Translate
Tuesday, May 12, 2015
Divine Worship is an innermost function of the mystical body of Christ, the Church.

Divine Worship is a well-known yet still quite unknown, wonderful, secret world. In the secret corners of this spiritual Paradise planted by the hands our Holy Fathers, one finds whatever is most beautiful, most noble and most godly and begotten of man’s soul growing. Here one finds the heavenly harmony played upon the chords of noble human hearts, secret lyres of the Holy Spirit, for the glory of the Lord.
In the Divine Worship one finds the sprouts of human words, treasures accumulated during his secret dialogue with his Saviour, the “fruit of the lips” offered as “a sweet savour” before the throne of the Lord.
The Church believes that the richness of its worship has within it the dew of the Holy Spirit. Thus a cycle is generated: worshiping the Lord with the liturgical forms handed down to him, man learns how to offer the genuine worship from them; then the fervent yearning is sown in his heart for this genuine worship so that he worships again “in the Holy Spirit”.

Deep down, the worship of the Lord is not a work of man. It is a mystery, which cannot be measured or defined by human standards. Divine Worship is an innermost function of the mystical body of Christ, the Church. It is the overflow of the soul towards the Father which is accomplished through his beloved Son in the Holy Spirit. No one can call God his Father unless the Holy Spirit teaches him how. It is this Spirit who con celebrates and glorifies together with the Church ‘for all days’.
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/05/divine-worship.html
Monday, May 11, 2015
Our Work Begins with Reverence and Fear of God. ( St. Seraphim of Sarov )

Saint Seraphim directs us to the following Psalm,
Upon his mind there must always be engraved these words of the prophet: "Serve the Lord with fear, and rejoice with trembling" (Ps 2:11)
All our actions must be done with this in mind. It is only in this way that our works will aid us in our aim to be united with Him. Saint Seraphim points out that without such an attitude, instead of being blessed, we will be cursed. "Cursed be he that doeth the work of the Lord negligently" (Jer. 48:10).
Our work is great and difficult. We need to always cooperate with God's grace.
Saint Seraphim says,
Reverent carefulness is necessary here because this sea--that is, the heart, with it's thoughts and desires, which one must cleanse by means of mindfulness-- is great and vast, "and there are numberless reptiles there" (Ps 103:27), that is, numerous vain, unjust, and impure thoughts generated by evil spirits.
Much more than faith is necessary. In cooperation with divine grace, we have to do the work necessary to tame the impulses of our biological being, so that all our actions can be directed according to God's will and not be based on our own desires and fears because of our mortality and susceptibility to sickness and suffering.
Seraphim of Sarov,
Reference: Little Russian Philikolia, p 27
Source
If our thoughts are kind, we create harmony (Elder Thaddeus of Vitovnitza )
If our thoughts are kind, peaceful and quiet, turned only towards good, then we also influence ourselves and radiate peace all around us—in our family, in the whole country, everywhere. When we labor in the fields of the Lord, we create harmony. Divine harmony, peace and quiet spread everywhere. However, when we breed negative thoughts, that is a great evil. When there is evil in us, we radiate it among our family members and everywhere we go. So you see, we can be very good or very evil. If that's the way it is, it is certainly better to choose good! St. John Chrysostom teaches us that all evil comes first from ourselves and only secondly from the devil. If we keep our minds vigilant and our hearts strong in the Faith, the devil has no access to us.
Elder Thaddeus of Vitovnitza
Saturday, May 9, 2015
Γιατι Εξομολόγηση
Τι είναι η Εξομολόγηση;
Η Εξομολόγηση είναι ενα από τα βασικά μυστήρια της Εκκλησίας. Μας δίνει τη δυνατότητα νά «συμφιλιωθούμε» με τον Θεό, νά εξετάσουμε την πίστη και τη ζωή μας και νά εξασφαλίσουμε πνευματική υγεία. Είναι πράξη μετανοίας. Και μετάνοια σημαίνει αλλαγή του εαυτού μας, στροφή, μεταμόρφωση. Όταν αμαρτάνουμε απομακρυνόμαστε από τον Θεό. Όταν όμως μετανοούμε, ομολογούμε τις αμαρτίες μας και ζητάμε συγχώρεση, επιστρέφουμε σ' Αυτόν.
