ κυρίως γιὰ τὴ μονομαχία τοῦ Λυαίου, διέταξε τελικὰ νὰ φρουροῦν τὸν ἅγιο κάπου ἐδῶ, στὶς στοὲς κάποιου δημόσιου λουτροῦ κοντὰ στὸ στάδιο. Καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ὁ μάρτυρας συνέτριψε τὰ ψυχοφθόρα βέλη τῶν λόγων τοῦ ἀσεβοῦς, γιατὶ δὲν ταίριαζε νὰ χαρακτηρίσουμε διαφορετικά τα βλάσφημα λόγια του, καὶ πέτυχε τὸν πρῶτο ἄθλο του σύμφωνα μὲ τὸ Χριστὸ καὶ νίκησε δυναμικὰ αὐτὸν ποὺ κυριαρχοῦσε σὲ πολλοὺς μὲ τὴν τυραννία του.

13. Καὶ τὸν ἀθλητὴ λοιπὸν ἀκολούθησε ἡ φυλακὴ καὶ ἀντὶ τοῦ Μαξιμιανοῦ προσπαθοῦσε νὰ τὸν κεντρώσει ἕνας σκορπιός· γιατὶ ὁ ἐχθρός των ἁγίων εἶναι προορισμένος ἀπὸ τὴ φύση του νὰ ἐπιτίθεται σ᾿ αὐτοὺς μὲ ὅλα τα μέσα καὶ νὰ καταντροπιάζεται, γιατὶ νικιέται παντοῦ· μὲ τὸ χέρι λοιπὸν τοῦ μάρτυρα, ποὺ σχημάτισε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ὁ σκορπιὸς φάνηκε καθαρὰ ἀμέσως νεκρὸς καὶ ἀδρανής.

14. Ὁ Μαξιμιανὸς ὅμως κάθισε στὴν πρώτη θέση στὸ στάδιο μαζὶ μὲ τοὺς συνέδρους του καὶ ξεκίνησε νὰ καλεῖ μὲ τοὺς κήρυκες ὅποιους ἤθελαν νὰ μονομαχήσουν μὲ τὸ Λυαῖο· καὶ ἐνῶ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶχαν φοβηθεῖ τὴ δύναμη καὶ τὸ ψηλὸ ἀνάστημα τοῦ Λυαίου, ἕνας Νέστωρ ἀρκετὰ νέος, χριστιανὸς καὶ στὸ ἦθος καὶ στὴ γενναιότητα καὶ πολὺ πιὸ δυνατὸς στὸ θάρρος καὶ τὴ φρόνηση ἀπὸ τὸ Νέστορα τῆς Πύλου, τρέχει στὸ μάρτυρα, ποὺ βρισκόταν στὴ φυλακή, καὶ τοῦ ἀνακοινώνει τὴν ἀπόφασή του καὶ τοῦ ζητᾶ ἐπίμονα νὰ τὸν βοηθήσει μὲ τὴν προσευχὴ στὴ μονομαχία μὲ τὸν ἐχθρὸ καὶ νὰ καταβάλει τὸ θράσος τοῦ Λυαίου.

15. Πιὸ γρήγορα λοιπὸν ὁ μάρτυρας μὲ τὴν παράκληση στὸ Χριστὸ γιὰ βοήθεια καὶ μὲ τὸ ἐφόδιο τοῦ σταυροῦ προφήτεψε στὸ Νέστορα καὶ τὴ νίκη τοῦ κατὰ τοῦ Λυαίου καὶ τὸ μαρτύριό του γιὰ χάρη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἔστειλε θωρακισμένο στὸ στάδιο.

16. Ἐμφανίζεται λοιπὸν ὁ Νέστωρ μὲ θάρρος στὸ βασιλιά, κάνει φανερὸ τὸ σκοπὸ τῆς παρουσίας του, τὸν εὐσπλαχνίζονται ὅλοι καὶ μόνο γιὰ τὴν τόλμη του, τὸν θαυμάζουν ὁ Μαξιμιανὸς καὶ οἱ σύνεδροί του, τὸν πιέζουν νὰ λάβει χρήματα, ὥστε νὰ ἀπαλλαγεῖ μὲ αὐτὰ ἀπὸ τὸ Λυαῖο καὶ νὰ μὴν ζεῖ μὲ δυσκολία. Ὁ Νέστωρ τοὺς περιγελᾶ ὅλους καὶ τοὺς περιφρονεῖ· δηλώνει φανερὰ ὅτι ἔσπευσε νὰ νικήσει μόνο τὴ θρασύτητα τοῦ Λυαίου· συμπλέκεται μὲ τὸ Λυαῖο, τοῦ δίνει καίριο χτύπημα, σκοτώνει τὸν ἐχθρὸ καὶ τελικὰ ἀφοῦ δήλωσε ὅτι εἶναι χριστιανὸς ἀκολούθησε τὸ δρόμο γιὰ τὸ θάνατο, νίκησε διπλὴ νίκη καὶ κέρδισε διπλὰ ἔπαθλα.

17. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ὅμως ἡ καρδιὰ τοῦ Μαξιμιανοῦ εἶχε γεμίσει μὲ σκοτοδίνη καὶ δὲν μποροῦσε καθόλου νὰ βρεῖ μὲ τί τρόπο θὰ παρηγορηθεῖ γιὰ τὴ συμφορὰ ἀπὸ τὸ θάνατο τοῦ Λυαίου· ἀποδείχτηκε λοιπὸν πιὸ σκληρὸς ἀπέναντι στοὺς χριστιανοὺς ἀπ᾿ ὅ,τι προηγουμένως καὶ βγάζει τὸ πιὸ σκληρὸ διάταγμα νὰ τοὺς ἐξαφανίσει ἀπὸ τὴ γῆ.

18. Καὶ τότε λοιπόν, ὅταν τοῦ θύμισαν γιὰ τὸν καλλίνικο μάρτυρα Δημήτριο, αὐτοὶ ποὺ τὸν κατέτρωγαν μὲ τὰ ἀφανέρωτα σαγόνια τοῦ φθόνου, ὅτι ἀποδείχτηκε κακὸς οἰωνὸς γι᾿ αὐτόν, δίνει διαταγὴ στοὺς σωματοφύλακές του νὰ πᾶνε σ᾿ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ὅπου φρουροῦσαν τὸν ἅγιο, καὶ νὰ τὸν κατασφάξουν μὲ τὶς λόγχες καὶ τὶς ρομφαῖες ὅλων καὶ νὰ τὸν θανατώσουν. Μποροῦσε λοιπὸν νὰ ἀντιληφθεῖ κανεὶς ἕνα θόρυβο καὶ μιὰ ἄτακτη προσέλευση σ᾿ αὐτὸ τὸ μέρος ὅλων αὐτῶν ποὺ ἀνταγωνίζονταν, ποιὸς θὰ βυθίσει πρῶτος τὸ ξίφος στὸ μάρτυρα καὶ θὰ προσφέρει τὴν πιὸ μεγάλη χάρη στὸ Μαξιμιανό. Τὰ διάφορα ξίφη λοιπὸν κατευθύνονταν μὲ μιὰ φορὰ στὸ ἴδιο μέρος τοῦ σώματος καὶ προξενοῦσαν στὸν ἀθλητὴ δυνατοὺς καὶ βίαιους πόνους.