Η Εξομολόγηση μας απαλλάσσει από το βάρος της αμαρτίας. Επιπλέον μας δίνει τήν ευκαιρία νά συζητήσουμε τους βαθύτερους προβληματισμούς μας, νά δεχτούμε συμβουλές και νά ενισχυθούμε πνευματικά.
Πώς καθιερώθηκε; Μήπως πρόκειται για πρόσφατη επινόηση τών κληρικών;
Το μυστήριο καθιερώθηκε από τόν ίδιο τον Χριστό. Αυτός έδωσε στους Αποστόλους τήν εξουσία νά συγχωρούν αμαρτίες (Ιω. 20,23). Στή συνέχεια οι Απόστολοι μετέδωσαν τό χάρισμα αυτό στους επισκόπους και τους πρεσβυτέρους της Εκκλησίας. Έτσι, μέσω της κανονικής χειροτονίας διαιωνίζεται.
Είναι απαραίτητη η Εξομολόγηση για όλους;
Μόνο ένας αναμάρτητος δέ χρειάζεται Εξομολόγηση. Ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος γράφει ότι όποιος θεωρεί τόν εαυτό του αναμάρτητο βρίσκεται σε πλάνη και μακριά από τήν αλήθεια (Α' Ιω. 1, 8). Αλλά και ο μόνος άναμάρτητος, ο Χριστός, δέχτηκε τό βάπτισμα της μετανοίας από τόν Πρόδρομο και έδειξε τήν αναγκαιότητα του μυστηρίου. Γι' αυτό η Εξομολόγηση αποτελεί αναπόσπαστο στοιχείο τής ορθόδοξης χριστιανικής ζωής.
Ποιος μπορεί νά εξομολογεί;
Όπως προαναφέραμε, η Εξομολόγηση γίνεται σε έναν πνευματικό. Δηλαδή σε ιερέα ο οποίος έχει επιλεγεί ειδικά γι' αυτό τό έργο. Χρειάζεται βέβαια να επικοινωνήσουμε μαζί του για να μας ορίσει τον χρόνο και τόν τόπο, εκτός και αν εξομολογεί σέ καθορισμένες τακτικές ημέρες και ώρες, οπότε δεν είναι απαραίτητη η προηγούμενη συνεννόηση.
Και ο πνευματικός έχει αμαρτίες!
Ο πνευματικός δέ συγχωρεί τις αμαρτίες μας με τή δική του αγιότητα ή δύναμη, αλλά με τή χάρη πού του δόθηκε από τόν Θεό· αυτός μεσολαβεί μόνο. ΤΙς δικές του αμαρτίες φροντίζει νά τις εξομολογείται και αυτός σέ κάποιον άλλον πνευματικό.
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Που γίνεται η Εξομολόγηση;
Συνήθως η Εξομολόγηση γίνεται στο ναό. Μπορεί όμως νά γίνει και σέ κάποιο παρεκκλήσι ή άλλον χώρο.
Πώς γίνεται;
Καθόμαστε αντικρίζοντας τις εικόνες και μέ τήν προτροπή του πνευματικού εξομολογούμαστε τις αμαρτίες μας. Μπορούμε επίσης νά συμβουλευτούμε τόν πνευματικό γιά κάποιο θέμα πού μας απασχολεί. Όταν ολοκληρώσουμε τήν εξομολόγηση γονατίζουμε και ο πνευματικός βάζοντας τό πετραχήλι (σύμβολο της ιερατικής λειτουργίας του) πάνω στό κεφάλι μας ζητά από τόν Θεό τήν άφεση των αμαρτιών μας. Φεύγοντας ασπαζόμαστε τό πετραχήλι και το χέρι του πνευματικού.
Τι πρέπει να πώ στην Εξομολόγηση;
Στην Εξομολόγηση εξετάζουμε τα αισθήματα, τις σκέψεις, τα λόγια, τις πράξεις, τη συμπεριφορά, τις συνήθειες, τις αξίες, τις προτεραιότητες, τους στόχους, την κατεύθυνση και τον τρόπο της ζωής μας. Δέν περιοριζόμαστε στην προσωπική μας πνευματική ζωή, αλλά συνεξετάζουμε τις οικογενειακές σχέσεις, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τη διασκέδασή μας. Και αυτό επειδή όλη μας η ζωή πρέπει να φωτιστεί από το Άγιο Πνεύμα. Όχι για να καταδικάσουμε τον εαυτό μας, αλλά για να εξασφαλίσουμε τήν πορεία μας προς τον Χριστό. Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε στην κρίση του πνευματικού ζητήματα που μας απασχολούν, ώστε νά πάρουμε αποφάσεις και νά κάνουμε επιλογές πού μας προάγουν πνευματικά αποφεύγοντας ταυτόχρονα άλλες που μπορούν να ζημιώσουν τήν ψυχή μας.
Δε σκότωσα, ούτε έκλεψα... τί νά εξομολογηθώ;
Όταν έχουμε τέτοια απορία, αποκαλύπτουμε ότι δε γνωρίζουμε τή διδασκαλία του Χρίστου. Επειδή ο Χριστός μας διδάσκει ότι και οί αμαρτωλοί λογισμοί ακόμα μας απομακρύνουν από τον Θεό. Επίσης, αμαρτάνουμε όχι μόνο όταν πράττουμε κάτι κακό, άλλα και όταν δέν εφαρμόζουμε τό καλό. Άραγε ποιος μπορεί νά ισχυριστεί ότι εκπληρώνει πραγματικά την εντολή της αγάπης και μάλιστα προς τους εχθρούς του;
Υπάρχει ένας εύκολος τρόπος εξέτασης του εαυτού μου σύμφωνα με τό νόμο του Θεού;
Υπάρχουν οι Δέκα Εντολές και η ερμηνεία τους κάτω από τό πρίσμα της Καινής Διαθήκης. Τό τελειότερο όμως και ακριβέστερο κριτήριο είναι η εντολή της αγάπης προς τον Θεό και προς τόν συνάνθρωπο. Σύμφωνα μέ τά λόγια του Χριστού, σ' αυτή τήν εντολή περιέχονται όλες οί άλλες εντολές (βλ. Ματθ. 22,40). Δε μπορούμε, για παράδειγμα, να αγαπάμε τόν Θεό και νά παραβαίνουμε τις εντολές Του. Ούτε γίνεται να αγαπάμε τους ανθρώπους και ταυτόχρονα να διαπράττουμε αδικίες σέ βάρος τους. Μάλιστα η γνησιότητα της αγάπης προς τον Θεό αποκαλύπτεται από την αγάπη προς τον συνάνθρωπο (Α' Ιω. 4,20). Έτσι, όταν αδιαφορούμε για τους άλλους ή τους κακομεταχειριζόμαστε, δείχνουμε ότι δεν έχουμε αγάπη προς τον Θεό. Περιφρονούμε την εντολή Του για την αγάπη προς τον συνάνθρωπο και δέ σεβόμαστε τά δημιουργήματα Του.
Μου φαίνεται δύσκολο νά μιλήσω για τόσο προσωπικά Θέματα. Αισθάνομαι ντροπή. Τί θα σκεφτεί ο πνευματικός;
Πρέπει νά βλέπουμε τό εξομολογητήριο σαν ιατρείο και τον πνευματικό σάν γιατρό. Για εμάς η Εξομολόγηση είναι θέμα ψυχικής -συχνά και σωματικής- υγείας. Για τον πνευματικό πάλι είναι κάτι τό συνηθισμένο. Δεν πρόκειται νά σοκαριστεί από τις δικές μας αμαρτίες. Σίγουρα έχει ακούσει χειρότερες. Εξάλλου, δεν είναι περίεργο η ντροπή, πού μας λείπει την ώρα της αμαρτίας, νά μας κυριεύει τήν ώρα της μετανοίας;
Φοβάμαι μήπως ο πνευματικός φανερώσει τις αμαρτίες μου.