19. Ὅμως ἀπέφυγε ἐκεῖνα τὰ ἀσεβῆ χέρια τοῦ Βριάρεως καὶ τὴν ψυχοφθόρα Χάρυβδη ἢ τὴν ἀναρρόφηση τῆς μανίας τῶν εἰδώλων καὶ μπαίνει στὸ οὐράνιο λιμάνι μὲ εὐχαριστήριους ὕμνους καὶ παρουσιάζεται στὸ Χριστό, γιὰ τὸν ὁποῖο σφαγιάστηκε μὲ προθυμία λάμποντας ἀπὸ τοὺς ἱδρῶτες καὶ ἔχοντας λάβει τὴ θεϊκὴ καὶ ἀπρόσιτη κληρονομιὰ μαζὶ μὲ τοὺς ἀποστόλους καὶ τοὺς προφῆτες καὶ τοὺς μάρτυρες καὶ ὅλους τους ἁγίους ἀπὸ πάντα.

Καὶ τώρα βρίσκεται στοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ ὅλους τους ἁγίους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πῆρε τὰ πιὸ καλὰ ἀπὸ τὸν καθένα καὶ δημιούργησε ἀκριβῶς τὸ πιὸ ὡραῖο εἶδος τῆς ἀρετῆς. Γιατὶ ἄλλου μιμήθηκε τὴ σοφία, ἄλλου τὴ γενναιότητα, ἄλλου τὴν ἐπιείκεια, ἄλλου τὴν πιὸ μεγάλη καρτερικότητα στὸ μαρτύριο, τὰ πάντα ὅσο κανένας, καὶ ἔτσι ὅλα συγκεντρώθηκαν σ᾿ αὐτὸν στὸν ὑπέρτατο βαθμό, ὅσο σὲ κανέναν ἄλλον ἀπὸ τοὺς ὑπόλοιπους. Μὲ τὸ νὰ ἐπιτύχει λοιπὸν ὅλα αὐτά σε ὑπερβολικὸ βαθμό, κυριάρχησε σὲ ὅλους ἀσύγκριτα.

20. Ἂν πρέπει ὡστόσο νὰ ἐπιβεβαιώσουμε τὸ λόγο μας, λίγες ρανίδες αἵματος πλημμυρίζουν συνεχὲς μύρο καὶ τὸ θαῦμα ἔχει ξεπεράσει κάθε ἀνθρώπινη λογική. Ἴσως λοιπὸν ὁ Νεῖλος τῆς Αἰγύπτου καὶ ὁ ὠκεανὸς μὲ τὰ βαθιὰ ρεύματα, ἂν ἀντλοῦνταν ἀπὸ τόσους πολλοὺς καὶ κάθε μέρα, θὰ περιορίζονταν σὲ πολὺ μικρὰ ὅρια.

21. Σχετικὰ λοιπὸν μὲ τὰ θαύματα ποὺ ἔγιναν μέχρι τὶς μέρες μας, ἂν προσπαθήσει κανεὶς νὰ τὰ περιγράψει ἀναλυτικά, μοῦ φαίνεται τὸ ἴδιο σὰν νὰ νομίζει κάποιος πὼς ἀπαριθμεῖ τὰ ἀστέρια τοῦ οὐρανοῦ ἢ τὴν ἄμμο τῆς θάλασσας ἢ τῆς βροχῆς τὶς στάλες μὲ τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου.

Γιατὶ ποιὸς θὰ μπορέσει μέχρι καὶ σήμερα, ἀπὸ τότε ποὺ ἀγωνίστηκε μὲ πάθος γιὰ τὸ Χριστό, νὰ περιγράψει τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων του, ποὺ ἔγιναν παντοῦ καὶ στὴν πόλη του καὶ στὰ περισσότερα καὶ διάφορα μέρη τοῦ κόσμου σὲ ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη, ἐκεῖνα ποὺ ἀποτρέπουν τοὺς ἐχθρούς, ὅταν βρίσκεται μπροστὰ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς στὴ μάχη καὶ στὸν κίνδυνο, ἐκεῖνα ποὺ διαλύουν τὴ μεγάλη πείνα καὶ τὶς μεταδοτικὲς καὶ διάφορες ἄλλες ἀρρώστιες σὲ διαφορετικὲς ἐποχὲς καὶ μὲ διαφορετικοὺς τρόπους, ὅταν συμφωνεῖ μὲ συμπάθεια στὰ αἰτήματα, αὐτῶν ποὺ ζητοῦν, καὶ ὅσα θαύματα ἔγιναν στὴ θάλασσα καὶ ὅσα ἔγιναν σὲ ὅλους καὶ στὸν καθένα χωριστά, ὅταν συμπαραστέκεται καὶ προασπίζει αὐτοὺς ποῦ τὸν παρακαλοῦν;

Ἀκόμη λοιπὸν καὶ ἂν εἶχα, σύμφωνα μὲ τὴν ποίηση, δέκα γλῶσσες καὶ δέκα στόματα, ἐγὼ βέβαια θὰ πρόσθετα καὶ ἄλλα τόσα χέρια, δὲν θὰ κατόρθωνα οὔτε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ λέω καὶ νὰ περιγράφω ἀκριβῶς τὶς θαυματουργικὲς ἱκανότητες τοῦ θαυματουργοῦ Δημητρίου.

22. Εἶναι καλύτερα ὅμως νὰ λέμε ἐκεῖνο τὸ λόγο, ὅτι δηλαδὴ ὁ Κύριος θὰ πραγματοποιήσει τὸ θέλημα αὐτῶν ποὺ τὸν σέβονται· καὶ στοὺς ἁγίους του στὴ γῆ ἔκανε θαυμαστὰ ὅλα τα θελήματά του μὲ αὐτούς. Τί καλὸ περιεχόμενο καὶ πραμάτεια εἶχε ἐκεῖνος, τί ἄθληση καὶ τί σύνεση! Μὲ λίγο αἷμα πῆρε ὡς ἀντάλλαγμα τὴν οὐράνια βασιλεία, μὲ τοὺς πρόσκαιρους πόνους, τὴν ἀπέραντη εὐφροσύνη καὶ μὲ τὴν πολὺ σύντομη ζωὴ τοῦ τὴ μακραίωνη καὶ ἀτελεύτητη ζωή.

23. Ἂς μιμηθοῦμε λοιπὸν μὲ ζέση τὸ Δημήτριο κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, ὅσοι συγκεντρωθήκαμε καὶ τιμοῦμε τοὺς ἄθλους του καὶ πανηγυρίζουμε γι᾿ αὐτοὺς μὲ λαμπρὸ τρόπο. Ἂς σπεύσουμε καὶ στὴ θεωρία καὶ στὴν πράξη, ἀκόμη καὶ ἂν δὲν κερδίσουμε τὴν ἴδια δόξα μὲ ἐκεῖνον, εἶναι βέβαια ὑπερβολικὸ νὰ ποῦμε αὐτὸ τὸ πράγμα, ἀλλὰ τουλάχιστον μικρότερη. Ἂν ὅμως δὲν κερδίσουμε οὔτε αὐτή, γιατὶ καὶ αὐτὸ μας εἶναι ἀρκετὸ λόγω τῆς νωθρότητας ποὺ ἔχουμε, τουλάχιστον, ἐπειδὴ νομίζουμε ὅτι πανηγυρίζουμε ἀντάξια καὶ θεάρεστα γιὰ ὅσα ὁ Θεὸς χαίρεται μαζὶ μὲ τὸ μάρτυρα καὶ ὅτι ἑορτάζουμε μὲ θεϊκὸ τρόπο, νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε περισσότερο τὶς ἡδονὲς χωρὶς νὰ τὸ καταλάβουμε καὶ νὰ χαριζόμαστε πιὸ πολὺ στοὺς δαίμονες καὶ νὰ πάθουμε τὸ ἴδιο πράγμα μὲ αὐτοὺς ποὺ κινδυνεύουν στὸ λιμάνι καὶ προσβάλλονται ἀπὸ ἀθεράπευτες ἀσθένειες στὸ ἰατρεῖο.

24. Ἔχουμε συνεργὸ τὸ Θεὸ γιὰ τὶς καλὲς πράξεις, μὲ τὶς προσευχὲς τῆς Θεοτόκου, τῶν ἐπουράνιων τάξεων, τῶν ἀποστόλων καὶ τῶν προφητῶν καὶ τῶν μαρτύρων καὶ τῶν αἰώνια ἁγίων, καὶ αὐτὸν ποὺ τώρα τελοῦμε τὴ μνήμη του νὰ ἱκετεύει συνέχεια γιὰ χάρη μας. Χαίρεται ὁ κόσμος τῶν ἁγίων μὲ κάθε τρόπο καὶ σὲ κάθε ἐποχὴ ἀπὸ κάθε ἡλικία καὶ τάξη, γιατὶ βλέπουν τὸ πλῆθος τους νὰ δυναμώνει καὶ νὰ αὐξάνεται, σὰν νὰ καταλαβαίνουν ὅτι ἡ πολυπληθὴς μερίδα ποὺ βρίσκεται ἀριστερὰ τοῦ Θεοῦ πάλι εἶναι σκυθρωπή.

25. Ὅμως, Δημήτριε, κόσμημα καὶ ὀμορφιὰ τῶν ἀθλητῶν, ξαναγυρίζω σὲ σένα πιὰ καὶ στρέφω τὸ λόγο πρὸς τὰ ἐπάνω, γιατὶ ἔχω λυγίσει περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἀπὸ τὴν ἀγάπη μου γιὰ σένα καὶ ἐπιθυμῶ πιὸ πολὺ νὰ ἀναπνέω ἐσένα παρὰ τὰ εὐωδιαστὰ ἀρώματα, εὐσεβὲς καὶ εὐγενέστατο βλάστημα ἀπὸ εὐσεβῆ καὶ εὐγενικὴ ρίζα, κατάφορτο ἀπὸ τοὺς καρποὺς τῶν ἀρετῶν καὶ τῆς ἄθλησης, λαμπρὲ καὶ στὰ δύο καὶ ἐνδοξότατε σὲ ὅλα καὶ ὁλόφωτη λαμπάδα τῶν χριστιανῶν, καταστροφὴ τῆς ἀσέβειας καὶ τοῦ Μαξιμιανοῦ, δάσκαλε καὶ σύμμαχε τοῦ Νέστορα καὶ πρόξενε τῆς ἄθλησης καὶ ἰσχυρότατε καταστροφέα τῆς ἀλαζονείας τοῦ Λυαίου, σὺ ποὺ ἀπεικόνισες τὸ πάθος τοῦ Δεσπότη καὶ πληγώθηκες μὲ τὶς λόγχες στὴν πλευρά, ὅπως ἐκεῖνος καὶ γιὰ τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσες τότε ἀναβλύζεις τώρα σὰν κρουνὸς τὸ εὐωδέστατο καὶ ἰαματικὸ μύρο, σὺ ποὺ περιπολεῖς μὲ τὸ πνεῦμα σου τοὺς οὐρανοὺς μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους καὶ παρευρίσκεσαι μαζί τους στὸν ἀκλόνητο θρόνο τοῦ Θεοῦ, καὶ χάρισες σὲ μᾶς καὶ τὴν πόλη σου τὸ μαρτυρικότατο σῶμα σου σὰν ἀκένωτο θησαυρό, τὸ ἀνυπολόγιστο πέλαγος τῶν ἄπειρων καὶ πιὸ μεγάλων θαυμάτων, σὺ ποὺ μοίρασες σωστὰ τὸν ἑαυτό σου στὴ γῆ καὶ στὸν οὐρανὸ καὶ καθόλου δὲν ἀπουσιάζεις, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πάνω ἐποπτεύεις καὶ κάτω φροντίζεις τὴν πόλη σου, φιλοπόλι καὶ φιλάνθρωπε ποὺ ἐπαναφέρεις σύντομα τὴ συμπάθεια τοῦ Θεοῦ, ὅταν ὑποχωρεῖ μερικὲς φορὲς ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας, εἴθε νὰ δέχεσαι τοὺς λόγους καὶ τοὺς ἐπαίνους μας ποὺ προσφέρονται στὴ λαμπρὴ μνήμη τῶν ἀγώνων σου, ὅπως ὁ ἀθλοθέτης Χριστὸς ἔπλεξε τὸν ἔπαινο τῶν νηπίων, καὶ ἂν δὲν φτάνουν τὴ δική σου ἀξία, ὅμως δὲν ὑστεροῦν στὴν ἀγαθή μας πρόθεση· ρίξε ἕνα βλέμμα λοιπὸν ἀπὸ τὸν οὐρανό, κατέβα γιὰ λίγο ἐδῶ μαζί μας καὶ δὲς τὴν ἀγάπη τῆς πόλης σου γιὰ σένα, παρατήρησε τὶς μελωδίες τῶν συγκεντρωμένων, τὸ ἱερότατο ποίμνιό σου νὰ συμμετέχει στὸ πνευματικὸ συμπόσιο μαζὶ μὲ τὸν ἱεράρχη στὴ μνήμη σου, ὁλόκληρο τὸ ναό σου νὰ φωτίζει ὅλους τους παρόντες ἀπὸ τὴν ἄφθονη φωτοχυσία, τὴν εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ θυμιάματα νὰ γεμίζει τὸν ἀέρα καὶ κάθε ἡλικία καὶ τάξη νὰ ἐπικροτοῦν μὲ μεγάλη χαρὰ τοὺς ἄθλους σου. Σχεδὸν σήμερα ἡ γῆ μιμεῖται τὸν οὐρανὸ καὶ ἡ ἁπλωμένη λαμπρότητα στὸ ναὸ τοῦ καλλίνικου σώματός σου κάνει ὁλοφάνερη τὴν ἐκεῖ λάμψη τοῦ φωτὸς ποὺ προστίθεται σὲ σένα ἀπὸ τὸ Θεό.