Ο πνευματικός έχει ιερό καθήκον να τηρεί τό απόρρητο της Εξομολογήσεως, τό οποίο μάλιστα αναγνωρίζεται και από τόν νόμο. Σε περίπτωση παράβασης αυτού του καθήκοντος ελέγχεται από τόν Επίσκοπο του και τήν Εκκλησιαστική Δικαιοσύνη. Όπως αναφέραμε πρωτύτερα, τόν πνευματικό θα πρέπει νά τόν αντιμετωπίζουμε ως θεραπευτή. Έτσι χρειάζεται νά τόν περιβάλλουμε και με ανάλογη εμπιστοσύνη. Γιά τον λόγο αυτόν επιλέγουμε ελεύθερα και με δική μας ευθύνη τον πνευματικό, ώστε νά είναι πρόσωπο μέ πίστη και αρετή και νά έχει τήν καλή μαρτυρία των πιστών. Μάλιστα η παράδοση τής Εκκλησίας μας συνιστά τήν τακτική εξομολόγηση στον ίδιο πνευματικό και τήν αποφυγή της εναλλαγής του. Εξάλλου, έχει διαπιστωθεί ότι συνήθως εμείς οί ίδιοι γινόμαστε αιτία κοινοποίησης τής προσωπικής μας ζωής, όταν τήν εμπιστευόμαστε σε ακατάλληλα πρόσωπα, τά οποία δεν έχουν καν τήν ιδιότητα του πνευματικού.
Πώς πρέπει νά λέγονται οι αμαρτίες στον πνευματικό;
Αρκεί μία απλή, σαφής και σύντομη αναφορά. Δε χρειάζονται ούτε λεπτομέρειες (ιδιαίτερα για τά σαρκικά θέματα), ούτε μακροσκελείς εισαγωγές ή δικαιολογίες. Αν είναι απαραίτητο, θα ζητήσει ο πνευματικός περισσότερες πληροφορίες. Αυτό που σίγουρα χρειάζεται είναι ταπείνωση και συναίσθηση των αμαρτιών μας.
Τι μπορεί να μου πει ο πνευματικός;
Νά εξηγήσει τή σπουδαιότητα μιας αμαρτίας. Να συμβουλεύσει για τήν αποφυγή της. Νά δώσει απάντηση σε κάποιο ερώτημα που του θέσαμε.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
Μετά τήν ευχή του πνευματικού έχουν συγχωρεθεί όλες οι αμαρτίες μου; Μήπως κάποιες θα πρέπει νά τις εξομολογηθώ πάλι;
Η ευχή του πνευματικού δίνει τήν άφεση όλων των αμαρτιών πού έξαγορεύσαμε. Συνεπώς τυχόν αμφιβολία μας για τό θέμα αυτό δείχνει έλλειψη πίστης στο μυστήριο και στή δύναμη του Θεού. Αν πάλι δέν αναφέραμε κάτι βασικό σε σχέση με κάποια αμαρτία, χρειάζεται τήν επόμενη φορά νά τό διευκρινίσουμε.
Αν ξεχάσω κάποια αμαρτία; Αν κρύψω κάποια από ντροπή;
Αν ξεχάσαμε κάτι και εφόσον δεν είναι σοβαρό, μπορούμε νά το αναφέρουμε στην επόμενη εξομολόγηση. Αν όμως παραλείψαμε κάποια αμαρτία εσκεμμένα, τότε δεν πρέπει να θεωρούμε ότι μας δόθηκε άφεση και δεν πρέπει νά κοινωνήσουμε, ακόμη και αν πήραμε την άδεια του πνευματικού.
Είναι απαραίτητη η Θεία Κοινωνία μετά την Εξομολόγηση;
Η μετάνοια δεν περιορίζεται στο μυστήριο της Εξομολογήσεως. Η «συμφιλίωση» και η ενωσή μας με τον Θεό δεν ολοκληρώνεται χωρίς τη Θεία Κοινωνία. Αύτη είναι ή μυστηριακή ένωση με τον Θεάνθρωπο Χριστό. Το αποκορύφωμα των μυστηρίων. Η Εξομολόγηση μας προετοιμάζει για τη Θεία Κοινωνία.
Μπορώ νά κοινωνήσω λοιπόν αφού εξομολογήθηκα;
Μετά τήν εξομολόγηση θα πρέπει νά ζητήσουμε από τον πνευματικό τήν άδεια νά μεταλάβουμε. Αυτός θά ορίσει τον χρόνο, τή συχνότητα και τον τρόπο της προετοιμασίας μας (νηστεία, προσευχή, συγχώρεση - συμφιλίωση με τους άλλους).