26. Εἴθε νὰ ἀνταμείβεις ἐπάξια ὅλους, μοιράζοντας τὶς προσφορές σου καθημερινὰ στὸν καθένα. Πρῶτα στεφάνωσε τοὺς πιστοὺς βασιλιάδες μας μὲ νίκες· γιατὶ καὶ οἱ ἴδιοι ἐπίσης τιμοῦν ξεχωριστὰ τὴν πανηγυρική σου ἑορτή. Ὑπόταξε στὰ πόδια τους τὰ στρατεύματα τῶν ἐχθρικῶν ἐθνοτήτων, παράτεινε εἰρηνικὰ τὴν ὑπόλοιπη ζωή τους, ἐνισχύοντάς τους μὲ τὴν ὀρθοδοξία, καὶ ρυθμίζοντάς την μὲ τὴ σωστὴ διοίκηση.

27. Ἀπομάκρυνε τὰ σκάνδαλα τῶν Ἐκκλησιῶν, συμμάχησε μὲ τὸ στρατὸ ἐναντίον τῶν ἐχθρῶν, δίνε συνεχῶς τὴ χάρη σου, ποὺ βοηθᾶ μὲ κάθε τρόπο, στὸν ποιμένα καὶ ἱεράρχη τῆς πατρίδας σου, ἐποπτεύοντας μαζὶ μὲ τὸν ἱεράρχη, βοηθώντας τὸ ποίμνιο νὰ εἶναι σὲ ἐπαγρύπνηση καὶ νὰ τὸν σέβεται, προετοιμάζοντας τὸν νὰ διδάσκει τὸ ποίμνιο μὲ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ τὸ ἀποδείξει πιὸ δυνατὸ ἀπὸ τοὺς λύκους ποὺ καταστρέφουν τὴν ψυχή, καὶ νὰ τὸ ὁδηγήσει στὴν οὐράνια μάνδρα. Παρηγόρησε ὅσους βρίσκονται σὲ στενοχώριες, βοηθώντας ἀνάλογα πλούσιους καὶ φτωχούς, κάνοντας συνετοὺς καὶ τοὺς γέρους καὶ τοὺς νέους στὰ καθήκοντά τους, ἀξιώνοντας κάθε ἡλικία μὲ πολὺ μεγάλη φροντίδα γιὰ τὴ δωρεὰ τῶν χαρίτων σου.

28. Γιὰ ὅλα αὐτά, εἴθε νὰ μᾶς χαρίσεις τὴ νίκη κατὰ τῶν δαιμόνων καὶ τῶν παθῶν καὶ ὅταν λίγο ἀργότερα ἀποδημήσουμε ἐκεῖ νὰ μᾶς κάνεις δεξιοὺς παραστάτες τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ μὲ τὶς παρακλήσεις σου, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ θὰ συμμετέχουμε σὰν ἀσήμαντοι δοῦλοι σου στὴν αἰώνια καὶ θεία λαμπρότητα, μὲ τὴ χάρη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἔχει τὴ δόξα καὶ τὴ δύναμη στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Friday, October 23, 2015

Cremation ( St. Nikolai Velimirovich )



By St. Nikolai Velimirovich (Written in 1956)

You ask me, why is the Orthodox Church against cremation. First of all, because it considers it violent. The Serbs still shudder with the crime of Sinan Pasha, who burned the dead body of St. Sava in Vratsa.

Do people burn dead horses, dogs, cats and monkeys? I have not heard of this. I have heard of and seen them buried. Why should the dead bodies of people who are the lords of all animals on earth endure violence? Would it not be in all respects much more reasonable to incinerate dead animals, especially in big cities, than people?

Second, because this pagan and barbaric habit disappeared from Europe thanks to Christian civilization two thousand years ago. Anyone who wants to reinstate it doesn't do anything else, neither civilized nor modern nor new, but something ancient which has long expired.

In England, which one can hardly call uncivilized, this form of Neopaganism is very much hated by the people. To tell you a case: during the years of World War II a famous Yugoslav lost his mind. When asked before he died, he said his only desire was to have his body burned.

In our day, our little Yugoslavian community was reduced in the incinerator of Golders Green. When the dead bodies entered the burning furnace we began to tremble with horror. Then they shouted to us on the opposite side of the furnace, "wait a quarter of an hour to see your compatriot in the form of ashes". We waited over an hour and were mystified why the fire struggled with the dead body, and we asked the stoker about this. He apologized saying the furnace was cold, "it is not heated every day, since rarely do volunteers get handed over to the fire". Listening to this we were dissolved, unable to wait at the edge for our compatriot. And we know that in London over a thousand human beings die every day.

I am in America, I saw the graves of the great Presidents Wilson, Roosevelt, Lincoln and many other important persons. None of them are cremated. Now this surprised me, that among the descendants of Saint Sava there could be found those who are like-minded with Sinan Pasha!