Όμως, τί νόημα έχει νά εξομολογούμαι τακτικά, όταν γνωρίζω ότι θά επαναλάβω τις ίδιες αμαρτίες;
Όπως κάποιος πού πάσχει από χρόνια ασθένεια δεν παύει νά προσπαθεί για τήν απαλλαγή του, έτσι και εκείνος πού επιθυμεί πραγματικά τήν πνευματική υγεία φροντίζει αδιάκοπα νά τήν αποκτήσει. Αυτός είναι ο πνευματικός αγώνας του ανθρώπου· η διά βίου μετάνοια. Το μυστήριο της Εξομολόγησης εξασφαλίζει ότι καμμιά αμαρτία δε μπορεί νά μας απομακρύνει από τό έλεος του Θεού. Μόνο η έλλειψη μετανοίας μπορεί νά μας καταδικάσει στην αίώνια στέρηση Του.
Friday, May 8, 2015
St. Ephraim and the Greek-American Drug Addict

It was afternoon, one of the usual tumultuous afternoons in downtown Athens. There was a line of people at the Omonia taxi-stop.
“To Koukaki, please!”
“With pleasure,” I answered. And that was the extent of our dialogue until the end of the drive, because my passenger’s expression and manner did not leave any room for conversation.
He got out at the summit of Agios Ioannis (in Gargareta) on Veikos Street and, a few meters further on, another hand stopped me with the characteristic wave.
My new passenger was young — around twenty-five to twenty-seven years old — and of medium height, and he was holding a suitcase. As I put his things in the trunk, the young man sat down in the front passenger seat.
And with a poetic phrase that I infrequently used to use in the past: “While departing on your journey to Ithaca, I wish that your road be long and your voyage great.” I meant: “Where to?”
“Yes, my friend, to Ithaca, but not to the island, as you would imagine, but to the Ithaca Detoxification Center,” was his answer, which left me speechless for a few seconds. “To the Larisa train station, please,” he added.
My young passenger’s reply was truly unexpected, because nothing about his outward appearance (eyes, expression, clothing, behavior) betrayed the accursed passion of his addiction to drugs. A multitude of feelings (pain, sorrow, sympathy, love) came over me one after another, an intense wringing of my heart made it move irregularly in my chest, and a tear rolled down my cheek over the plight of my brother, God’s creature. I tried to contain myself, as I wanted to learn under what circumstances he had ended up where he did, because I was also a father with children approaching adolescence.
After we introduced ourselves to each other, I asked Paul if he could tell me something about his life and his addiction, if recalling such events would not hurt or tire him. He readily agreed to my request, for which I thank him.

"To begin with, it has been two months since I’ve taken that poison, and I now feel like any other normal person. I have no desire whatsoever to put it into my bloodstream again, and I owe this not to any effort of my own, but entirely to the wondrous power of God and His Saints. But let me take it from the start, since you so wish to hear about it.
I was born in Athens, in Koukaki to be precise, where you picked me up, and lived there until I was eight years old. I am an only child and my parents love me pathologically and indulge my every whim. When I was eight, my parents and I left for America for a better life.
My relatives there helped my parents find work and I attended school. As I grew up, however, my senseless desires and vices also grew along with me. On account of my character, I easily got mixed up in bad company and very soon tried marijuana and hashish. As the years went by, the light drugs no longer satisfied me or my friends. So we all threw ourselves into the heavy drugs, which we found in the same surroundings and just as easily as the light drugs. These, however, were expensive, and I did not have a job. At first, I stole from my parents’ pockets and wallets. But when, with time, I was in need of greater doses, and when my parents had found me out, it reached the point that I even beat them to take the money. I understood that my condition was critical, but there was no way I could turn back. My parents rushed me to doctors and psychologists in the hope that they could do something, but to no avail; there was no light from anywhere. Some of them, and eminent scientists at that, told them that if I did not soon get out of that environment, I would not have long to live.
During that time, as I was home alone one day in a state of despair, a strange visitor, whom I had never seen before, appeared in front of me. He was of medium height, had large round eyes that rolled about, and black bushy fur that was over fifteen centimeters in length. He also had horns and a tail. His booming, firm voice and fearsome persuasiveness left no room for objections.