But why create an issue that has already been solved? If we want to be loaded with unnecessary worries, then someday we could be troubled by the question on whether to kill our decrepit men and women as do some primitive tribes? And we will create clubs to propagate this "idea"!

Finally, what sense is there in fighting the cemeteries, particularly in this country where the cemetery serves as a national pride, as a source of inspiration, and if you will as the book of the state?

Peace to you and health from God.

St. Nikolai Velimirovich

Γιατί ὁ κόσμος μισεῖ τούς δικαίους.. ( Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς )

Πες μου, πάτερ, σέ παρακαλῶ, καί κάτι ἄλλο: Γιά ποιό λόγο οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι μισοῦν τούς δικαίους; Γιατί τούς περιφρονοῦν; Γιατί σκανδαλίζονται μαζί τους; Ἀντίθετα, λίγοι εἶν’ ἐκεῖνοι πού τούς τιμοῦν....
-Πολύ συμφέρει τούς δικαίους, παιδί μου, ἡ περιφρόνηση τῶν ἀνθρώπων. Τούς ταιριάζει, θά ’λεγα, ὅπως ταιριάζουν στόν οὐρανό τ’ ἀστέρια. Εἶδα μάλιστα ἐνάρετο, πού κέρδισε πενήντα στεφάνια σέ μιά μέρα ἀπό τίς κακολογίες τῶν ἄλλων.
-Καί μέ ποιό τρόπο τά κέρδισε; Ρώτησε ἀπορημένα ὁ ἀδελφός.
-Ἄκουσε: Ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἔμενε στά Βούκολα. Ἦταν ἐπιφανής καί ἀξιοσέβαστος. Ἔκανε πολλά καλά ἔργα στούς συνανθρώπους του καί ὅλους τούς ἀγαποῦσε σάν ἄγγελος τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖνοι, ὡστόσο, πλανέθηκαν ἀπό τόν πονηρό κι ἄρχισαν ν’ ἀντιπαθοῦν τόν εὐρεγέτη τους σά νά ἦταν κακοῦργος.
Ἄλλοι ἔλεγαν πώς εἶναι δολερός, ἄλλοι ἀκόλαστος, ἄλλοι κλέφτης καί ἄλλοι αἱρετικός! Ἔχει, βλέπεις, τή συνήθεια ὁ διάβολος νά διασύρει τούς ἁγίους μέ τό στόμα τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως γιά τόν ὁποῖο μιλάω, ἀκούγοντας τίς συκοφαντίες αὐτές χαιρόταν εἰλικρινά καί εὐχαριστοῦσε τό Θεό. ‟Κύριε’’, ἔλεγε, ‟δεῖξε τό ἔλεός Σου σ’ ὅσους μέ μισοῦν, μέ συκοφαντοῦν, μέ διασύρουν. Κανένας ἀπ’ τούς ἀδελφούς νά μήν πάθει κακό γιά μένα τόν ἁμαρτωλό, οὔτε στήν παρούσα ζωή οὔτε στήν ἄλλη.

Σύντριψε ὅμως καί ἀφάνισε τούς πονηρούς δαίμονες, πού τούς ξεσηκώνουν ἐναντίον μου. Σέ παρακαλῶ, Θεέ μου, ὅπως δέν ἀποστράφηκες ἐμένα τόν βέβηλο, ὅσες φορές ἁμάρτησα καί πρόστρεξα στήν εὐσπαλχνία Σου ζητώντας συγχώρηση, ἔτσι καί νά μήν ἀποστραφεῖς τώρα κι αὐτούς, πού κατηγοροῦν τό ἀχρεῖο δοῦλο Σου. Ἀντίθετα, ἁγίασέ τους μέ τό ἔλεός Σου καί σκέπασέ τους μέ τήν ἀγαθότητά Σου’’.
Ἔτσι προσευχόταν, ἀγαπητέ, ὁ δίκαιος ἐκεῖνος, γι’ αὐτούς πού τόν μισοῦσαν καί τόν κακολογοῦσαν! Καί κοίταξε τί θαυμαστό γινόταν: Ὅσε φορές τή μέρα βίαζε τόν ἑαυτό του καί προσευχόταν γιά τούς ἐχθρούς του, τόσες φορές κατέβαινε ἄγγελος Κυρίου καί τοποθετοῦσε στό κεφάλι του οὐράνιο διαμαντοστόλιστο στεφάνι.
Αὐτό, βέβαια, δέν τό καταλάβαινε ὁ ἴδιος, γιατί ὁ Θεός τόν στεφάνωσε ἀόρατα.... Γι’ αὐτό λοιπόν, παιδί μου, ἐπιτρέπει πολλές φορές ὁ ἀγαθός Θεός νά κακολογοῦνται καί νά ἐξουθενώνονται οἱ ἐνάρετοι, γιά ν’ αὐξήσουν ἔτσι τά στεφάνια τους καί τά βραβεῖα τους καί τούς οὐράνιους μισθούς τους.
-Ὡστόσο, ὅπως εἶπα καί πρίν, πάτερ, δέν μπορῶ νά καταλάβω γιατί οἱ δίκαιοι σ’ ἄλλους ἀνθρώπους ἀρέσκουν καί σ’ ἄλλους ὄχι.
-Πρόσεξε, παιδί μου, καί θά σοῦ τό ἐξηγήσω μέ μερικά παραδείγματα: Δέν βλέπεις πού ὁ Θεός στέλνει βροχή, καί δέν ἀρέσει σέ ὅλους; Ὅπως συνήθως, ἄλλοι λένε τό ἕνα καί ἄλλοι τό ἄλλο. Ὁ ἕνας λέει: ‟Δόξα σοι ὁ Θεός! Θά ποτιστεῖ ἡ γῆ!’’. Ὁ ἄλλος ἀντίθετα: ‟Κακό πού μᾶς βρῆκε! Πάει ἡ σοδειά!’’.
Ἄν πάλι ὁ Θεός στείλει βαρύ χειμώνα, οἱ φτωχοί, τρέμοντας ἀπό τή παγωνιά, λένε μέ παράπονο: Ἄχ, γιατί νά κάνει ὁ Θεός τόσο κρύο;’’. Οἱ πλούσιοι, ἀπεναντίας, τότε ἀκριβῶς ἀπολαμβάνουν περισσότερο τή θαλπωρή, γιατί ἔχουν ὅλα ὅσα χρειάζονται –καί θέρμανση καί χοντρά ροῦχα καί κρασί καί ζεστό ψωμί καί κρέατα καί καθετί πού ἀναπαύει τό σῶμα. Τέλος πάντων, φεύγει ὁ χειμώνας, ἔρχεται ἡ ἄνοιξη καί ἀκολουθεῖ τό καλοκαίρι μέ τήν πολλή ζέστη.
Τότε λένει μερικοί: ‟Ὁ χειμώνας εἶναι πολύ καλύτερος. Οὔτε μύγες ἔχει, οὔτε ψύλλους οὔτε κοριούς’’. Καί, κοντολογῆς, ἄλλοι προτιμοῦν τό χειμώνα σάν ὑγιεινόετρο, ἄλλοι τήν ἄνοιξη σάν γλυκύτερη, ἄλλοι τό καλοκαίρι σάν θερμότερο.... Ἀλλά γιατί στά λέω ὅλ’ αὐτά; Φτάνει μόνο νά σκεφτεῖς, ὅτι ὁ Χριστός, ὁ Κύριος καί Θεός μας, ἔγινε ἄνθρωπος, συναναστράφηκε μέ τούς ἀχάριστους Ἑβραίους καί τούς εὐεργέτησε μέ μύρια καλά –δαιμόνια ἔδιωξε, λεπρούς καθάρισε, τυφλούς φώτισε, κουτσούς στήριξε, παράλυτους σήκωσε, νεκρούς ἀνέστησε, τελῶνες διόρθωσε,πόρνες συνέτισε, μέ λίγα ψωμιά πλήθη χόρτασε καί τόσα ἄλλα ἔκανε, γιά τά ὁποῖα φθαρτός ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά μιλήσει. Καί γιά ὅλα τοῦτα ποιά ἦταν ἡ ἀνταμοιβή τοῦ Κυρίου μας;
Ὁ φθόνος, ἡ συκοφαντία, οἱ ἐξευτελισμοί, τά ραπίσματα, ἡ μαστίγωση, τά φτυσίματα καί στό τέλος ἡ σταύρωση! Ἄν λοιπόν ὁ Πλάστης μας δέν ἄρεσε σ’ ὅλους τούς ἀνθρώπους, πῶς θά τούς ἀρέσει ὁ δίκαιος συνάνθρωπός τους; Ξέρεις, παιδί μου, ὅτι ὁ ἐνάρετος Ἄβελ ἔζησε τότε πού ἐλάχιστοι ἄνθρωποι ὑπῆρχαν πάνω στή γῆ.
Καί παρόλο πού δέν ἔκανε τό παραμικρό κακό στόν ἀδελφό του Κάιν, αὐτός σκοτισμένος ἀπό τόν πονηρό, τόν φθόνησε καί τόν σκότωσε. Σκέψου λοιπόν, ἄν τότε, πού ὑπῆρχαν μονάχα δυό ἀδέλφια στή γῆ, ὁ δίκαιος Ἄβελ δέν μπόρεσε νά ξεφύγει ἀπ’ τόν ἀνθρώπινο φθόνο, θά μπορέσει κανείς σήμερα ζώντας ἀνάμεσα σέ τόσο κόσμο; Ἀδύνατον! Εἶναι γραμμένο ἄλλωστε: «Τέκνον, εἰ προσέρχῃ δουλεύειν Κυρίῳ Θεῷ, ἑτοίμασον τὴν ψυχήν σου εἰς πειρασμόν»33.