He began to make a thoroughly detailed account of my life from the time that I was born up until that very moment, while I simply said, ‘yes.’ ‘You have enjoyed every-thing,’ he said to me at the end, ‘there is nothing more left for you but to come with me....’ ‘How?’ I asked.
'You will take the car,’ he said, ‘and you will follow such-and-such a road. You will speed along so many miles an hour (I don’t remember the number), and I will be waiting for you there....’ The road in question was straight for many miles and at a certain point it had a slight bend, so that whoever was driving at too great a speed would go off the road and crash into a wall and be killed. I had heard about many such accidents at that spot in the past. Doing exactly as he told me, I, too, ended up smashing into the wall. The car was left almost unrecognizable, but they took me out with only minor injuries. After they gave me first aid, I went home.
About ten days had passed since the accident, when the same strange visitor appeared in my house again, in the kitchen this time. A grimace of displeasure was on his wild and imposing face. With a nod of his head backwards, he said to me in the same distinctive voice, ‘You didn’t accomplish anything.’
I was sitting there staring at him, petrified, and could just barely ask, ‘What should I do?’
‘Now you will take triple your usual dose, and you will surely come with me.’
He disappeared, and I did not even ask myself how he had entered the house or who he was.
I immediately put the plan into action.
I prepared the drug in the syringe and tried to find a place on my much-pierced body. The dose was a large one and I immediately fell unconscious. While I was in this condition, I saw a tall man wearing a cassock and a black monastic cap with a Cross engraved on the front. ‘Do not be afraid,’ he told me. ‘You will get well, and when you return to Greece, come to my house. I am Ephraim.’
I got up as if I had not taken the accursed poison at all. I felt a desire to leave for Greece and, when I told my mother of this desire, she marvelled and considered it a miracle, because my parents had many times before unsuccessfully tried to get me out of that environment.
I related to my mother all that had happened to me, and she wanted to accompany me on my journey. When we arrived in my old neighborhood, we went to the Priest of the parish there, and I learned from him who the strange visitor had been and what he had wanted from me. It was the Devil and he wanted my immortal soul. I thank God from the depths of my soul. Fifteen days after I had confessed and fasted, the Priest gave me Holy Communion. When I saw the Icon of St. Ephraim, I understood that it was he who had delivered me from my terrible addiction.
I went to Nea Makri and had Liturgy served and thanked the Saint. Now I am going to this institution to get away from the world for a while and to make sure that I do not need the drugs anymore."
***
Overdose
I. Monk Ephraim
In the year of 1425 a monk was taken captive and tortured to death in his monastery in Greece for being a Christian. He was slowly tortured to death over a period of a year. After each episode his wounds were allowed to heal, and then he was subjected to new and worse punishments. Finally they executed him. He was hung upside down from a tree in his monastery grounds and run through with a pole which had been sharpened to a point and set on fire. All traces of his life and martyrdom were forgotten until this century, when he appeared to the abbess of a convent and told her of his life and sufferings. He also revealed the spot where his bones, which had never decomposed, were buried. They dug up the bones for the glory of God.
II. The Addict and the Saint
Some years later an American teenager in the Midwest was grappling with his own life. He was heavily using drugs (cocaine and heroin) and was quickly sliding to destruction. He had neither a stable family life nor a religious upbringing, and though still young was in serious trouble.
One night an ugly old man appeared to him and said, "I am your friend, I want to make an appointment with you to meet me." He directed him to get into his car and drive as quickly as he could down a certain road which had a hairpin turn at the end with a sheer cliff at the bend. The young man did as he was told, got into his car and drove as fast as he could down the road. Losing his nerve at the last minute he managed to slam on his brakes and barely made the turn. He arrived home shaken.
Two nights later, the old man appeared again and said with anger and indignation, "I am very disappointed that you didn't meet me. Get into your car again and drive as fast as you can and this time don't put on the brakes." The young man felt strangely compelled to do this. Once again he got into his car, drove as fast as he could and this time didn't stop but drove at high speed off the cliff. The car was demolished but, surprisingly, he escaped with only cuts and bruises, and with a concussion.