33. Σειράχ 2:1
Ἕνας Ἀσκητής Ἐπίσκοπος
Ὅσιος Νήφων Ἐπίσκοπος Κωνσταντιανῆς
(σελ.91-94)
Ἱερὰ Μονή Παρακλήτου
Ὠρωπος Ἀττικῆς 2004

Thursday, October 22, 2015

Converstion with St. Paisios about his illness : cancer


–– Geronda, the final diagnosis has been made. Your tumor is cancerous and it's aggressive.
–– Bring me a handkerchief so that I may dance to the song: "I bid farewell to you, O poor world!" I have never danced in my life, but now I will dance for joy as my death approaches.
–– Geronda, the doctor said that first he wants to use radiation to shrink the tumor and then do surgery.
–– I understand! First the air force will bombard the enemy, and then the attack will begin! I'll go up then and bring you news! Some people, even the elderly, when told by the doctor, "You will die," or "You have a fifty percent chance of surviving" get very distressed. They want to live. And then what? I wonder! Now, if someone is young, well , this is justifiable, but if someone is old and is still desperately trying to hang on, well, this I just don't understand. Of course, it's quite different if someone wants to undergo therapy in order to manage pain. He's not interested in extending life; he only wants to make the pain somewhat more bearable so that he can take care of himself until he dies –– this does make sense.
–– Geronda, we are praying that God may give you an extension on your life.
–– Why? Doesn't the Psalmist say, "The days of our years are threescore years and ten?"
–– But the Psalmist adds the following, "And if by reason of strength they be foreshore years..."
–– Yes, but he adds the following, "Yet is their strength labor and sorrow," in which case it is better to have the peace of the other life.
–– Geronda, can someone, out of humility, feel spiritually unprepared for the other life and wish to live longer in order to get prepared?
–– This is a good thing, but how can he know that, even if he does live longer, he won't become spiritually worse?
–– Geronda, when can we say that a person is reconciled with death?
–– When Christ lives inside him, then death is a joy. But one must not rejoice in dying just because he has become tired of this life. When you rejoice in death, in the proper sense, death goes away to find someone who's scared! When you want to die, you don't. Whoever lives the easy life is afraid of death because he is pleased with worldly life and doesn't want to die. If people talk to him about death, he reacts with denial: "Get away from here!" However, whoever is suffering, whoever is in pain, sees death as a release and says, "What a pity, Charon has not yet come to take me... He must have been held up!"
Few are the people who welcome death. Most people have unfinished business and don't want to die. But the Good God provides for each person to die when he is fully matured. In any case, a spiritual person, whether young or old, should be happy to live and be happy to die, but should never pursue death, for this is suicide.
For a person who is dead to worldly matters and has been spiritually resurrected, there is never any agony, fear or anxiety, for he awaits death with joy because he will be with Christ and delight in His presence. But he also rejoices in being alive, again because he is united with Christ even now and experiences a portion of the joy of Paradise here on earth and wonders whether there is a higher joy in Paradise than the one he feels on earth. Such people struggle with philotimo and self-denial; and because they place death before themselves and remember it every single day, they prepare more spiritually, struggling daringly, and defeating vanity.