A few weeks after he was out of the hospital, the ugly man appeared to him once again and said, "I am furious with you for not keeping our appointment. Tonight without fail you will meet me! Put a double dose of the drug in your needle." Again the boy felt compelled to do this, and after injecting himself went into a coma from the overdose. He was taken to the hospital where doctors told his family that he probably wouldn't live. And if by chance he did live he would only be semi-conscious - in a vegetative state. There was almost no chance of recovery. In two weeks, however, the young man did awake, fully conscious. He told those around him that he had seen a man which looked like some sort of radiant monk. He came to him and said, "I have been praying for you.... God has given you another chance. You will live, but you must correct your life. You are to go to Greece so as to visit the resting place of my bones, giving thanks to God for your salvation. My name is Ephraim".
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/05/st-ephraim-and-greek-american-drug.html
Διακονία αρρώστων ( Αγιος Παϊσιος )
Χθες βράδυ, την ώρα που πήγαινα στον ναό για την αγρυπνία, είδα σε μια άκρη έναν πατέρα με ένα παιδάκι σε αναπηρικό καροτσάκι. Πλησίασα, αγκάλιασα τον μικρό και τον φίλησα. «Είσαι ένας άγγελος, του είπα, το ξέρεις;». Και στον πατέρα του είπα: «Μεγάλη τιμή για σένα να υπηρετής έναν άγγελο. Να χαίρεστε, γιατί θα πάτε και οι δύο στον Παράδεισο». Έλαμψαν από χαρά τα πρόσωπά τους, γιατί ένιωσαν την θεϊκή παρηγοριά.
Αυτοί που διακονούν αρρώστους, αναπήρους κ.λπ. με αγάπη και υπομονή, αν έχουν αμαρτίες, σβήνουν τις αμαρτίες τους με την θυσία που κάνουν· αν δεν έχουν αμαρτίες, αγιάζονται. Κάποτε μια γυναίκα μου διηγήθηκε μερικά γεγονότα από την ζωή της πολύ θαυμαστά. Απόρησα, γιατί ήταν καταστάσεις που συναντούμε στους βίους των Αγίων και αυτή ήταν μια απλή γυναίκα. Όταν μου είπε πως είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής της, είδα ότι όλη η ζωή της ήταν μια θυσία. Από νέα ακόμη υπηρετούσε αρρώστους, γιατί στο πατρικό της σπίτι είχαν και τον παππού και την γιαγιά, που ήταν άρρωστοι. Όταν παντρεύτηκε, έμενε με τον πεθερό και την πεθερά της, που ήταν επίσης άρρωστοι. Μετά αρρώστησε ο άνδρας της, έμεινε κατάκοιτος και τον υπηρετούσε. Όλη την ζωή της δηλαδή αυτή η γυναίκα την πέρασε διακονώντας αρρώστους. Διψούσε όλα αυτά τα χρόνια να μελετήση, να πάη σε κάποια αγρυπνία, αλλά δεν είχε χρόνο. Επειδή όμως ήταν δικαιολογημένη, ο Θεός στο τέλος της έδωσε μαζεμένη την Χάρη Του.
- Γέροντα, μερικοί άνθρωποι, όταν αρρωσταίνουν, αποκτούν πολλές παραξενιές.
- Ναι, αυτό συμβαίνει, αλλά και οι υγιείς πρέπει να δικαιολογούν λίγο την ανησυχία, την γκρίνια ή την ιδιοτροπία των αρρώστων, γιατί αυτά είναι φυσικά στους αρρώστους. Ειδικά, όποιος δεν έχει αρρωστήσει, δεν μπορεί να καταλάβη τον άρρωστο, γιατί δεν έχει πονέσει και η καρδιά του είναι λίγο σκληρή.
Όσοι υπηρετούν έναν άρρωστο, έναν κατάκοιτο, χρειάζεται πολύ να προσέξουν να μην τον κάνουν να γογγύση. Μπορεί να τον υπηρετούν για χρόνια, αν όμως μια φορά στο τέλος τον κάνουν να γογγύση, τα χάνουν όλα. Είναι βαρύ να φύγη η ψυχή με γογγυσμό από αυτόν τον κόσμο. Αλλά και εκείνους μετά ο πονηρός θα τους βασανίζη, λεπταίνοντας δήθεν την συνείδησή τους.
- Γέροντα, όταν υπηρετής έναν άρρωστο, δεν σε καταβάλλει μόνον η κούραση, αλλά και η στεναχώρια, γιατί βλέπεις έναν δικό σου άνθρωπο σιγά-σιγά να σβήνη.
- Ναι, αλλά και ο Θεός όλους τους οικονομάει! Βλέπεις, όταν αρρωσταίνη ένα μέλος από την οικογένεια, όλη η οικογένεια πονάει. Και αν τυχόν είναι ο πατέρας και δεν μπορή να εργαστή, ολόκληρη η οικογένεια και πονάει και δυστυχεί. Έχει την αγωνία, «θα ζήση ο πατέρας, δεν θα ζήση;». Βασανίζεται αυτός, βασανίζονται και οι άλλοι. Σβήνει αυτός, σβήνουν και οι γύρω του. Και η μητέρα τότε πρέπει να δουλέψη περισσότερο. Να φροντίση τα παιδιά, να πάη και στο νοσοκομείο, για να κοιτάξη τον άρρωστο. Θέλω να πω, όταν κάποιος αρρωστήση από μια βαρειά αρρώστια, και ο ίδιος υποφέρει, κουράζεται και θέλει να πεθάνη, αλλά και οι δικοί του που τον υπηρετούν, στεναχωριούνται, ταλαιπωρούνται και κουράζονται. Και όσο περισσότερο δεμένοι και αγαπημένοι είναι, επιτρέπει στο τέλος ο Θεός, και ο άρρωστος και αυτοί που τον υπηρετούν να ταλαιπωρούνται πιο πολύ, να πονούν πιο πολύ, μέχρι να φθάσουν να πουν: «ας τον πάρη ο Θεός, για να ξεκουρασθή» - αλλά για να ξεκουρασθούν και αυτοί. Βλέπετε, όταν μια οικογένεια είναι πολύ αγαπημένη, και οι γονείς πεθαίνουν στα καλά καθούμενα, χωρίς να αρρωστήσουν, και δεν ταλαιπωρούνται ούτε αυτοί ούτε τα παιδιά τους, γιατί χρειάσθηκε να τους υπηρετήσουν, ο πόνος του χωρισμού για τα παιδιά είναι πολύ οδυνηρός.
- Γέροντα, ο ψυχικός παράγων πόσο μπορεί να επηρεάση την σωματική υγεία;
- Όταν κανείς είναι ψυχικά καλά, ο σωματικός πόνος ελαφρώνει. Όταν δεν είναι καλά ψυχικά, η άσχημη ψυχική κατάσταση επιδεινώνει την υγεία του. Πάρε έναν καρκινοπαθή που τον έχουν ξεγραμμένο οι γιατροί. Αν πιστεύη στον Θεό και βρεθή σε μια χαρούμενη πνευματική ατμόσφαιρα, μπορεί να ζήση περισσότερο, ενώ διαφορετικά μπορεί να λειώση από την στεναχώρια του και να σβήση μέσα σε λίγες εβδομάδες. Καμμιά φορά μπορεί κάποιος από ιατρικής πλευράς να είναι υγιής, οι εξετάσεις να μη δείχνουν τίποτε, αλλά, αν έχη κάτι που τον σακατεύει ψυχικά, τότε να μην είναι πραγματικά καλά. Γιατί οι περισσότερες αρρώστιες από την στεναχώρια ξεκινούν. Όλοι οι άνθρωποι έχουν κάποιο ευαίσθητο σημείο. Μια στεναχώρια άλλον θα τον χτυπήση στο στομάχι, άλλον στο κεφάλι.
Το καλύτερο φάρμακο για μια αρρώστια είναι η πνευματική χαρά, γιατί σκορπάει την θεία Χάρη στην ψυχή. Η πνευματική χαρά έχει την μεγαλύτερη ιαματική δύναμη για όλες τις αρρώστιες. Είναι η θεϊκή αλοιφή που επουλώνει τις πληγές, ενώ η στενοχώρια τις ερεθίζει.
Αγιος Παϊσιος
http://agapienxristou.blogspot.ca/2013/05/blog-post_2914.html
Thursday, May 7, 2015
Subscribe to:
Posts (Atom)