Reference: Elder Paisios of Mount Athos Spiritual Councils IV: Family Life, pp 274-276.

Το θαύμα της προσευχής των θλιμμένων και ταπεινών ( Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης )



«Ο Κύριος, δεν ευαρεστείται με την προσευχή των υπερηφάνων. Όταν όμως θλίβεται η ψυχή του ταπεινού ανθρώπου, ο Κύριος πάντα την εισακούει.

Ένας γέρος ασκητής, που ζούσε στις πλαγιές του όρους Άθω, είδε ότι οι προσευχές των μοναχών ανέβαιναν στους ουρανούς· και εγώ δεν εκπλήττομαι γι’ αυτό. Ο ίδιος γέροντας, όταν ήταν μικρός και έβλεπε την στεναχώρια του πατέρα του για την ανομβρία που απειλούσε να καταστρέψει την συγκομιδή, απομακρύνθηκε στο βάθος του κήπου και προσευχήθηκε:

«Κύριε, Εσύ είσαι Ελεήμων, Εσύ μας δημιούργησες, Εσύ μας τρέφεις και μας ενδύεις όλους. Βλέπεις, Κύριε, πώς στενοχωριέται ο πατέρας μου για την ανομβρία. Ρίξε τώρα βροχή στην γη!».

Και τα σύννεφα κάλυψαν τον ουρανό και κατέβηκε η βροχή και πότισε την γη.

Ένας άλλος γέροντας που ζούσε κοντά στην θάλασσα, μου διηγήθηκε το εξής:

«Ήταν μια νύχτα σκοτεινή… Ο αρσανάς, ήταν γεμάτος από ψαρόβαρκες. Ξέσπασε θύελλα και πολύ γρήγορα δυνάμωσε. Οι βάρκες, άρχισαν να χτυπούν η μία την άλλη. Οι άνθρωποι προσπαθούσαν να τις συγκρατήσουν, αλλ’ αυτό ήταν αδύνατον μέσα στην βροχή και την θύελλα. Επικρατούσε μεγάλη σύγχυση. Οι ψαράδες, φώναζαν με όλη τους την δύναμη και ήταν φοβερό να ακούς κραυγές φοβισμένων ανθρώπων! Λυπήθηκα τον λαό του Θεού και άρχισα να προσεύχομαι με δάκρυα:

«Κύριε, κάνε την θύελλα να κοπάσει! Σταμάτησε τα κύματα! Λυπήσου τους πονεμένους ανθρώπους Σου και σώσε τους!».

Και σταμάτησε η θύελλα, γαλήνεψε η θάλασσα, και οι άνθρωποι, με ειρήνη πλέον, ευχαριστούσαν τον Θεό.

Υπήρξε εποχή που νόμιζα ότι ο Κύριος κάνει θαύματα μόνο με τις προσευχές των αγίων. Τώρα όμως έμαθα ότι ο Κύριος θα κάνει το θαύμα Του και στον αμαρτωλό, αμέσως μόλις ταπεινωθεί η ψυχή του. Γιατί, όταν ο άνθρωπος μάθει την ταπείνωση, τότε ο Κύριος εισακούει τις προσευχές του.

Πολλοί λένε, από έλλειψη πείρας, ότι «ο τάδε άγιος έκανε θαύμα», αλλά εγώ έμαθα ότι το Άγιο Πνεύμα που ζει μέσα στον άνθρωπο κάνει τα θαύματα. Ο Κύριος «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι» (Α΄ Τιμ. β΄ 4) για να μένουν αιώνια μαζί Του. Γι’ αυτό και ακούει τις προσευχές του αμαρτωλού ανθρώπου και, αυτό, ή για το όφελος των άλλων ή για αυτού του ίδιου που προσεύχεται». 


Πηγη :

Wednesday, October 21, 2015

Γέροντα, τώρα τελευταία όλο νευριάζω και θυμώνω με το παραμικρό. ( Γέροντας Τιμόθεος Τζαννής )


 
Γέροντα, τώρα τελευταία όλο νευριάζω και θυμώνω με το παραμικρό.
 
Θυμός, οργή, κραυγή έκ τού στόματος υμών μή έξελθέτω! Αυτό το παθαίνεις από τον υπέρμετρο εγωισμό σου.« Οργή ανδρός, δικαιοσύνη Θεού ού κατεργάζεται» . Θα πρέπει ν” αντιδράς και να προσπαθείς να συγκρατείς τον εαυτό σου, και να προσεύχεσαι να σού δοθεί ταπείνωσης.

Να παρακαλείς και την Παναγία: «Υπεραγία Θεοτόκε, διά πρεσβειών τού φύλακος αγγέλου μου, τών Αγίων Θεοδώρων και πάντων τών Αγίων, χάρισε μου την ειρήνη τού Υιού σου».

Να παρακαλάς: «Κύριε δώσε μου διπλή την χάριν της επιγνώσεως της ελεεινότητας μου κι αναξιότητας μου, όπως έδωσες διπλή την χάριν τού Προφήτου ’Ηλίου στον Προφήτη Ελισαίο».

Αυτά θα σου συμβαίνουν. Τά επιτρέπει κι ό Θεός, για να δεις τον εγωισμό σου, να ταπεινωθείς. Να δεις την αδυναμία σου.

Από το βιβλίο «Γέροντας Τιμόθεος Τζαννής ο πνευματικός»

Monday, October 19, 2015

How the Jesus Prayer Differs from the Hindu Mantra ( St. Paisios )



One of the greatest spiritual gifts that Elder Paisios gave me was his guidance along the mystical path of the Jesus Prayer. This started at the beginning of our acquaintance and continued until his repose twelve years later. The Jesus Prayer consists of the repetition of the phrase "Lord Jesus Christ, have mercy on me."' The Jesus Prayer is not recited as a Mantra, but as a prayer to the Person of Christ.

Prayer, as I learned, is a relationship between two persons, God and man, who move towards each other. Thus, the swiftness or slowness with which a person advances in prayer depends on both the human and divine wills. Neither the freedom of God in His sovereignty nor the freedom of man in his free choice are ever violated. For his part, man offers his good intention, his labors, and his desire to draw near to God. God, in turn, offers His grace...

When yogis claim that the Jesus Prayer resembles their own mantras, they are in fact trying to fit the Jesus Prayer into their own Procrustean bed. Of course, there are similarities, but there are also enormous differences-both a table and a horse have four legs, but to conclude that they are consequently the same would be an error of the crudest sort. But this is just the kind of error the yogis make when they claim that the Jesus Prayer is a kind of mantra. A brief examination of the essential differences between the Jesus Prayer and a mantra should provide those with an open mind the wherewithal to draw the proper conclusions.

First, consider how the Orthodox tradition understands the meaning of the Jesus Prayer: "Lord Jesus Christ, have mercy on me." The word "Lord" is the name for God most frequently encountered in the Old Testament in the oft-repeated formula "Thus saith the Lord ..." or in the commandments: I am the Lord thy God. When Orthodox Christians call Jesus Christ, "Lord," they are confessing that He is the God of the Old Testament Who spoke to the patriarchs-Abraham, Isaac, and Jacob. The Word is the Person who gave the law to Moses. In other words, the One who spoke to the prophets was none other than the second Person of the Holy Trinity, Who later took flesh and was united with human nature in the Person of Jesus Christ. Furthermore, when we say "Lord Jesus Christ"-with faith, with all our heart's strength-we come under the influence of the Holy Spirit, as Saint Paul says: No man can say that Jesus is the Lord but by the Holy Spirit (1 Cor 12:3).

Having recognized the existence of the true personal God outside and beyond his own self, from this God a Christian asks "mercy." The elder once told me, "Mercy contains all things. Love, forgiveness, healing, restoration, and repentance all fit within the word 'mercy."' It is the mercy of God that brings about repentance, purification from the passions, the illumination of the nous, and, in the end, theosis. From my journey I have learned that salvation comes from the mercy of Christ, the unique Savior of mankind, rather than from my intelligence, my prideful endeavors, or the techniques of yoga. Salvation and theosis are so very precious that it is impossible for anyone to make any effort or do any ascetic labor that would be equivalent to even the smallest fraction of their value.

Indeed, from my conversations with other fathers who were laborers in the Jesus Prayer and from my own experience, I know full well that prayer is a gift from God. Nothing is accomplished by human labor alone, for Christ said, Without Me ye can do nothing (John 15:5), and as the Apostle James bears witness, Every good gift and every perfect gift is from above, and cometh down from the Father of lights (James 1:17) Even as God granted us existence, in the same way He gradually grants us to know Him and be united with Him through prayer, leading us ultimately to life eternal.


Now, consider how the yogis view a mantra. First of all, there are many mantras, and each refers to one of the many gods of the Hindu pantheon such as Krishna, Rama, Vishnu, or the goddess Kali. There is not one standard explanation given by yogis for the mantras; rather, their explanations are tailored to the receptivity of each listener. For beginners who are not disposed to worship idols, yogis give a pseudo-scientific, mechanistic explanation: they claim that the benefit accrued by repeating the mantra is due to certain frequencies produced by its pronunciation, which cause spiritual vibrations that activate spiritual centers within man. (However, the existence of such centers in man can only be taken on faith-if someone willingly chooses to believe such a claim.) For those who are inclined towards psychological interpretations, the yogis present the repetition of a mantra as a type of auto-suggestion that enables the practitioner to program his inner world according to positive models. When addressing those who have become more involved with Hinduism and now believe in many gods, the yogis claim that the worshipper receives the blessing of whatever god is being invoked.

What constitutes the infinite distance separating the Christian Jesus Prayer from the Hindu mantra, however, is that which lurks behind the name of the god being invoked in a mantra and invited into the soul. Through the mouth of the Holy Prophet David, God declares, All the gods of the nations are demons (1 Psalm 95:5)––In other words, behind the names Krishna, Rama, or Shiva are demons lying In wait. Once they are invoked by the use of the mantra, the door is open for the devil to begin his theatrical productions, using sounds, images, dreams, and the imagination in general in order to drag the practitioner deeper into deception.

Another significant difference between the Christian Jesus Prayer and the Hindu mantra is the diametrically opposed viewpoints of the two faiths regarding techniques and the human subject. I recall a conversation I had with Niranjan after he had given me permission to begin to practice some supposedly powerful yoga techniques. I said to him, "It's fine practicing the techniques, but what happens to the human passions of greed, lust for power, vainglory, and selfishness? Aren't we concerned about them?" "They disappear," he replied, "through the practice of the techniques." "Do they just disappear like that, on their own?" I asked. "Yes, they disappear automatically, while you are practicing the techniques."

What an astonishing assertion: physical exercises can wipe out the inclinations that a person's soul acquired in life through conscious choices. But, in reality, man, as a self-determining and free moral agent, can change the conscious aspect of his personality and his moral sense only by the use of his own free will to make conscious decisions in real-life situations. Any external means to automatically induce such a change in a person's consciousness without his consent circumvent man's free will, obliterate his volition, and destroy his freedom, reducing man to a spineless puppet manipulated by a marionettist's strings. Hinduism's relentless insistence on properly performed techniques with automatic results degrades man by depriving him of his most precious quality: the self-governing free will. It restricts the boundless human spirit within a framework of mechanical methods and reflexes.

Orthodox Christian Faith, on the contrary, recognizes and honors the gift of human freedom as a divine trait. This recognition and approach help man to be actualized as a free being. Precisely on account of the human freedom to choose, man's often- unpredictable responses can't be limited to the mechanical reflexes of a closed system, but can innovatively turn in any spiritual direction that he, as a free subject, wills. This is why Orthodoxy is not adamant about techniques and methods. In freedom and with respect, Orthodoxy seeks the human heart, encouraging the individual to do what is good for the sake of the good, and pointing out the appropriate moral stance of the soul before God, which an individual can then freely choose to embrace.

Genuine spiritual development entails a deepening familiarity with God and with one's own self, acquired through moral choices that a person freely makes in the depths of his heart. Spiritual progress is a product of man's way of relating to himself, to his fellow man, and to God by the good use of his innate moral freedom. This is why Christ calls out, If any man wills to come after Me, let him freely deny himself (Matt 16:24)––that is, without being deceived, without being psychologically compelled, and without being forced, all of which are inappropriate to the spiritual nobility of Christian life.


Saint Porphyrios had a small parrot that he taught to pray in order to illustrate the absurdity of some Christians' empty repetition of the words of prayer, as well as the ridiculousness of the opinion commonly presented in Eastern religions that someone can make moral advances by physical exercises or breathing techniques. Every so often, the parrot would mechanically say, "Lord, have mercy." The elder would respond, “Look, the parrot can say the prayer, but does that mean that it is praying? Can prayer exist without the conscious and free participation of the person who prays?"

The Gurus, Young Man, and Elder Paisios by Dionysios Farasiotis, St Herman of Alaska Brotherhood, 2008, pp 276-285


http://agapienxristou.blogspot.ca/2012/11/how-jesus-prayer-differs-from-hindu.html